fbpx

banner αεροδρομίου

«Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες, αλλά δεν γράφτηκαν για ταινίες», (Μέρος Ε΄), του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

Ανοίγουμε διάλογο με ταινίες που απόλαυσαν και οι μη φανατικοί της σκοτεινής, αίθουσας προβολής.  Κοινώς, αναφερόμαστε όχι μόνο σε «καλλιτεχνικές» δημιουργίες του είδους, αλλά και σε blockbusters. Καταλαβαίνεται, λοιπόν, πως θα ακολουθήσω, άλλοτε τραγουδιστά, άλλοτε χορευτικά και άλλοτε απολαυστικά τον μαγικό δρόμο με τα κίτρινα τουβλάκια που οδηγεί, όσο γίνεται, στην σιγουράντζα της εμπορικής ουράς της 7ης Τέχνης.

Ένα αφιέρωμα για την μουσική και τα τραγούδια που δεν γράφτηκαν, κατά παραγγελία, για κάποια ταινία, αλλά άφησαν το αποτύπωμα τους στην αιωνιότητα με αφορμή μια ταινία, καθώς εύστοχα τοποθετήθηκαν στο play list της κινηματογραφικής παραγωγής. Η μουσική, ο στίχος και η εικόνα σε μια τέλεια εναρμόνιση.  Άκου, λοιπόν, να δεις!

1969

«Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου» (Midnight Cowboy)

Ο Ράτσο Ρίζο και ο Τζο Μπακ, δηλαδή ο Ντάστιν Χόφμαν και ο Γιον Βόιτ, αντιστοίχως, είναι οι δυο πρωταγωνιστές ηθοποιοί σε δυο ερμηνείες αξεπέραστες στην ιστορία της 7ης Τέχνης.

Το φιλόδοξο, όμορφο, Τεξανό επαρχιωτόπουλο, ο αγαθοβιόλης, τσαμπουκάκος Τζο (Βόιτ) ρίχνει μαύρη πέτρα στο ελώδες από δράση και προοπτικές χωριό του, βάζοντας πλώρη για την μυθική πόλη της Νέας Υόρκης, ώστε να φτιάξει την ζωή του, κρατώντας ως πυξίδα της επιτυχίας το απολλώνιο παρουσιαστικό του και την βελόνα προσανατολισμένη στο ζιγκολίκι.

Το αφελές βλαχαδερό είναι η εύκολη λεία για τα τσακάλια και τα σαΐνια της νευρωτικής μεγαλούπολης που δεν κοιμάται ποτέ. Έτσι, ο ασθενικός, χωλός, φτωχοδιάβολος Ράτσο Ρίζο (Χόφμαν) πέφτει μπροστά του για να τον «μαδήσει». Ο σκηνοθέτης Τζον Σλέσιντζερ ενορχηστρώνει μια δαιμονική φιλία μίσους και αγάπης ανάμεσα στους δυο, νέους άνδρες με το σακατεμένο παρελθόν, το τραυλό παρών και το αβέβαιο μέλλον.

Ο φυσικός διάκοσμος της ταινίας ως ο απόλυτος, ρεαλιστικός πρωταγωνιστής της ταινίας είναι η Νέα Υόρκη, κατ΄ επέκταση η Αμερική, στα τέλη των sixties, που η «θολή» διανόηση μετασχηματίζεται σε έναν avant garde θίασο ελευθεριότητας. Το σενάριο του Γουάλντο Σολτ είναι βασισμένο στο καταπληκτικό βιβλίο του Τζέιμς Λίο Χερλίχι γραμμένο το 1965.

