fbpx

«Χοντρός Λιγνός και άλλες βιογραφίες» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Πραγματικά πόση μικροψυχία μπορεί να εμπεριέχει η ιδιοσυγκρασία του Έλληνα; Υπάρχουν άνθρωποι που δεν χάρηκαν με την επέλαση του Γιώργου Λάνθιμου στον τρανό τέμενος της μεγάλης γιορτής του παγκόσμιου σινεμά, όταν η ταινία του είναι υποψήφια για δέκα βραβεία Όσκαρ;

Κι όμως ο εγχώριος καλλιτεχνικός κύκλος, αλλά και απλοί πολίτες συντηρούν μέχρι σήμερα γκρίζες, μίζερες γραμμές και ενίοτε τοποθετούνται άνανδρα τόσο άσχημα και χυδαία απέναντι στην πρόοδο ενός δημιουργού, που θυμωμένα αναρωτιέσαι: «Μα, είναι δυνατόν!» Κακία, μαύρη χολή και ειρωνεία, που μεταφράζεται σε φθόνο και φόβο, ξέβρασαν τα μέσα κοινωνικής διαδικτύωσης για την επιτυχία του Γιώργου Λάνθιμου. Βρε δαίμονες, μην κρίνετε, μην πέφτετε επίπεδα σαν γλοιώδης μάζα και απολαύστε την επιτυχία ενός ανθρώπου που ξεκίνησε από τον τόπο μας και διέπρεψε στην ξενιτιά, αφού το εδώ δεν είναι φιλόξενο, μηδέ ασφαλές και προστατευτικό, αλλά βρίθει τοξικότητας και δημιουργικού αφανισμού. Επιδιώξτε γόνιμη κριτική στο δημιούργημα και όχι στον δημιουργό του, πανάθεμα σας.  

Ο οικονομικός, παγκόσμιος πόλεμος που στήθηκε τα δέκα τελευταία χρόνια αποδεκατίζοντας έθνη και πολίτες, βάσει προγράμματος και στρατηγικής , καταγράφει σοβαρές απώλειες έμψυχου, πολύτιμου δυναμικού στην χώρα μας. Η μετανάστευση, για μια φορά ακόμα στα ελληνικά ιστορικά δεδομένα, έλαβε διαστάσεις ολοκαυτώματος. Οι άξιοι και οι ικανοί ενός έθνους, αυτή την φορά, ως απώλειες τούτου του σκοτεινού πολέμου αναγκάστηκαν να διαφύγουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να ζήσουν, να αναδείξουν τα προσόντα τους, να φανερώσουν την δυναμική τους, που η ανίκανη χώρα μας δεν τους επέτρεψε να τα εναποθέσουν στην πατρίδα τους. Και τι έμεινε, τελικά πίσω; Το έρμα, η σαβούρα, οι μετριότητες, ένας όχλος που μόνο πικρόχολη κριτική γνωρίζει να ασκεί.

Υπέροχα και εφιαλτικά επίκαιρα τα γράφει ο Ισοκράτης στον «Αρεοπαγιτικό» μετά το όνειδος του Πελοποννησιακού Πολέμου, που ξεκλήρισε τους ικανούς και άριστους, αφήνοντας στον αφρό την μπλέμπα. Οι Αθηναίοι με αγωνία αναζητούσαν να ευνοηθούν κατά την κλήρωση για να λάβουν θέση δικαστού εις την Ηλιαία, έτσι ώστε να λάβουν τον μισθό, τους, τρεις οβολούς, δηλαδή, κάπου μισή, αττική δραχμή για να εξοικονομήσουν τα στοιχειώδη έξοδα της ημέρας. Ίδια τότε, ίδια και σήμερα.

Σκηνοθέτα Γιώργο Λάνθιμε, μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη, αθλητές Γιάννη και Κώστα Αντετοκούνμπο, Στέφανε Τσιτσιπά, επιστήμονες: Ιωσήφ Σηφάκη, Γιώργο Παξινέ, Μαρία Σπυροπούλου, Γεώργιο Βρακά και πόσοι ακόμα Έλληνες του εξωτερικού που διαπρέπουν και σύντομα τα ονόματά τους θα ακουστούν, σας ευχαριστούμε και προοδεύστε μακριά, πολύ μακριά από την Ελλάδα, αλλά πάντα να την αγαπάτε και να την σκέφτεστε. Καλή επιτυχία Γιώργο Λάνθιμε για την 24η Φεβρουαρίου 2019, που λαμβάνει χώρα η 91η Τελετή Απονομής των Βραβείων Όσκαρ. Είθε η ταινία σου, η «Ευνοούμενη» να κτυπήσει 10 στα 10 αγαλματίδια.

«Χοντρός & Λιγνός»

(Stan & Ollie)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, Καναδάς (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Σ. Μπερντ
  • Με τους: Στιβ Κούγκαν, Τζον Σ. Ράιλι
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Tanweer

Τρυφερή, αισθαντική, νοσταλγική (τουλάχιστον για όσους ενηλικιώθηκαν με τις ταινίες τους), ακριβής καταγραφή, ολόιδιοι οι δυο εξαιρετικοί ηθοποιοί Στιβ Κούγκαν και Τζον Ράιλι στην απόδοση, τόσο υποκριτικά, όσο και κινησιολογικά των δυο σπουδαίων κωμικών, όλη η ταινία ως μονογραφία, είναι κρεμασμένη επάνω τους.

