fbpx

«Φυλετικό «Πράσινο Βιβλίο» και ο γέρων νεανίας Κλίντ Ίστγουντ ανοίγουν θεαματικά την αυλαία του 2019» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ζοριστήκαμε, βιαστήκαμε, τον υμνολογούσαμε, τον φέρναμε και από τον μήνα Οκτώβριο τον αναφέραμε. Εδώ και τρεις μήνες στρώναμε το χαλί για να το πατήσει ένδοξα. Ήρθε τελικά! Πλουμιστός, αεράτος με πολύχρωμα πυροτεχνήματα στους νυχτερινούς ουρανούς, θριαμβευτικές φωταψίες, λες και ζούσαμε απελευθέρωση κράτους από σκοτεινό, κατοχικό ζυγό, μουσικές, αγκαλιές, φιλιά, φιέστες, γιορτάσια, λουκούλλεια δείπνα, λογής καμώματα στα τραπέζια της θεάς Τύχης, ακόμα και ο πιο ταπεινός και ο πιο στερημένος έκανε το κάτι τις του ως προς την υποδοχή του νέου χρόνου. Εσείς πράξατε τα δέοντα;

Ρόδι σπάσατε; Την γούρικη κρεμμύδα την απιθώσατε στο σπιτικό σας; Αγνοήσατε από την φετινή σας μάζωξη τον μαθηματικά και γεωμετρικά αποδεδειγμένο καντέμη, που πέρσι πρυτάνευσε η πονοψυχιά σας, τον προσκαλέσατε και σας πήγαν όλα σαν ταινία απόλυτης καταστροφής; Βγήκατε από την εξώπορτα και ξαναδιαβήκατε άπαξ το κατώφλι της οικίας σας με το δεξί; Φτύσατε τον κόρφο σας τρις προφέροντας απαξιωτικά τον τρισκατάρατο, τετραψήφιο αριθμό του προηγούμενου έτους; (αυτό μόνο για όσους τους πήγε πριονοκορδέλα το πέρσι) Καταραστήκατε την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση; Ευχηθήκατε, οι φιλικά προσκείμενοι της υπάρχουσας πολιτικής κατάστασης, να κερδίσει ξανά το κόμμα και να είστε πάλι στα πράγματα;

Περιστραφήκατε ωσάν δερβίσηδες τρις και ξανά τρις δεξιόστροφα πέριξ του άξονος σας, ψελλίζοντας ενθαρρυντικό, προστατευτικό, θρησκευτικό μάντραμ καλοτυχίας με επίκεντρο ενδιαφέροντος εσάς και το νέο έτος; Κατεβάσατε τον γενικό διακόπτη του ηλεκτρικού ρεύματος στις 12 ακριβώς, δημιουργώντας συνθήκες ερέβους στο σπίτι, κι έπειτα ξανά φως; Φορούσατε τα παπούτσια σας, για να μην σας βρει ξυπόλυτους ή με παντούφλες το new year; Εγερθήκατε ευθύς από τα τραπέζια της κραιπάλης, τουλάχιστον δυο λεπτά, πριν την αλλαγή του χρόνου; Κοιτάξατε με πίστη και απόγνωση τον βραδινό ουρανό, θέτοντας άηχα τις μύχιες επιθυμίες σας, μην τυχόν έστησαν αυτί οι υπόλοιποι της παρέας και έβαλαν τα ίδια θέλω με εσάς; Αναγκαστήκατε να ανταλλάξετε θερμές ευχές και ασπασμούς με αντιπαθητικά πρόσωπα, που ούτε ζωγραφιστά δεν θέλατε να τα δείτε και, ω την ατυχία μου μέσα, ήταν προσκεκλημένοι στο ίδιο σπιτικό ρεβεγιόν;

Φιλήσατε παρατεταμένα, με τακτ βέβαια, αγκαλιάσατε σφιχτά, κι αυτό με προσοχή, τον ανεκδήλωτο έρωτα σας, που τέσσερα χρόνια τώρα δεν έχετε ακόμα φανερώσει τα αισθήματα σας στο πρόσωπο του; Χορέψατε, οι κύριοι, την πρώτη μερακλωμένη ζεϊμπεκιά, οι κύριες, λικνίστηκαν με το πρώτο, ερωτικό τσιφτετέλι του νέου έτους στα ξενυχτάδικα; Απαξάπαντες της παρέας χορέψατε βακχικά πιασμένοι χέρι χέρι το πρώτο νησιώτικο στην πίστα αμέσως μετά την τρε μπανάλ, πανηγυρτζίδικη ευχή του παρευρισκόμενου αοιδού: «Ευτυχισμένος ο Καινούργιος Χρόνος σε όλους τους μάγκες και τα όμορφα μωρά!»;

