fbpx

banner αεροδρομίου

«Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες, αλλά δεν γράφτηκαν για ταινίες» (Μέρος Α΄), του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Το συγκεκριμένο αφιέρωμα, πιθανώς να θεωρήσετε, ότι αφορά τους φανατικούς του είδους, εκείνους, δηλαδή, που η κινηματογραφική τέχνη είναι κάτι πέρα από μια απλή και ευχάριστη έξοδος ψυχαγωγίας, άπαξ δεκαπενθημέρου ή μηνιαίως και το θέμα σινεμά το έχουν απογειώσει σε πιο εξεζητημένες σφαίρες. Κάθε άλλο! Είναι μια σειρά άρθρων, αφιερωμάτων στο InTownPost.com, για όλους όσους εκτιμούν την τέχνη τού κινηματογράφου, ακόμα κι αν δεν κρατούν, ευλαβικά, σινε-ημερολόγιο για τις ταινίες που επιβάλλεται να δουν εβδομαδιαίως.

Η επιτυχημένη ταύτιση της μουσικής ή των τραγουδιών στην ηχητική μπάντα του, τότε, φιλμ και των  καρέ εικόνων, αυτών που φώλιασαν αιωνίως στις μνήμες και τις αισθήσεις του φιλοθεάμονος κοινού και συνειρμικά, ταχύτατα και εύστοχα το ένα φέρνει το άλλο, ερμηνεύεται συνήθως, ότι ο αριθμός των θεατών της όποιας ταινίας ξεπέρασε αριθμητικά κατά πολύ τον μέσο όρο θέασης, αφήνοντας πίσω του και εκείνον, τον καυτό πυρήνα των ακραιφνών κινηματογραφόφιλων.

Ανοίγουμε διάλογο με ταινίες που απόλαυσαν και οι μη φανατικοί της σκοτεινής, αίθουσας προβολής.  Κοινώς, αναφερόμαστε όχι μόνο σε «καλλιτεχνικές» δημιουργίες του είδους, αλλά και σε blockbusters. Καταλαβαίνεται, λοιπόν, πως θα ακολουθήσω, άλλοτε τραγουδιστά, άλλοτε χορευτικά και άλλοτε απολαυστικά τον μαγικό δρόμο με τα κίτρινα τουβλάκια που οδηγεί, όσο γίνεται, στην σιγουράντζα της εμπορικής ουράς της 7ης Τέχνης.

Ένα αφιέρωμα για την μουσική και τα τραγούδια που δεν γράφτηκαν, κατά παραγγελία, για κάποια ταινία, αλλά άφησαν το αποτύπωμα τους στην αιωνιότητα με αφορμή μια ταινία, καθώς εύστοχα τοποθετήθηκαν στο play list της κινηματογραφικής παραγωγής. Η μουσική, ο στίχος και η εικόνα σε μια τέλεια εναρμόνιση.  Άκου, λοιπόν, να δεις!

1942

Καζαμπλάνκα (Casablanca)

Η ασπρόμαυρη κινηματογραφική γοητεία μιας αξέχαστης αγάπης.

Η εξωτική ατμόσφαιρα που αφυπνίζει το ερωτικό παρελθόν στην δίνη του πολέμου με τις φιγούρες των ναζισιτικών δαιμόνων να μολύνουν τα ανθρώπινα όνειρα και την ελευθερία. Το σκηνικό είναι το καμπαρέ του Ρίκ στην αραβική χώρα της βορείου Αφρικής με τον κυνικό και παρτάκια, Αμερικάνο τυχοδιώκτη ιδιοκτήτη να το κουμαντάρει.

Η εμφάνιση της μοιραίας γυναίκας από τις κλειδωμένες θήκες της ανδρικής του καρδιάς, που τον σημάδεψε παντοτινά, φέρνει τα πάνω κάτω.

Το επιχειρησιακό θέατρο των ανθρώπινων ζωών που πρέπει να διασωθούν, γιατί έτσι εκείνη το θέλει, είναι απόλυτα ταυτόσημο με τα αιματολουσμένα πεδία του πολέμου. Ιδανικά και έρωτας δίνουν την μεγάλη τους μάχη. Η μάχη των μαχών, όπως λένε. Ο Ρίκ, η Ίλσα, ο Χάμφρεϊ και η Ίνγκριντ, το αιώνιο, κινηματογραφικό ζευγάρι ζωγραφισμένο σαν πίνακας του Καραβάτζιο στο τέμπλο του παγκόσμιου, κινηματογραφικού πανθέου.