Με την στακάτη δυναμική του B.B.C. στα ηνία της παραγωγής, την βασανιστικά προσεγμένη απόδοση της εποχής, αλλά και τις γνωστές ενσταλάξεις του κινηματογραφικού ακαδημαϊσμού, αυτή η δουλειά είναι ένα όμορφο, απαλό χάδι μιας άλλης εποχής, που με στιβαρότητα και σεβασμό αποτυπώνει αυθεντικά τους χαρακτήρες του Όλι και του Σταν, δηλαδή του Χοντρού και του Λιγνού σε μια συγκεκριμένη περίοδο της καριέρας και των αναμεταξύ των σχέσεων. Η ταινία δεν είναι κωμωδία, παρά ένα συγκινητικό και ευαίσθητο, συνάμα σκληρό και αληθινό ανθρώπινο δράμα, μια απέραντη ιστορία, μεγάλης φιλίας μπροστά και πίσω από τα απαστράπτοντα φώτα της δημοσιότητας,  που αγγίζει καρδούλες.    

Ο Σκωτσέζος σκηνοθέτης της «Διαφθοράς» (2013) Τζον Σ. Μπερντ, κυριολεκτικώς γεωμετρεί πειθαρχημένα πάνω στις συμπεριφορές του θρυλικού διδύμου που άφησε εποχή στον κινηματογράφο του γέλιου και με προσοχή στήνει τον Κούγκαν και τον Ράιλι απέναντι του για να αποδώσουν   – καλύτερα δεν γίνεται –  δυο ογκόλιθους του slapstick, αλλά και της commedia dell’ arte, που μαζί με τον Μπάστερον Κίτον, τον Χάρολντ Λόιντ και τον Τσαρλς Τσάπλιν, ο Όλιβερ Χάρντι και ο Στάνλεϊ Λόρελ, έγραψαν την δική τους χρυσή ιστορία στις κινηματογραφικές οθόνες.

Είναι από τις πολύ καλές κινηματογραφικές δουλειές που ο χρόνος σου σίγουρα δεν πάει χαμένος, ακόμα και για τους νεότερους σε ηλικία θεατές, που τους έχουν ακουστά, καθώς αυτό το υπερδραστήριο, αστείο δίδυμο έχει περάσει πλέον στο εβένινο ράφι των μουσειακών εκθεμάτων.

Απλά και μόνο για την κινηματογραφική ιστορία να αναφέρουμε, ότι ο Σταν Λόρελ και ο Όλιβερ Χάρντι θεωρούνται ένα από τα σπουδαιότερα κωμικά δίδυμα στην ιστορία του κινηματογράφου. Ανάμεσα στο 1927 και το 1950 έκαναν πάνω από 107 κινηματογραφικές εμφανίσεις (32 βουβές ταινίες μικρού μήκους, 40 ταινίες μικρού μήκους με ήχο, 23 μεγάλου μήκους, 12 ανεπίσημες εμφανίσεις σε άλλες ταινίες).

Πάντως η ταινία πριν μερικές ημέρες έκανε το μεγαλύτερο άνοιγμα στο Box Office του Λονδίνου με 2,41 εκ. λίρες.

Η κινηματογραφική βιογραφία του Σταν και του Όλι σε σενάριο του υποψήφιου για Όσκαρ Τζεφ Πόουπ  της «Philomena»,  με άριστη γραφή,  παρουσιάζει ένα εύστοχο πορτρέτο της δυνατής και τρικυμιώδους φιλίας των δύο αντρών, ενώ παράλληλα αποτίνει έναν συγκινητικό φόρο τιμής σε αυτούς τους θρύλους της κωμωδίας.

Με τη χρυσή εποχή τους ως βασιλιάδες της κωμωδίας στο Χόλιγουντ να ανήκει στο παρελθόν, οι εμβληματικοί Σταν Λόρελ (Στιβ Κούγκαν – εξαιρετικός!) και Όλι (Τζον Ράιλι – επίσης εξαιρετκός!) περιοδεύουν στη δεκαετία του πενήντα στη Μεγάλη Βρετανία σε μία απεγνωσμένη απόπειρα να δώσουν νέα πνοή στην καριέρα τους.

Μετά από μία συγκρατημένη αρχή, αυτή η κωμική δύναμη της φύσης συγκεντρώνει ορδές θαυμαστών, καινούριων και παλιών, που γοητεύονται από τις ξεκαρδιστικές ερμηνείες των δύο θρύλων.