Ήταν γενναίος ο λογαριασμός στις λουλουδούδες τρία λεπτά μετά το μεσονύκτιο για 365 ανθόσπαρτες ημέρες; Καλέσατε δεκάδες τηλεφωνήματα; Λάβατε άλλα τόσα; Στείλατε εκατοντάδες τυποποιημένα μηνύματα-ευχές ακόμα και στην κουτσή Μαρία; Κυρίες μου δεχτήκατε κάποιο μήνυμα από κάποιον που σας αντέγραψε, δηλαδή, στην παραζάλη της βραδιάς ξέχασε ότι έκανε κλόπιραϊτ το κείμενο σας και μετά από πέντε λεπτά σας το «φόρτωσε» στο κινητό ως ευφυέστατη ευχή εκπορευόμενη από τα άδολα φυλλοκάρδια του; Κύριοι μου, ήσασταν προσεκτικοί προς ποία κατεύθυνση διαβιβάζατε τα μηνύματα-ευχές; Βγάλατε selfie ακριβώς την στιγμή της αλλαγής του χρόνου για να έχετε να θυμάστε; Θυμηθήκατε κάποιον πρόσφατο, εγκαταλελειμμένο έρωτα σας, που επιδίδεται σε ύπτιο και πεταλούδα στα μαύρα πελάγη της μοναξιάς του για να ευχηθείτε, έστω, μια ανθρώπινη «Καλή Χρονιά»;

Εμείς πάντως σας διαβεβαιώνω, πως τίποτα από τα παραπάνω καθιερωμένα δεν πράξαμε, εκτός των ασπασμών, των ευχών και κάποιων τηλεφωνημάτων και μηνυμάτων. Φάγαμε του σκασμού, ήπιαμε την ερυθρά θάλασσα σε φιλικό σπίτι με άφθονη μουσική, είδαμε στο Netflix το «Bird Box» με την Σάντρα Μπούλοκ και τον Τζον Μάλκοβιτς (δεν μπορώ να πω, ότι τρελαθήκαμε), σχολιάσαμε, κουβεντιάσαμε, ξαναφάγαμε, ξαναήπιαμε, γελάσαμε με την καρδιά μας και φύγαμε για τα σπίτια μας στις 4 ξημερώματα για τον πλανήτη κρεβάτι και παρέα με τον Μορφέα αποκοιμηθήκαμε καταευχαριστημένοι.

Νέο έτος, λένε ότι είναι, και κάθε χρόνο επιμένουν για αυτό. 2019 αριθμείται και είθε να είναι για όλους μας, με όποιον τρόπο έχει το ίδιο αποφασίσει να είναι, το καλύτερο από κάθε άλλο. Απλά, ας το απολαύσουμε!

«Το Πράσινο Βιβλίο»

(Green Book)

 

  • Είδος: Κοινωνικό road movie
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πίτερ Φαρέλι
  • Με τους: Βίγκο Μόρτενσεν, Μαχερσάλα Άλι, Λίντα Καρντελίνι
  • Διάρκεια: 130’
  • Διανομή: Spentzos Film

Ταινία που τιμά την τέχνη του σινεμά. Από αυτές που βλέπεις και ξαναβλέπεις, θαυμάζοντας, εκτός της σκηνοθεσίας, της ατμόσφαιρας και της μουσικής, τις εκπληκτικές ερμηνείες δυο ηθοποιών σε εντελώς ετερόκλητους ρόλους, επικυρώνοντας το πάσο για 5 υποψηφιότητες Χρυσής Σφαίρας, τόσο ως ταινία στο σύνολο της, όσο και οι πρωταγωνιστές της σε αντίστοιχες κατηγορίες. Καλοδουλεμένο male, buddy, road movie genre, που σέβεται τον εαυτό του, τον θεατή και «αέρα» τοποθετείται πλάι σε αξιόλογες του κινηματογραφικού είδους.

Δεκαετία του ‘60, λευκός και φυλετιστής μπρούτος, που δουλεύει ως μπράβος για την ιταλική μαφία, ένα good fella δηλαδή, «υπηρετεί» μαύρο, μορφωμένο, περιζήτητο, σολίστα πιάνου σε ένα ταξίδι στον βαθύ, «καυτό» φυλετικό, αμερικανικό νότο. Αξιόλογο και ιντριγκαδόρικο θέμα, με τον ανεπανάληπτο Βίγκο Μόρτενσεν να γαζώνει από την μια και τον αποκαλυπτικό Μαχερσάλα Άλι (Moonlight) να κεντάει από την άλλη.

Ο Βίγκο για μια φορά ακόμα πειθαρχημένος, άψογος και ακριβής σαν αλφάδι στον ρόλο του, με ιταλοαμερικάνικη προφορά (γνωρίζει την ιταλική γλώσσα πολύ καλά) να σκίζει και ο Μαχερσάλα, η πεμπτουσία του σικ, του class και του κυνισμού σε μαύρη έκδοση, που σε αφήνει σέκο.  