                                    Πόλεμος:                                                    Θλιβερή συγκυρία για μια μεγάλη,                  κινηματογραφική  επιτυχία

Στις 7 Δεκεμβρίου 1941, η Ιαπωνία επιτίθεται από αέρος και βομβαρδίζει την ναυτική βάση του Περλ Χάρμπορ στην Χαβάη. Οι Η.Π.Α. μπαίνουν στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο.

Ακριβώς την επόμενη μέρα του βομβαρδισμού, στο πολυάσχολο Χόλιγουντ, ένας ειδικός επί της ανάγνωσης κινηματογραφικών σεναρίων της Warner Brothers αξιολογεί ένα ακόμα άγνωστο, θεατρικό σενάριο γραμμένο από τον Νεοϋρκέζο, δάσκαλο αγγλικών Μάρεϊ Μπαρνέτ και την σύζυγό του Τζόαν Άλισον, τιτλοφορούμενο ως: «Everybody Comes To Rick’s» με την προοπτική να γυριστεί ταινία. Ο συγχρονισμός είναι απίστευτα συγκυριακός. Με την κήρυξη του πολέμου τα κινηματογραφικά studios ψάχνουν δαιμονισμένα να βρουν σενάρια με πατριωτικό περιεχόμενο.

Δύο εβδομάδες αργότερα η σεναριογράφος Άιριν Ντάιμοντ πείθει τον γενικό διευθυντή παραγωγής της Warner Bros, Χαλ Γουόλις να γυρίσει το «Everybody Comes To Rick’s» σε ταινία. Ο Γουόλις συμφωνεί, αλλάζοντας τον τίτλο σε «Καζαμπλάνκα», δίνοντας έμφαση στον εξωτικό ρομαντισμό, ώστε να ταυτιστεί η ταινία από τους θεατές με την επιτυχημένη, ερωτική περιπέτεια του 1938 «Algiers» («Πληγωμένος Αετός»  ο ελληνικός τίτλος) του Τζον Κρόμγουελ.

Η απόφαση ανακοινώνεται στην εταιρεία πριν ακόμα πέσουν οι υπογραφές με τους συγγραφείς, οι οποίοι οσμίζονται την κάψα της Warner για το σενάριο και ζητάνε το αστρονομικό, για την εποχή, ποσό των 20 χιλιάδων δολαρίων για τα δικαιώματα ενός άσημου, θεατρικού έργου.

Η εταιρεία πληρώνει ασυζητητί το ποσό και ο Τζακ Γουόρνερ διαφωνεί με τον τίτλο «Καζαμπλάνκα», γιατί του θυμίζει μεξικάνικη μπύρα. Ο τίτλος παραμένει ακλόνητος και την σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο πολύ καλός, Ιουδαίος, Ούγγρος μετανάστης Μάικλ Κερτίζ, των περιπετειών: «Ρομπέν των Δασών» (1938), «Κολασμένες Ψυχές» (Angels with Dirty Faces – 1938), «Ο Αετός των Θαλασσών» (The Sea Hawk – 1940).

Το σενάριο φροντίζουν, για να προσαρμοστεί στην μεγάλη οθόνη, οι δίδυμοι αδελφοί Τζούλιους και Φίλιπ Έπσταϊν αλλά και ο Χάουαρντ Κοχ. Γράφτηκε στον Τύπο εκείνης της περιόδου, ότι ο Ρόναλντ Ρίγκαν ήταν υποψήφιος για τον ρόλο του Ρικ Μπλέιν και η Αν Σέρινταν για τον ρόλο της Ίλσα Λουντ. Ήταν ένα τεράστιο ψέμα, ένα δημοσιογραφικό, επικοινωνιακό τρικ, αφού ο παραγωγός  Χαλ Γουόλις, εξ αρχής, είχε «μοντάρει» τον ρόλο πάνω στον Χάμφρεϊ. Ο ηθοποιός Τζόρτζ Ραφτ, μάλιστα, βαυκαλιζόταν, μέσω του Τζακ Γουόρνερ, να «τσιμπήσει» την ευκαιρία, αλλά, ευτυχώς, απέτυχε.

Για τον Μπόγκαρντ είναι ο πρώτος του ρόλος σε ερωτική ταινία, καθώς ήταν άμεσα ταυτισμένος στο κινηματογραφόφιλο κοινό σε ρόλους γκάνγκστερ, άντε και ντεντέκτιβ («Το Γεράκι της Μάλτας» – 1941).