Όμως, καθώς η περιοδεία πλησιάζει στο μεγάλο φινάλε, το δίδυμο αντιμετωπίζει απειλητικά φαντάσματα του κοινού παρελθόντος. Οι δύο άντρες, που νιώθουν ότι το κύκνειο άσμα πλησιάζει, έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν ξανά πόση αγάπη τρέφει ο ένας για τον άλλον. Οι ιστορίες τους, τα πάθη τους, οι φόβοι τους, τα αμέτρητα διαζύγια, αλλά πάνω απ΄ όλα η αγάπη του κόσμου συγκεντρώνονται γύρω τους για να τους ακολουθήσουν στην τελευταία μεγάλη πορεία τους.  

«Η Αρχή της Ισότητας»

(On the Basis of Sex)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μίμι Λέντερ
  • Με τους: Φελίσιτι Τζόουνς, Άρμι Χάμερ, Τζάστιν Θερού, Σαμ Γουότερστον, Κάθι Μπέιτς
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Spentzos Film

Είναι πασιφανές, ότι οι Αμερικανοί μας διδάσκουν την βραχύσωμη ιστορία του έθνους τους μέσα από το σινεμά τους. Πιο πολλά γνωρίζουμε, εμείς οι Έλληνες, για πράγματα και πρόσωπα της βορειοαμερικανικής ηπείρου, παρά για  τους προγόνους και την ιστορία του τόπου μας. Η αλήθεια είναι ότι ο κινηματογράφος δεν διδάσκει ιστορία, αλλά γράφει την δική του ιστορία.

Έτσι λοιπόν, ακόμα ένα σημαντικό πρόσωπο του σύγχρονου αμερικανικού πολιτισμού, από το νομικό χώρο αυτή την φορά, φιγουράρει στην καινούργια ταινία της Μίμι Λέντερ («Χωρίς Αντάλλαγμα», «Ολέθρια Σύγκρουση», «Ο Ειρηνοποιός»), όπου η σκηνοθέτις άφησε για λίγο τα τηλεοπτικά πλατό για να ασχοληθεί με τα έργα και τις ημέρες της Ρουθ Μπάτερ Γκίνσμπεργκ.

Ποια είναι η εν λόγω κυρία διερωτάστε ευλόγως; Μα, η πρώτη γυναίκα νομικός που τόλμησε να πατήσει πόδι με τακούνι στην ανδροκρατούμενη, ισχυρή Αμερική και καθώς είναι δημοκρατικών, πολιτικών θέσεων, (όπερ φιλελεύθερη και μαχητική, ας πούμε) προώθησε την ισότητα των φύλων και των δικαιωμάτων των γυναικών, κερδίζοντας πολλαπλές νίκες ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, φτάνοντας, μάλιστα, να αλλάξει «παλαιολιθικά» νομοσχέδια τα οποία είχαν γραφτεί και νομοθετηθεί από δημιουργίας του αμερικανικού έθνους. Δηλαδή, η γυναίκα να πάψει να είναι η εξαρτώμενη νοικοκυρούλα υπό της κηδεμονίας του δουλευτή, κουβαλητή ανδρός και να έχει την ίδια αντιμετώπιση και τα όμοια δικαιώματα από την πολιτεία. Το ευτράπελον είναι, ότι όχημα για τον αγώνα της, ως προς την αλλαγή του νομοσχεδίου, η δυναμική Ρουθ Μπάτερ Γκίνσμπεργκ χρησιμοποίησε την υπόθεση ενός καλοσυνάτου, ηλικιωμένου εργένη που περιποιόταν την ανήμπορη μητέρα του. Αμερικάνικα πράγματα…

Η Μίμι Λέντερ δεν φτιάχνει χαζές ταινίες. Τα έργα της είναι καλοβαλμένα (κορυφαίο γα μένα φιλμ της Λέντερ είναι η «Ολέθρια Σύγκρουση», ως ο αντίπους του μπλοκμπαστερικού Αρμαγεδδώνα) με την μόνη διαφορά, ότι ενώ είναι άρτιες τους λείπει η ψυχούλα, το καλό μαγείρεμα των συναισθημάτων και των εντάσεων όπως  λένε.

Και εδώ το ίδιο συμβαίνει, κάτι που οφείλεται μάλλον σε μια σημαντική παράλειψη από την κινηματογραφική βιογραφία της Ρουθ Μπάτλερ Γκίνσμπεργκ και είναι το ταξίδι της στην Σουηδία, που στην παγωμένη, ευρωπαϊκή χώρα και την έρευνα της στο κορυφαίο πανεπιστήμιο Λουντ της πόλης Σκάνια. Εκεί άλλαξε όλο το σκεπτικό της, καθώς βίωσε την έντονη παρουσία των γυναικών στα πολιτικά και τα κοινωνικά πράγματα της Σουηδίας. Σημαντική παράλειψη στο σενάριο από τον γραφιά Ντάνιελ Στιπελμαν. Αλλά όπως προαναφέραμε ο κινηματογράφος δεν διδάσκει ιστορία.  