Ο εις εκ των δυο αδελφών Φαρέλι (γνωστοί και οι δυο σκηνοθέτες-παραγωγοί για τις επιτυχημένες, προβοκατόρικες και ακραία σατυρικές ταινίες τους) με αυτή την ταινία, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, ο Πίτερ Φαρέλι χαϊδεύει ευγενικά και συνάμα ουσιαστικά το σώμα της κινηματογραφικής τελειότητας. Σε σενάριο του Νικ Βιλαλόνγκα (ο γιός του πραγματικού ήρωα Τόνι Βιλαλόνγκα και παραγωγός του σινεμά και της τηλεόρασης), μαζί με τον Φαρέλι έστησαν ένα σενάριο μακριά από μελοδραματισμούς και καταγγελίες περί φυλετικών διακρίσεων, στηρίζοντας ακλόνητα τον άξονα της φιλίας που ορθώνεται από διαφορετικές οπτικές και απόψεις. Κοινωνική και πολιτική σάτιρα, χιούμορ, έντονες στιγμές, ανθρωπιά και μετασχηματισμοί χαρακτήρων συνθέτουν αυτήν την πραγματικά πανέμορφη ταινία.  

Τι είναι όμως το «Πράσινο Βιβλίο»; Το «Green Book» είναι μια νότα, ένα βιβλίο οδηγιών δηλαδή, γνωστό στην αμερικανική ιστορία και ως «The Negro Motorist Green Book», που δινόταν στους μαύρους ταξιδιώτες με προορισμούς τις διάφορες πόλεις τους φυλετικού νότου και στις σελίδες του ήταν καταγεγραμμένα τα διάφορα ασφαλή καταλύματα και τα εστιατόρια, που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι έγχρωμοι, δίχως να προκαλέσουν φασαρίες και εντάσεις στον φιλήσυχο, λευκό πληθυσμό.

Ως ταινία, τώρα, το «Green Book» είναι αυτό που θέλεις να γελάσεις νευρικά (γελάς αρκετά στα 130’ προβολής), αλλά και θυμωμένα με όλα όσα συμβαίνουν, ενώ παράλληλα σε καταλαμβάνει το guru, coolness spirit, που ξεπετάχτηκε σαν τζίνι από την ψυχή και το απαθές, κατασταλαγμένο σκεπτικό του μαύρου πιανίστα, του δόκτορος Ντον Σίρλεϊ με το όνομα, οπότε ψελλίζεις στωικά, πως, διάολε, αυτοί είναι οι λασπόκαρδοι, ασπρουλιάρηδες, οι μακελάρηδες μετανάστες, που προκάλεσαν όλα τα δεινά δύο λαών, των Ινδιάνων και των μαύρων και δεν αλλάζουν μηδέ με έναν, μηδέ με δυο, μηδέ με σαράντα δυο κούκους.

Κι όπως ρωτάει ο Τόνι κάποια στιγμή στην ταινία έναν από τους μουσικούς του τρίο: « Γιατί χαμογελάει και σφίγγει το χέρι στους λευκούς;» λαμβάνει την απάντηση: «Γιατί θέλει μεγάλο θάρρος να αλλάξεις την καρδιά των ανθρώπων».

Ευγνωμονώ τους βασανιστές, τους δυνάστες και όλους όσους κατάφεραν να με πονέσουν γιατί ήταν η αιτία και η αφορμή να γίνω καλύτερος από αυτούς.        

Το 1962, ο οικογενειάρχης, αμερικανο-ιταλός «Τόνι Λιπ» Βιλαλόνγκα (Βίγκο Μόρτενσεν – υ-π-έ-ρ-ο-χ-ο-ς!!!) από το Μπρονξ, είναι ο σκληρός μπράβος, που εργάζεται σε καμπαρέ της μαφίας. Ψάχνει για δουλειά έπειτα από το αιφνίδιο σφράγισμα του νυχτερινού κέντρου λόγω «ανακαίνισης». Η πιο ελπιδοφόρα πρόταση για εργασία είναι να γίνει ο οδηγός και ο «υπηρέτης» του διάσημου αφρο-αμερικανού, πιανίστα, κλασσικού ρεπερτορίου, του δόκτορος Ντον Σίρλεϊ (Μαχερσάλα Άλι – φ-α-ν-τ-α-σ-τ-κ-ό-ς!!!) για μια σειρά συναυλιών που έχει αναλάβει σε πόλεις του σκοταδιστικού, αμερικανικού, φυλετικού Νότου.