Ο Τζακ Γουόρνερ προσεγγίζει τον μεγαλοπαραγωγό  Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ, (Όσα Παίρνει ο Άνεμος  – 1939) και ζητάει να δανειστεί την Σουηδή ηθοποιό Ίνγκριντ Μπέργκμαν, προσφέροντας ως ανταλλαγή την Ολίβια Ντε Χάβιλαντ. Το πετυχαίνει και το ζευγάρι Χάμφρεϊ και Ίνγκριντ σημειώνει τον γνωστό κινηματογραφικό θρύλο.

Το Τραγούδι

Το τραγούδι που έμεινε στις καρδιές των κινηματογραφόφιλων, άρρητα συνδεμένο, αγαπησιάριακα αγκαλιασμένο με την ταινία «Καζαμπλάνκα» είναι το «As Time Goes By», γραμμένο από τον Χέρμαν Χάπφελτ και ερμηνευμένο για πρώτη φορά το 1931 από την Φράνσις Γουίλιαμς στην παράσταση του Μπρόντγουεϊ «Everybody’s Welcome». Ένα τραγούδι που δεν γράφτηκε για τις ανάγκες της ταινίας «Καζαμπλάνκα», αλλά τοποθετήθηκε ως μουσική επιλογή των γραφιάδων του θεατρικού έργου για να σημαδέψει, τελικά, την ίδια την ταινία.

Ο δασκαλάκος Μάρεϊ Μπαρνέτ το 1938 ταξιδεύοντας στην Ευρώπη (προσπαθούσε να φυγαδέψει συγγενείς και φίλους Ιουδαίους με προορισμό την Αμερική), πίνει το κονιάκ του σε ένα μπιστρό της Νότιας Γαλλίας. Ξαφνικά ακούει το τραγούδι «As Time Goes By» παιγμένο και τραγουδισμένο από έναν Γάλλο, μαύρο πιανίστα, που διασκέδαζε τους θαμώνες του μαγαζιού. Εμπνέεται το θεατρικό έργο «Everybody Comes To Rick’s», το οποίο συνέγραψε με την μέλλουσα γυναίκα του Τζόαν Άλισον το 1940 και συμπεριλαμβάνουν το τραγούδι στο στόρι.

Το «As Time Goes By», ερμηνεύεται στην ταινία από τον ηθοποιό και τραγουδιστή Ντούλεϊ Γουίλσον που υποδύεται τον μαύρο πιανίστα Σαμ στο μαροκινό καμπαρέ του Ρικ. Ο Γουίλσον στην πραγματικότητα ήταν ντράμερ και δεν γνώριζε καθόλου πιάνο. Την ώρα που φιλμάρεται η σκηνή με τον Σαμ να τραγουδάει και να παίζει, πίσω από μια κουρτίνα στο πλατό βρίσκεται κρυμμένος ο επαγγελματίας, πιανίστας Έλιοτ Κάρπεντερ να αποδίδει πιανιστικά την μουσική.

Το «As Time Goes By» ψηφίστηκε ως το δεύτερο καλύτερο, κινηματογραφικό τραγούδι στον επίσημο κατάλογο της AFI (American Film Institute) με τα 100 καλύτερα τραγούδια στα 100 χρόνια κινηματογράφου.

Η ταινία «Καζαμπλάνκα» προτάθηκε για 8 Όσκαρ, για να κερδίσει τελικά τα 3 (Καλύτερης Ταινίας – Σκηνοθεσίας και Σεναρίου). Το τραγούδι «As Time Goes By» έμεινε στις καρδιές των θεατών όλου του κόσμου, θυμίζοντας μια μεγάλη ταινία, έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, το πιο ρομαντικό «αντίο» μιας αγάπης στην καρδιά του μεγάλου πολέμου και ένα αθάνατο, κινηματογραφικό ζευγάρι, που προσπάθησαν πολλοί να το μιμηθούν.  

Το πιάνο που χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες της ταινίας, πουλήθηκε σε πλειστηριασμό στην Νέα Υόρκη τον Δεκέμβριο του 2012 στην τιμή των 600 χιλιάδων δολαρίων.

Η Ίλσα νοσταλγικά παρακαλεί τον πιανίστα: «Play it, Sam. Play «As Time Goes By»…»

Και ενώ ο Σαμ παίζει και τραγουδάει, μπαίνει στο καμπαρέ ο Ρικ για να δει ξαφνικά μπροστά του την μεγάλη του αγάπη… έπειτα από χρόνια!

στο InTownPost.com θα διαβάσουμε για μια ταινία θρύλο της δεκαετίας του ’50 και θα ακούσουμε το τραγούδι της ταινίας που άλλαξε τα μουσικά δεδομένα εκείνης της εποχής.