Η Φελίσιτι Τζόουνς φοράει παλικαρίσια όλη την ταινία επάνω της, αλλά ο φακός της Λέντερ, κινείται σαν την flatline παλμογράφου με κάποιες μικρές ενδείξεις ζωής για να μην σε πιάσει το βαθύ χασμουρητό. Εάν τυχόν, κυρίες μου (καθότι το θέμα σας αφορά) τυχόν γείρετε δι ελάχιστον στου καραβιού την πλώρη προς δίλεπτους υπνάκους, λόγω των δικονομικών τερτιπιών, είμαι σίγουρος, πως ο 33χρονος, clean cut Αμερικανός παίδαρος  Άρμι Χάμερ (Να με Φωνάζεις με τ’ Όνομά Σου) θα σας κρατήσει ξάγρυπνες επί των επάλξεων του ενδιαφέροντος. Εκτός του ότι είναι πανέμορφος ο μπαγάσας, τα λέει και ωραία.       

Γυναίκα σε κόσμο ανδρών. Είναι η πραγματική ιστορία της  Ρουθ Μπάτερ Γκίνσμπεργκ (Φελίσιτι Τζόουνς – ενδιαφέρουσα) μιας αγωνίστριας δικηγόρου και νέας μητέρας, γεννημένης και μεγαλωμένης στο αλάνικο Μπρούκλιν της Νέα Υόρκης, που αντιμετώπισε πολλές αντιξοότητες, όπως ο καρκίνος του αγαπημένου της συζύγου στους όρχεις του, αλλά και μια σειρά από εμπόδια στον αγώνα της για ίσα δικαιώματα μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Με σπουδές στη νομική σχολή του Χάρβαρντ και του Κολούμπια αρχές της δεκαετίας του ‘50, σύζυγος και μητέρα πριν ξεκινήσει το πανεπιστήμιο, όταν στην σειρά της ήταν μόνο τέσσερις φοιτήτριες σε μια εποχή που η Αμερική φρόντιζε τα τέκνα της με άφθονη τεστοστερόνη στην σκέψη της.

Είναι η μορφωμένη γυναίκα με έμφυτη την μαχητικότητα που τα βάζει με το ανδρικό κατεστημένο. Εύγευστο «δημοκρατικό» ορεκτικό, μέρες που είναι με τον Ντόναλντ στον προεδρικό θώκο των ΗΠΑ. Η νεαρή Ρουθ αναλαμβάνει μια «καμένη», όπως λένε, φορολογική υπόθεση μαζί με τον σύζυγό της, τον επίσης δικηγόρο Μάρτιν Γκίνσμπεργκ (Άρμι Χάμερ – καλός) με την ελπίδα ότι θα αλλάξει ο τρόπος που τα δικαστήρια αντιμετωπίζουν τις σεξουαλικές διακρίσεις και η καριέρα της θα αλλάξει τελείως πορεία.

«Γυναίκα σε Πόλεμο»

(Kona Fer í Stríð / Woman at War)

 

  • Είδος: Κοινωνική, πολιτική σάτιρα
  • Παραγωγή: Ισλανδία, Γαλλία, Ουκρανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μπένεκτιτ Έρλινγκσον
  • Με τους: Χαλντόρα Γκεϊρχασντότιρ, Γιόχαν Σίγκουρνδσον, Χουάν Καμίλο Ρόμαν Εστράντα, Γιόρουντουρ Ράγκναρσον
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Κινηματογραφικό Βραβείο LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το 2018

Ο κινηματογράφος της Ισλανδίας, αυτού του κρύου, βορειοατλαντικού, ηφαιστειογενούς νησιού, ολοένα δίνει καλά δείγματα γραφής. Με απλή, βατή σκηνοθεσία, καλή φωτογραφία και μεστές σεναριακές γραμμές εισχωρεί στην ψίχα των θεμάτων που πραγματεύεται, προσφέροντας ενδιαφέρον στον θεατή.

Το συγκεκριμένο οικολογικό παραμύθι, καλοφτιαγμένο και δομημένο άριστα, με την μασκοφόρο εκδικήτρια και προστάτιδα του φυσικού κάλλους, την «γυναίκα του βουνού» όπως αυτοπροσδιορίζεται, εκφράζει σε απλό λόγο δίχως κορώνες και με χιούμορ, ότι κάθε άνθρωπος, μπορεί και έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για να αλλάξει ο κόσμος.

Η ηρωίδα Χάλλα, που την υποδύεται η υπέροχη ηθοποιός με το ονοματεπώνυμο σωστό γλωσσοδέτη, Χαλντόρα Γκεϊρχασντότιρ (ola la la… εντελώς Βίκινγκ κατάσταση) είναι απόλαυση, ενώ ο 49χρονος σκηνοθέτης Μπένεκτιτ Έρλινγκσον έφτιαξε μια όμορφη ηρωική περιπέτεια με ανθρωπιά, έχοντας στο κέντρο του ένα φλέγον ζήτημα όπως είναι η καταστροφή της φύσης από τις πολυεθνικές και τις τοξικές βιομηχανικές μονάδες, προσδίδοντας στο δραματικό υπόβαθρο του θέματος χιούμορ και σάτιρα. Εύστοχη και έξυπνη ταινία στην δεύτερη μεγάλου μήκους του Ισλανδού σκηνοθέτη

Στο Ρέικιαβικ του σήμερα, η 50χρονη Χάλλα (Χαλντόρα Γκεϊρχασντότιρ – υπέροχη) ζει μια διπλή ζωή: Ο κόσμος την γνωρίζει ως την διευθύντρια της χορωδίας, ενώ ταυτόχρονα είναι η παθιασμένη ακτιβίστρια που έχει κηρύξει, κρυφά, πόλεμο ενάντια στην τοπική βιομηχανία αλουμινίου προκειμένου να διασώσει τη φύση της χώρας της και κατ’ επέκταση τους συνανθρώπους της.