Το «Δόκτωρ» είναι πραγματικός προσδιορισμός και όχι κάποιο nickname, καθώς ο μορφωμένος, μαύρος μουσικός είναι κάτοχος δυο διδακτορικών και η γλωσσική του ευφράδεια σε συνδυασμό με τις γνώσεις και την άποψη που έχει για τους λευκούς και τους ομόχρωμους Αμερικανούς είναι αφοπλιστικά ολόσωστη. Παρόλο που δεν είναι καθόλου ενθουσιασμένος ο Τόνι στο να εργαστεί για έναν μαύρο άνδρα, αποδέχεται τη δουλειά και ξεκινούν την περιοδεία τους με οδηγό το «Πράσινο Βιβλίο» για ασφαλή ταξίδια μέσω του φυλετικού διαχωρισμού της Αμερικής.

Ο αριστοκρατικός στην όψη, ο ευγενικός, ο κομψός, ο καλοντυμένος πιανίστας και ο απίστευτα πρακτικός, ο μπρουτάλ, με το μπυρόκοιλο Ιταλός μπράβος (ο Μόρτενσεν πήρε κιλά για τον ρόλο), ανοίγουν τα προσωπικά τους πεδία και για το πως αντιλαμβάνεται ο καθένας την ζωή, καθώς το ετερόκλητο ζευγάρι ζει και υπομένει φόρα παρτίδα τις τρομερές αδικίες της Αμερικής.

Στην διάρκεια του ταξιδιού τους ανακαλύπτουν τον απαιτούμενο σεβασμό ως προς τα ταλέντα και την καρδιά του άλλου για να αντιμετωπίσουν μαζί κάθε όνειδος και αισχρότητα από τις άθλιες αντιλήψεις των συμπατριωτών τους. Με αυτόν τον τρόπο, θα καλλιεργήσουν μια φιλία με κατανόηση που θα αλλάξει τις ζωές και των δυο.

«Το Βαποράκι»

(The Mule)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα, περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ
  • Με τους: Κλιντ Ίστγουντ, Μπράντλεϊ Κούπερ, Λόρενς Φίσμπερν, Μάικλ Πένια
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Tanweer

Αεικίνητος, λαμπερός, δημιουργικός, μοντέρνος, ακούραστος και ακόμα σαράντα χαρακτηρισμούς μπορώ να γράψω για τον μοναδικό Κλιντ των 89 Μάιων και την φυσική, αλλά και την νοητική του κατάσταση. Είναι από τους σκηνοθέτες που γνωρίζουν τις τεχνικές του σινεμά, δεν σε κουράζει, κάτοχος τεσσάρων Όσκαρ Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας. Από το μελωδικό, βιογραφικό «Bird» (1988) με την ζωή του Τσάρλι Πάρκερ και το αξεπέραστο μεταγουέστερν των «Ασυγχώρητων» (1992), μπήκε πολύ νερό στο δημιουργικό αυλάκι του ηθοποιού και σκηνοθέτη και μάλιστα γάργαρο και δροσερό νερό. Έπειτα από το «Gran Torino» του 2009 ο Κλιντ σκηνοθετεί και ταυτόχρονα πρωταγωνιστεί.

Ο κινηματογράφος του Κλιντ, πάντα με την ιδιότητα του παραγωγού και του σκηνοθέτη, είναι μια ολόκληρη ιστορία, που η κάθε ταινία του ξεχωριστά δεν μοιάζει με την προηγούμενη ούτε με την επόμενη. Σε αυτή την ηλικία ακόμα φτιάχνει πρωτότυπα πράγματα σαν να υπάρχει ένα προσωπικό του στοίχημα με την 7η Τέχνη, που ερμηνεύεται, ως μια υποσχετική πως κάθε φορά θα είναι πιο μπροστά και ποτέ δεν θα μανιερίζει. Έτσι η Μούσα του προσφέρει σφρίγος, ζωή, δύναμη, έμπνευση και ο Ίστγουντ προχωράει ακάθεκτα, ο μπαγάσας, τιμώντας αυτό το δώρο.

Το «Βαποράκι» είναι η ταινία που τινάζει τους ψύλλους από το λευκό σεντόνι της Αμερικής, στραπατσάρει το γνωστό «όνειρο», όπως το βιώνει ένας ψιλο-ζαμανφού γεράκος που χρεοκοπεί η κάποτε ανθηρή επιχείρηση του, το σπίτι του βγαίνει στο σφυρί και η οικογένεια του δεν θέλει μήτε να τον δει, μήτε να τον συναντήσει, στρέφοντας την ανθρώπινη πυξίδα στις αξίες της οικογένειας.

Η σκηνοθεσία είναι προσανατολισμένη στον σύγχρονο ρυθμό κινηματογράφησης με ωραιότατα ανοιχτά πλάνα να καταλήγουν κεντραρισμένα στο σημείο ενδιαφέροντος, δίχως ο Ίστγουντ να αμελεί την παλιά σχολή του μοντάζ που διαθέτει ειρμό και σωστές ανάσες. Σενάριο εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα (άρθρο του New York Times Magazine με τον τίτλο: «The Sinaloa Cartel’s 90 – Year Old Drug Mule») και διαμορφωμένο από τον έμπειρο γραφιά Νικ Σενκ της τηλεοπτικής σειράς «Narcos», αλλά και των κινηματογραφικών «Gran Torino» και του «Δικαστή» με τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζ.

Η επιλογή των συμπρωταγωνιστών εκλεκτή κι αυτή, ξεκινώντας από τον αγαπημένο «μαθητή» και φίλο του Κλιντ, Μπράντλεϊ Κούπερ, τον Λόρενς Φίσμπερν, τον Μάικλ Πένια, αλλά και τον αξιαγάπητο Άντι Γκαρσία στον ρόλο του ναρκο-βαρώνου. Ωραία, τολμηρή ταινία στο κάδρο του κοινωνικού δράματος δίχως να απουσιάζει η περιπέτεια και η δράση δια χειρός του γεροντόβραχου και πάντα νέου Κλιντ Ίστγουντ.

Ο Ερλ Στόουν (Κλιντ Ίστγουντ – πολύ καλός), είναι ο ανθοκόμος που όλοι εμπιστευόντουσαν για την καλή ποιότητα των σπόρων και των λουλουδιών του. Άριστος και δίκαιος επαγγελματίας που έχρηζε εκτιμήσεως στον χώρο του, δίνοντας συνάμα και καλές συμβουλές περί οικογενειακής φροντίδας,  ενώ ο ίδιος ούτε στον γάμο της κόρης του δεν πήγε. Στην αυγή των 90 χρόνων βρίσκεται μόνος, χρεωκοπημένος και άστεγος. Αρχίζει να αντιλαμβάνεται τα λάθη του, αλλά είναι αργά.

Ο Ερλ ούτε με την χωρισμένη γυναίκα του, την Μέρι (Ντάιαν Γουίστ – πάντα υπέροχη και γλυκιά)  αλλά ούτε και με την κόρη του, Άιρις (Άλισον Ίστγουντ – κόρη του Κλιντ, καλή) έχει τις καλύτερες των σχέσεων, ενώ την ίδια στιγμή παντρεύεται η εγγονή του Τζίνι (Τάισα Φάρμιγκα- κόρη της ηθοποιού Βέρα Φάρμιγκα – καλή), η οποία αγαπάει τον παππού της, αλλά ο γέρος καθότι άφραγκος δεν μπορεί να υποστηρίξει οικονομικά τον γάμο της αγαπημένης του εγγονής, βλέποντας τα χρήματα ως μέσο για να κερδίσει πάλι την αγάπη των δικών του ανθρώπων.

Ένας τυπάκος από τους καλεσμένους στο πάρτι της εγγονής του τον πλησιάζει, διακρίνοντας την δυσμενή οικονομική θέση που βρίσκεται ο ηλικιωμένος και προτείνει στο Έρλ να δουλέψει ως οδηγός, καθότι έχει μεγάλη ευχέρεια με τα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων, μεταφέροντας «πράγματα» για κάποιους που πληρώνουν καλά. Ο Ερλ γίνεται το «βαποράκι» μεταφέροντας ναρκωτικά για το μεγάλο καρτέλ της Σιναλόα με αρχηγό τον «βαρώνο» Λάτον (Άντι Γκαρσία – πολύ καλός).

Κανείς από την D.E.A. και τον πράκτορα Κόλιν Μπέιτς (Μπράντλεϊ Κούπερ – καλός), που έχει βάλει σκοπό να εξαρθρώσει το καρτέλ, δεν μπορεί να φανταστεί, ότι το πιο πετυχημένο βαποράκι μεταφοράς σοβαρών ποσοτήτων κόκας, το «Mule», το μουλάρι δηλαδή, είναι ένας παπουλάκος ετών 90. Στην σκακιέρα του υποκόσμου ως γνωστόν τα πράγματα είναι ρευστά και οι αλλαγές επηρεάζουν τους πάντες.     

«Η Άγρια Αχλαδιά»

(Ahlat Agaci / The Wild Pear Tree)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Τουρκία, Σκόπια, Γαλλία, Γερμανία, Βοσνία, Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Σουηδία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν
  • Με τους: Ντογκού Ντεμιρκόλ, Μουράτ Σεμσίρ, Χαζάρ Εργκουκλού
  • Διάρκεια: 188‘
  • Διανομή: Ama Films

Ο βραβευμένος με τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών για την «Χειμερία Νάρκη» (2014), ο Τούρκος σκηνοθέτης Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν είναι ο άνθρωπος που φιλμάρει «ποιητικές» ταινίες δίχως ίχνος φαντασίας. Το σινεμά του Τσεϊλάν είναι άψογα ταξινομημένο στον απόλυτο ρεαλισμό διανθισμένο μάλιστα από την ποιητικότητα μιας γόνιμης  μελαγχολίας, που πλάνο πλάνο οδηγεί τον θεατή στην διαλογική του σκηνοθέτη. Δεν μπερδεύει, δεν ξεγελά, δεν παραπλανά, γιατί δεν γνωρίζει αυτό το παιχνίδι. Κάθε του στιγμή είναι ό,τι σκέφτεται, όπως κάθε του εικόνα είναι αυτό που σκέφτεται.