Ξεκινώντας από μικρούς βανδαλισμούς, η Χάλλα καταφέρνει να προκαλέσει ένα βιομηχανικό σαμποτάζ, τόσο μεγάλο, που προκαλεί προβλήματα στα επιχειρηματικά σχέδια της ισλανδικής κυβέρνησης. Και ενώ η Χάλλα σχεδιάζει την πιο παράτολμη ακτιβιστική της ενέργεια, λαμβάνει ένα απρόσμενο γράμμα που ανατρέπει όλα όσα είχε προγραμματίσει, καθώς θα κληθεί να πάρει τη σημαντικότερη, και μη αναστρέψιμη, απόφαση στη ζωή της (αυτή είναι η ωραία έκπληξη της ταινίας που δεν την προδίδουμε).

Όπως επισημαίνει ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος, «η ταινία αυτή, όπως και η ζωή, εμπεριέχει τα πάντα και δεν επιδέχεται κατηγοριοποίησης σε κάποιο είδος…». Το μόνο σίγουρο είναι πως, για τον Μπένεντικτ Έρλινγκσον, όπως προκύπτει και από τη φιλμογραφία του, «τα δικαιώματα της φύσης» πρέπει να λογίζονται ισάξια με «τα ανθρώπινα δικαιώματα» και να προστατεύονται νομοθετικά σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

«H Ντιλιλί στο Παρίσι»

(Dilili à Paris)

 

  • Είδος: Animation (Μεταγλωττισμένη και στα ελληνικά)
  • Παραγωγή: Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μισέλ Οσελό
  • Στην ελληνική απόδοση ακούγονται οι φωνές των: Aναστασία Γουλιάμου, Bαγγέλης Ευαγγέλου, Άννα Κουτσαφτίκη, Φώτης Πετρίδης, Τζίνη Παπαδοπούλου, Κωνσταντίνος Στελούδης, Κωστής Σφυρικίδης, Κώστας Αποστολίδης, Βίνα Παπαδοπούλου, Κώστας Δαρλάσης, Θάνος Λέκκας, Τερέζα Καζιτόρη, Φοίβη Αποστολίδη
  • Μουσική: Γκαμπριέλ Γιαρέντ
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Ο μάγος του χειροποίητου animation, ο Γάλλος καλλιτέχνης Μισέλ Οσελό, έπειτα από τον «Κιρικού και την Μάγισσα» και τους «Αζούρ και Ασμάρ», παρουσιάζει την μαγεία του Παρισιού και των μύθων του στην εποχή της Μπελ Επόκ να λαμβάνουν σάρκα οστά στην μεγάλη οθόνη. Πρωταγωνίστρια στην νέα δημιουργία του η μικρή Ντιλιλί που στην περιπέτεια της να διαλευκάνει ένα αστυνομικό μυστήριο μας συστήνει όλες τις μεγάλες προσωπικότητες εκείνης της εποχής από τους χώρους των τεχνών, της μηχανικής, της επιστήμης, των ανακαλύψεων.

Περί τις 100 μορφές της παγκόσμιας ιστορίας, η μουσική, η αρχιτεκτονική, το στιλ, η ατμόσφαιρα της ευρωπαϊκής πρωτεύουσας που έβριθε από πάσης φύσεως δημιουργία παρελαύνουν από το πενάκι του Οσελό.

Ολοζώντανο, σε συνδυασμό 3D και 2D animation χειροποίητων σχεδίων με φωτορεαλιστικό φόντο, η ταινία είναι ένα καλό θέαμα για μικρούς και μεγάλους.  

Μπελ Επόκ, σε ένα Παρίσι που σφύζει από ζωή και τέχνη. Με τη βοήθεια ενός φίλου της, η μικρή Ντιλιλί αποφασίζει να εξιχνιάσει τις μυστηριώδεις εξαφανίσεις κοριτσιών, οι οποίες μαστίζουν την μεγαλούπολη.

Όσο προχωρά την έρευνά της, στο δρόμο της βρίσκει μία σειρά από απίθανους χαρακτήρες και επιφανείς φιγούρες της επιστήμης, της κοινωνίας και της τέχνης: συναντά τον Μονέ και τον Προυστ, τον Παστέρ και τον Ντεμπισί, γίνεται φίλη με την Μαρί Κιουρί, επισκέπτεται το γραφείο του Γουστάβου Άιφελ στην κορυφή του πύργου και ο Φερδινάνδος φον Ζέπελιν τής δανείζει το αερόπλοιό του.