Ο Τσεϊλάν έπειτα από την «Χειμερία Νάρκη» και στα τέσσερα χρόνια που πέρασαν μέχρι την παρούσα «Άγρια Αχλαδιά» η Τουρκία ως χώρα πέρασε μέσα από το μάτι της βελόνας, αλλάζοντας κυριολεκτικώς ρότα από την αρχική που είχε καταδείξει ως κράτος προόδου και ευημερίας. Το νόμισμα γύρισε τούμπα και αυτή η αλλαγή είναι καθολικά αποτυπωμένη στη καινούργια ταινία του, όπου κυριαρχεί ο λόγος και όχι οι εικόνες. Άρα ο Τσεϊλάν έχει πράγματα να πει και η ανάγκη του να εκφραστεί καλλιτεχνικά, καταλήγει ξανά σε ένα μακράς διάρκειας φιλμ των 188 λεπτών, ίδιος χρόνος περίπου με την προηγούμενη ταινία του.

Συγκαταλέγεται στους πολυλογάδες και κουραστικούς σκηνοθέτες, που ανακυκλώνουν την θεματική τους; Όχι, αντιθέτως. Είναι μεστός αλλά αθεράπευτα κλειστός, εσωστρεφής και συνάμα θεραπευτικά εκρηκτικός. Καλός χρήστης της κινηματογραφικής κάμερας, ξέρει να στήνει το σενάριο και η ροή μοιάζει σαν να ξεδιπλώνεις αργά και τελετουργικά, χειροποίητο χαλί, περιμένοντας μέχρι το τέλος να εμφανιστεί η έκπληξη.

Αν και μοιάζει σαν να μην θέλει να τελειώσει την ιστορία του, λες και την έχει ανάγκη για τον δικό του εσωτερικό εξαγνισμό, τις προσωπικές του απαντήσεις, πάραυτα προσκαλεί ελεύθερα τον θεατή να τον ακολουθήσει σε μια περιπατητική αφήγηση, ερευνώντας μια Τουρκία που προφανώς έχασε τον προσανατολισμό της, να βυθίζεται αργά και σταθερά στο πηχτό και ασφυκτικό σκοτάδι. Κάτι σαν το παλιό που επιμελώς και με ιδιοτέλεια θάβεται βαθιά από το καινούργιο. Οι μνήμες σημαντικές για τον Τσεϊλάν, όπως και τα σύγχρονα αντανακλαστικά εξ’  ίσου σημαντικά για την αντιμετώπιση του όποιου κινδύνου ελλοχεύει στον ανθρώπινο ορίζοντα, αλλά και στα αφύλακτα νώτα, οπότε οι πολιτισμικές συγκρούσεις αναπόφευκτες.

Ο ορίζοντας είναι ο γιός και το παρελθόν ο πατέρας. Και οι δυο τους στην κόψη ενός φθαρμένου σχοινιού, που σύντομα θα κοπεί, ισορροπούν αδέξια, φοβικά στο σήμερα διαπιστώνοντας, πως δεν θα προλάβουν να διανύσουν την απόσταση για να σωθούν.

Ο Σινάν μόλις τελείωσε τις σπουδές του και επιστρέφει στο χωριό και την οικογένεια του. Το ταξίδι της μόρφωσης στο πανεπιστήμιο, εκεί στην ανοιχτωσιά της πολύβουης και πολυσυλλεκτικής πόλης συρρικνώνεται απότομα στον μικρόκοσμο της επαρχίας.

Ο Σινάν θέλει να εκδώσει το βιβλίο που έγραψε με κάθε κόστος. Ο πατέρας του είναι ο συνταξιούχος δάσκαλος Ίντρις, που κάποτε ακολουθούσε το βήμα της ζωής με βαθιές, γεμάτες ανάσες, ενώ τώρα εθισμένος στον τζόγο χρωστάει και της Μιχαλούς να τον καταδιώκουν οι δανειστές του. Η μητέρα του, μια τραγική, γυναικεία φιγούρα παγιδευμένη στον ιστό του κώδικα των αξιών, συγχωρεί συνεχώς τον άνδρα της, είτε από αγάπη, είτε από οίκτο.

Ο Σινάν αρχίζει να δυσανασχετεί βλέποντας αυτή την κατάντια και το μόνο ενδιαφέρον του πατέρα του, εκτός του τζόγου, είναι ένα πηγάδι που ολοένα το ανοίγει, το βαθαίνει προσπαθώντας να το δει να αναβλύζει νερό, ενώ όλοι γνωρίζουν πως νερό δεν υπάρχει. Ένας σχολικός του έρωτας, η Χατιτζέ, που την συναντά έπειτα από χρόνια, φοράει μαντήλα και είναι δοσμένη με προξενιό από τους δικούς της σε έναν παραλή, ηλικιωμένο κοσμηματοπώλη για να αποδράσει η κοπελιά από την μιζέρια.

Θρησκεία, πολιτική, πνευματικότητα και τέχνες κυκλώνουν τον νεαρό Σινάν μέσα από ιμάμηδες, συγγραφείς, φίλους, συγγενείς και οι συγκρούσεις σε όλα τα επίπεδα μοιάζουν με συνειδησιακό οδοιπορικό στους χώρους του παλαιού και του νέου. Το χρήμα, η ύλη, η κινητήριος δύναμη της σύγχρονης εποχής αιωρείται σαν σκοτεινό, εκδικητικό στοιχειό σε κάθε πεδίο δράσης.  Ο Σινάν, άλλοτε γεμάτος θυμό, εκρηκτικός και χειμαρρώδης, κι άλλοτε μπερδεμένος, συγχυσμένος, που δεν επιθυμεί να καταλήξει όπως ο πατέρας του, δεν θέλει να συνεχίσει την ζωή του παραδομένος στην μικροψυχία και την οπισθοδρομικότητα που βιώνει το χωριό του.

«Destroyer»

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ, Δράμα
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Καρίν Κουσάμα
  • Με τους: Νικόλ Κίντμαν, Σεμπάστιαν Σταν, Τατιάνα Μασλάνι, Τόμπι Κέπελ
  • Διάρκεια: 123’

Ακόμα μια γυναικεία ερμηνεία που θα φιλοξενηθεί στην σάλα των φετινών Χρυσών Σφαιρών. Η Νικόλ Κίντμαν αλλαγμένη, μεταμορφωμένη με την εξάρτηση της μυστικής ντεκντέκτιβ-μπατσίνας σε δύσκολη αποστολή για την εξάρθρωση παρανοϊκής συμμορίας που αποψιλώνει τραπεζικά καταστήματα.

Σε μια ιστορία 16 χρόνων, που την ζούμε περιληπτικά, η όμορφη Νικόλ μεταμορφώνεται σε ένα ράκος λόγω της αποτυχημένης έκβασης που είχε τότε η αποστολή της. Ε και; Δηλαδή της στοίχησε της γυναίκας που το φιάσκο κατέληξε με την δολοφονία του συναδέλφου και αγαπημένου της, επίσης συνεργάτη στην ίδια αποστολή. Έπεσε στα πατώματα η γυναίκα και έγινε η σκιά του εαυτού της, παραμέλησε την θυγατέρα της που κατάντησε αλάνι το κοριτσάκι, με μοναδικό σκοπό στην ζωή της να πιάσει η μπατσίνα κάποια στιγμή τον ψυχάκια αρχηγό της συμμορίας, που την έκανε Λούης με τα φράγκα. Όλα αυτά πριν 16 χρόνια.

Police story με κεντρικό πρόσωπο μια γυναίκα που ζητάει εκδίκηση, σκηνοθετημένη από την βραβευμένη στο Sundance Αμερικάνα, ιαπωνικής καταγωγής, Καρίν Κουσάμα, («Girlfight» – 2000). Εκείνη η ταινία της πέρασε απευθείας στο ελληνικό δίκτυο διανομής dvd, όπως την ίδια τύχη είχε και η ταινία της επιστημονικής φαντασίας «AEon Flux» με την Σαρλίζ Θερόν. Η δε ταινία τρόμου «Σώμα που Σκοτώνει» με την Μέιγκαν Φοξ ήταν κυριολεκτικώς άβραστη πατάτα.

Η Κουσάμα διαχειρίζεται την γυναικεία ιδιοσυγκρασία και τον θυμό δίχως ιδιαίτερη οπτική, τέτοια που να ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες «θυμωμένες» κινηματογραφικές γυναίκες του είδους. Απλά, η Νικόλ Κίντμαν είναι μια έμπειρη ηθοποιός που επέλεξε να πρωταγωνιστήσει στο ταινιάκι της πρώην ανεξάρτητης σκηνοθέτιδας και νυν τηλεοπτικών σειρών, επιλογή που πολλοί stars ακολουθούν. Το σημαντικό είναι να πέσεις στο τζιμάνι, ανερχόμενο σκηνοθέτη και να αναδειχθεί ο πρωταγωνιστής μέσα από το σενάριο.