Ο κάθε ένας από αυτούς τής δίνει στοιχεία για να την βοηθήσουν στην αποστολή της. Θα τα καταφέρει;

«Πιστό Αντίγραφο»

(Replicas)

 

  • Είδος: Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Τζέφρι Ναχμάνοφ
  • Με τους: Κιάνου Ριβς, Άλις Ιβ, Τζον Ορτίζ, Τόμας Μίντλεντιτς
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Spentzos Film

Ταινία ανεπαίσθητου εκτοπίσματος να ρέει άοσμα, άνευρα, άγευστα στην όχθη της επιστημονικής φαντασίας, που δεν είναι και τόσο φαντασία πια, καθώς πραγματεύεται την δημιουργία ανθρώπινων κλώνων και την ανασύσταση, επίσης, της ανθρώπινης συνείδησης. Θέμα τεραστίων διαστάσεων που ως ιδέα του παραγωγού και σεναριογράφου Στίβεν Χάμελ δεν είναι για πέταμα, αλλά η ανάπτυξη της με τον μονοδιάστατο Κιάνου Ριβς εξαερώνεται και χάνεται στο πουθενά.

Ο σκηνοθέτης Τζέφρι Ναχμάνοφ (η τρίτη κατά σειρά ταινία του, η πιο γνωστή είναι το «Παιχνίδι του Θανάτου» (2008)), αν και είναι επιτυχημένος σεναριογράφος («Μετά την Επόμενη Μέρα», «The Tourist») και παραγωγός, οι πιο δυνατές σκηνοθετικές του δουλειές αγκαλιάζουν τις τηλεοπτικές σειρές, εδώ σκηνοθετικά είναι κάτω του μετρίου.

Σε ένα σενάριο που μπάζει από χίλιες μεριές και μια κλισαρισμένη σκηνοθεσία, ο εντελώς άτονο Ριβς, όπως πάντα άλλωστε, πρωταγωνιστεί σε ένα κράμα μυστηρίου, δράματος και επιστημονικής φαντασίας, δίχως να αισθάνεσαι ως θεατής το παραμικρό ερέθισμα αγωνίας, έντασης, συμπάθειας ή αντιπάθειας. Πως τα καταφέρνει αυτός ο ηθοποιός να είναι ίδιος σε όλα τα κινηματογραφικά είδη, μόνο αυτός το γνωρίζει. Παρόμοιου, ανέκφραστου στιλ ήταν και ο αείμνηστος Τσαρλς Μπρόνσον. Δεν καταλάβαινες εάν έκλαιγε, γελούσε, θύμωνε, πονούσε, στεναχωριόταν.. ένα ύφος για όλα!  

Ο νευροεπιστήμονας Γουίλ Φόρεστ Κιάνου Ριβς) εργάζεται στην Λατινική Αμερική σε ένα hi tech κέντρο ερευνών, χρηματοδοτούμενο από σκοτεινά, κυβερνητικά κέντρα και γενικό κουμανταδόρο τον Τζόουνς (Τζον Ορτίζ), προσπαθώντας να πετύχει την μεταφορά της μνήμης και της συνείδησης νεκρών ανθρώπων σε ρομπότ με τεχνητό εγκέφαλο. Οι δοκιμές δεν πάνε και τόσο καλά, ενώ το Σαββατοκύριακο φεύγει με την σύζυγο και τα τρία τέκνα για ψάρεμα. Ένα ατύχημα καθ΄ οδόν ξεκληρίζει όλη την οικογένεια του.

Αποφασίζει να κάνει τα πάντα για να τους φέρει πίσω ακόμα και αν αυτό σημαίνει να παραβιάσει τις αρχές του και να δημιουργήσει αντίτυπα των νεκρών ανθρώπων που αγαπούσε. Κρυφά από το εργαστήριο και με την βοήθεια του συνεργάτη του Εντ (Τόμας Μίντλεντιτς), κλεισμένος στο σπίτι του κατασκευάζει εξ΄ αρχής την χαμένη του οικογένεια.

«Μαίρη, Η Βασίλισσα της Σκοτίας»

(Mary, Queen of Scots)

 

  • Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Τζόσι Ρουρκ
  • Με τους: Σίρσα Ρόναν, Μάργκοτ Ρόμπι, Τζακ Λόουντεν, Τζο Αλγουιν, Τζέμα Τσαν, Μάρτιν Κόμπστον, Ισμαήλ Κόρντοβα, Μπρένταν Κόιλ
  • Διάρκεια: 125’
  • Διανομή: Film Tulip Entertainment

Αποτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά της ιστορικής διαμάχης του 16ου αιώνα, των καθολικών παπιστών και των προτεσταντών που εκφραζόταν από δυο βασίλισσες, μια επίσημη όπως ήταν η βασίλισσα της Αγγλίας Ελισαβέτ Ι και μια ανεπίσημη, όπως ήταν η Μαίρη Στιούαρτ, η βασίλισσα της Σκωτίας.