Εδώ, το φτωχό σε γραφή σενάριο από τον σύζυγο της Κουσάμα και παραγωγό Φιλ Χέι μαζί με τον συνεργάτη του Ματ Μανφρέντι, με ένα τέχνασα που αποκαλύπτεται στο φινάλε προσπαθεί να κερδίσει τις εντυπώσεις. Η μοναδική εντύπωση, πάντως, που προκάλεσε η ταινία είναι η ερμηνεία της Νικόλ Κίντμαν, που κι αυτή γδέρνει τους τοίχους της υπερβολής σαν να προσπαθεί να αγγίξει την ερμηνεία της Σαρλίζ Θερόν στο «Monster» σε πιο ήπια μορφή. Πέραν αυτής της επισήμανσης στην ταινία απλώνεται η μοναξιά της ερήμου Γκόμπι.              

Πριν από 16 χρόνια, η ντετέκτιβ του αστυνομικού τμήματος του Λος Άντζελες Έριν Μπελ (Νικόλ Κίντμαν – καλή) πήγε σε μυστική αποστολή στην Καλιφόρνια με σκοπό να εισχωρήσει σε μια συμμορία με αρχηγό τον τρομακτικό Σίλας (Τόμπι Κέπελ).

Όταν μια από τις βίαιες ληστείες τους αποτυγχάνει, η κάλυψη της Έριν χάνεται και ο Σίλας διαφεύγει. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Σίλας επιστρέφει πιο δυνατός και πιο επικίνδυνος από ποτέ, έχοντας καταστρώσει το σχέδιο της μεγαλύτερης τραπεζικής ληστείας στην ιστορία των ληστειών. Αυτή τη φορά όμως η Έριν θα τον σταματήσει.

«Μια Δεύτερη Ευκαιρία»

(Second Act)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Πίτερ Σίγκαλ
  • Με τους: Τζένιφερ Λόπεζ, Λία Ρέμινι, Βανέσα Χάντζενς, Τριτ Γουίλιαμς, Μίλο Βεντιμίλια
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Odeon

 

Η 43χρονη Μάγια (Τζένιφερ Λόπεζ) είναι μια ιδιοκτήτρια καταστήματος λιανικής πώλησης που παλεύει με τα απωθημένα και τα ανεκπλήρωτα όνειρά της. Μέχρι που αποκτά την ευκαιρία να αλλάξει τρόπο ζωής και να αποδείξει στους γιάπηδες της Μάντισον ότι το «σχολείο της ζωής» έχει την ίδια αξία με τα ακριβά κολέγια και πως ποτέ δεν είναι αργά για μια δεύτερη ευκαιρία.

Κατασκευάζει ένα ψεύτικο βιογραφικό με σπουδές στο Χάρβαρντ, μεταπτυχιακά και άλλα φανταχτερά, ενώ βάζει προϋπηρεσία σε εταιρείες μεγαθήρια. Οι φιλές της στήνουν ψεύτικο προφίλ στα μέσα κοινωνικής διαδικτύωσης, προβάλλοντας της ως γλωσσομαθή και σούπερ επιτυχημένη, περιζήτητη γιάπισσα. Με αυτά τα «μαϊμού» στοιχεία πιάνει δουλειά σε ένα τεράστιο οίκο γυναικείων προϊόντων καλλωπισμού. Ο ιδιοκτήτης είναι ένας πρώην της και η κόρη του ιδιοκτήτη είναι η κόρης της που την είχε εγκαταλείψει μωρό ακόμα στον πατέρα της, λόγω φτώχειας.

Ντεοφορμέ η Τζένιφερ Λόπεζ, αναμασά το γνωστό στιλ που αγάπησε το κοινό των κομεντί, μόνο που εδώ το θέμα είναι ένα ξαναζεσταμένο φαγητό και μάλιστα κάτι σαν χριστουγεννιάτικο fast food σε προσφορά συμφέρουσας τιμής.

Τίποτα το ιδιαίτερο, καθώς από το πρώτο δεκάλεπτο μέχρι τους τίτλους τέλους της ταινίας ξέρεις πως θα εξελιχθεί το σενάριο. Από αυτές τις αμερικάνικες ταινίες του γονάτου με την Τζέι Λο να περιδιαβαίνει σκάλες, γραφεία, διαμερίσματα ντυμένη από Αρμάνι και άνω.

Το περίεργο είναι, ότι εκείνη η δροσιά που είχε η Λόπεζ, το πικάντικο σε συνδυασμό με το εξωτικό νομίζω, πως χάθηκε και αντικαταστάθηκε με την μορφή μιας πενηντάρας που επιμένει να δανείζεται δικές της εικόνες από το παρελθόν.     

Προβάλλονται επίσης:

Η ταινία τρόμου «Escape Room» του Ανταμ Ρόμπιτελ (Feelgood Entertainment)

Το animation «Η Απίστευτη Ιστορία του Γιγάντιου Αχλαδιού» των: Φίλιπ Αϊνστάιν Λίπσκι, Γιόργκεν Λέρνταμ, Αμαλί Νέζμπι Φικ (Weird Wave)