Όταν έχουμε ως σημείο αναφοράς την οσκαροβραβευμένη ταινιάρα «Elizabeth» του Σεκάρ Καπούρ, σε δυο μέρη, με την ηθοποιάρα Κέιτ Μπλάνσετ να γεμίζει την οθόνη και τις καρδιές μας, ως Virgin Queen, τα υπόλοιπα μοιάζουν με φιστίκι αράπικο για το ουισκάκι. Βέβαια, εδώ βλέπουμε την αντίπαλο της Ελισάβετ, την Μαίρη της Σκωτίας, που κληρονομικά της ανήκε ο θρόνος της Αγγλίας, την χαρακτηρισμένη και ως η «αδικημένη» βασίλισσα, που απομονωμένη, φυλακισμένη έχασε, τελικά, το κεφαλάκι της το 1587 στο Κάστρο του Φωτιρίνγκχαϊ.

Σκηνοθετικό ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία, της Αγγλίδας Τζόσι Ρουρκ. Η θεατρική σκηνοθέτις στήριξε το σενάριο στο βιβλίο «Queen of Scots: The True Life of Mary Stuart» του Τζον Γκάι. Σενάριο γραμμένο για τον κινηματογράφο από τον ειδικό της πολιτικής ίντριγκας, Μπο Γουίλεμον («Αι Ειδοί του Μαρτίου», «House of Cards»)

Να αναφέρουμε, ότι η σκηνοθέτις Τζόσι Ρούρκ δεν είναι τυχαία, καθώς από το 2012 είναι η καλλιτεχνική διευθύντρια του θεάτρου Donmar Warehouse στο Λονδίνο, που από το σανίδι του έχουν περάσει ογκόλιθοι του θεατρικού, αγγλικού χώρου. Την 1η Μάρτιου του 2019,  μάλιστα, στο Donmar Warehouse ο Ίαν Μακέλεν θα παρουσιάσει μια σόλο μεταμεσονύκτια παράσταση για πολύ ειδικό κοινό. Όσοι τυχεροί βρεθείτε στην αγγλική πρωτεύουσα και μπορείτε μην την χάσετε.  

Η ταινία, βέβαια, που σχοινοβατεί αδέξια στο τεντωμένο σχοινί του ιστορικού δράματος και της σαιξπηρικής ανάλαφρης απόδοσης, βρίθει ανακριβειών και ολοφάνερα αποδεικνύει, ότι η Ρουρκ δεν στάθηκε αντάξια των προσδοκιών του κινηματογραφικού είδους. Δεν έχει πλούτο, χλιδή, αλλά η Σίρσα Ρόναν ως Μαίρη Στιούαρτ και η θεϊκή Μάργκοτ Ρόμπι – εντελώς αλλαγμένη για τον ρόλο της Ελισάβετ – ανταποκρίνονται και οι δυο ηθοποιοί σωστά στις όποιες προσταγές της «καπετάνισσας» Ρουρκ, αν και η Μαργκότ Ρόμπι στο μακιγιάζ βγαίνει κάποιες στιγμές σαν τον Μπόζο. Εντάξει, η Ελισάβετ το είχε παραξηλώσει με την φετιχιστική διάσταση της αγνότητας, σε σημείο τοτεμικής λατρείας πασαλείβοντας στο πρόσωπο της λευκό χρώμα,  άλλα όχι και έτσι.  

Στο σύνολο της, ως παραγωγή είναι προβληματική, ακόμα και το μοντάζ χάνει σε ρυθμό, κάτι σαν μια βιάση να καταδιώκει την σκηνοθέτιδα που προφανώς δεν γνωρίζει τους κινηματογραφικούς κανόνες. Άλλο θεατρικό σανίδι, άλλο τηλεόραση και άλλο η μεγάλη οθόνη. Ένα καλό στοιχείο που διέκρινα είναι η πολύ καλή φωτογραφία του Άγγλου, βετεράνου Τζον Μάθεσον («Μονομάχος», «Λόγκαν», «Παν», «Robin Hood» με τον Ράσελ Κρόου).         

Η νεαρή Μαίρη (Σίρσα Ρόναν – καλή) στην ηλικία των 15 ετών, παντρεύτηκε για να κληρονομήσει το θρόνο της Καθολικής Γαλλίας. Στα 18 της όμως έμεινε χήρα και αψήφησε τις πιέσεις να ξαναπαντρευτεί. Αντ’ αυτού, επέστρεψε στη μητρική της Σκοτία για να διεκδικήσει τον θρόνο που της ανήκε δικαιωματικά. Στο μεταξύ, η Σκοτία και η Αγγλία βρίσκονται κάτω από την εξουσία της επιβλητικής Ελισάβετ Ι (Μάργκοτ Ρόμπι  – καλή).

Οι Προτεστάνες έχουν ξανά τον έλεγχο και ο ετεροθαλής αδελφός της Μαίρη κινεί τα νήματα ερήμην της. Οι δυνάμεις εξουσίας στη Σκοτία, ενταγμένες στον καθολικισμό θεωρούν ότι μια γυναίκα στο θρόνο είναι μια πράξη ενάντια στη φύση και στο θέλημα του Θεού.

Η Ελισάβετ αντιμετωπίζει τις δικές της πιέσεις να κάνει διπλωματικό γάμο για χάρη του Αγγλικού θρόνου. Η Μαίρη θα καταλάβει σύντομα ότι σχηματίζεται μια συνωμοσία εναντίον της, μια λαϊκή εξέγερση, αλλά και ένα συνεχές κύμα μισογυνισμού που την θέτει υπό αμφισβήτηση. Οι δυο γυναίκες αλληλοθαυμάζονται και τους δένει το γεγονός ότι γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει μια γυναίκα σε θέση εξουσίας. Ανάμεσά τους θα καλλιεργηθεί μια σχέση καχυποψίας, φόβου αλλά και γοητείας.

 

«Το Νησί της Αποπλάνησης»

(Serenity)

 

  • Είδος: Ερωτικό noir θρίλερ
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Στίβεν Νάιτ
  • Με τους: Μάθιου ΜακΚόναχεϊ, Αν Χάθαγουεϊ, Ντάιαν Λέιν, Τζέισον Κλαρκ, Τζέρεμι Στρονγκ, Ντζιμόν Χονσού
  • Διάρκεια: 100‘
  • Διανομή: Odeon

Ένας καπετάνιος αλιευτικού που έχει αποσυρθεί σε ένα μικρό νησί της Καραϊβικής θα έρθει αντιμέτωπος με το σκοτεινό παρελθόν του που έρχεται για να τον στοιχειώσει και να τον εγκλωβίσει σε μια νέα πραγματικότητα που δεν είναι αυτό που δείχνει.

Από τον υποψήφιο για Όσκαρ σεναριογράφο και σκηνοθέτη Στίβεν Νάιτ (Σε Λάθος Χρόνο, Επικίνδυνες Υποσχέσεις, Peaky Blinders), τον βραβευμένο με Όσκαρ παραγωγό Γκρεγκ Σαπίρο (The Hurt Locker, Zero Dark Thirty) και τους βραβευμένους με Όσκαρ ηθοποιούς Μάθιου Μακ Κόναχι (Interstellar, Ο Λύκος της Wall Street, Dallas Buyers Club) και Αν Χάθαγουεϊ (Interstellar, Οι Άθλιοι, Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή) έρχεται ένα συναρπαστικό θρίλερ γεμάτο ανατροπές και μυστήριο.

Η ιδέα για την ταινία γεννήθηκε όταν ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Στίβεν Νάιτ ψάρευε και παρατηρούσε τον καπετάνιο. «Ο καπετάνιος ήταν μια πολύ ξεχωριστή φυσιογνωμία. Όλοι οι ψαράδες έχουν εμμονή με κάποιο συγκεκριμένο ψάρι που θέλουν να πιάσουν. Η ιδέα ότι κάποιος είναι τόσο εμμονικός με κάτι εμφανίστηκε στο μυαλό μου και ξεκίνησα να εξερευνώ τον χαρακτήρα αυτού του ανθρώπου, ποιος είναι, πού ήταν, γιατί ήταν εκεί», αναφέρει ο Νάιτ.

Με μια πρώτη ματιά η ταινία είναι η ιστορία κάποιου ψαρά που επιδιώκει να πιάσει ένα συγκεκριμένο ψάρι, όμως ο σκηνοθέτης θέλει οι θεατές να δουν το βαθύτερο νόημα, μπορούν να επιλέξουν να δουν το ως ένα κλασικό θρίλερ ή να επιλέξουν να το δουν σαν κάτι διαφορετικό. «Με ιντριγκάρει πάντα η ιδέα ότι καλοί άνθρωποι κάνουν άσχημα πράγματα για καλό λόγο και αυτό ακριβώς συμβαίνει στην ταινία. Με ενδιαφέρει η ιδέα της επιλογής και της ελεύθερης βούλησης. Ήθελα να πάρω έναν χαρακτήρα και να τον βάλω σε έναν κόσμο που κάνει τις δικές του επιλογές και σιγά σιγά να αρχίσει να αναρωτιέται αν είναι δικές του οι επιλογές ή αν του επιβάλλονται με κάποιον τρόπο», εξηγεί ο Νάιτ.

Αν και δεν πρόκειται για ένα κλασικό νουάρ θρίλερ η ταινία είναι ένα φόρος τιμής σε κλασικά φιλμ του είδους όπως και στη λογοτεχνία. «Από πλευράς διαλόγων και αίσθησης είναι ένα κλείσιμο του ματιού στον Ερνεστ Χέμινγουεϊ και στον Γκράχαμ Γκριν, όπως επίσης σε κάποιες ταινίες του ’40 και του ’50», σχολιάζει ο Νάιτ. Η φωτογραφία και τα κοστούμια συνηγορούν σε αυτή την άποψη και το αποτέλεσμα είναι μοναδικό. Η ατμόσφαιρα της ταινίας έχει στοιχεία από νουάρ φιλμ και μυθιστορήματα.

Προβάλλονται επίσης:

Η ιστορία της Τσέχας Ολγκα Χεπνάροβα «Εγώ, η Όλγα» των:  Πετρ Κάζντα, Τόμας Βάινρεμπ (Filmboy)

Το ντοκιμαντέρ «Χίτλερ εναντίον Πικάσο και των Άλλων» του Κλαούντιο Πόλι (Filmtrade)