Οι καριέρες δυο ηθοποιών  απογειώνονται

Το φινάλε, λένε, πως επισφραγίζει το κυρίως σώμα ενός φιλμ. Τα τελευταία λεπτά της ταινίας του οσκαροβραβευμένου, Άγγλου σκηνοθέτη Τζον Σλέσιντζερ (16 Φεβρουαρίου 1926 – 25 Ιουλίου 2003) με τον τίτλο: «Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου» (Midnight Cowboy), πραγματικά σε αφήνουν εκτεθειμένο σε έναν γλυκόπικρο μετεωρισμό γεμάτο όμως ουσία και δύναμη. Εντελώς ανθρώπινο, βαθιά συναισθηματικό και συνάμα στενάχωρο σε διατάζει να πάρεις γρήγορες ανάσες για να γεμίσουν επειγόντως οι πνεύμονες οξυγόνο μη και ξεμείνεις από αναπνοή. Η σεκάνς με τον Ντάστιν Χόφμαν και τον Γιον Βόιτ στο λεωφορείο για το Μαϊάμι περνάει αβλεπί στο κινηματογραφικό πάνθεον.  

Ο ρεαλισμός της ταινίας τραχύς σαν σκληρό γυαλόχαρτο. Το συναίσθημα, ύστατη κουταλιά ενός ποθητού γλυκού στον απάνθρωπο ουρανίσκο της μεγαλούπολης. Η προσφορά γενναιόδωρη, ανάλογο και το αντίτιμο στον κάθε φιλόδοξο, νέο τυχοδιώκτη που θέλει να πιάσει την καλή, να αδράξει τις ευκαιρίες στις σκιές του περιθωρίου και να βγει στο φως. Το όνειρο μετασχηματίζεται σε σκοτάδι και καταδίκη, σε έναν εφιάλτη, όπου στην καρδιά του εφιάλτη δυο μοναχικοί άνθρωποι, με αγεφύρωτα ψυχικά κενά, καταλήγουν στραπατσαρισμένοι. Το μόνο που απομένει είναι να γλυτώσουν και, τελικά, να κρατήσουν άθικτο το χρυσό μετάλλιο της ψυχής τους.

Οι δυο νέοι ηθοποιοί δίνουν κυριολεκτικώς ρεσιτάλ ερμηνείας υποδυόμενοι δυο εντελώς παρακμιακούς, αντι-ηρωϊκούς χαρακτήρες με κίνδυνο ο 32χρονος Ντάστιν Χόφμαν να καταστρέψει την ανατέλλουσα πορεία του στην 7η Τέχνη. Με την ταχύτητα κομήτη που έχει αναπτύξει από τον «Πρωτάρη» (1967) του Μάικλ Νίκολς και πορεία καρσί προς τον έναστρο θόλο των stars της μεγάλης οθόνης, ο ρόλος του λέτσου, του μισερού, του παραβατικού και αρρωστιάρη Ράτσο Ρίζο μοιάζει με λαιμητόμο για την φρέσκια καριέρα του. Μάλιστα, ο ίδιος ο Μάικλ Νίκολς έπιασε οργισμένος τον Ντάστιν για να τον συνετίσει, ώστε να παρατήσει αμέσως τον ρόλο, λέγοντας του: «Μα τι κάνεις, είσαι τρελός; Σε έφτιαξα αστέρα! Αυτός είναι ένας κακάσχημος χαρακτήρας. Είναι ρόλος για να υποστηρίξεις τον Γιον Βόιτ και τίποτα άλλο. Σύνελθε και σταμάτα να σαμποτάρεις την καριέρα σου, επιτέλους!».  

Ο 31χρονος Γιον Βόιτ κινηματογραφικά δεν είχε κάνει κάτι το αξιόλογο πριν τον «Κάουμπόι του Μεσονυκτίου», εκτός από μια κωμική ταινία επιστημονικής φαντασίας του Φίλιπ Κάουφμαν και ένα πέρασμα σε ένα γουέστερν του Τζον Στάρτζες. Συμμετείχε ασταμάτητα σε αδιάφορες τηλεοπτικές σειρές και εάν ο ηθοποιός Μάικλ Σαραζίν (Σκοτώνουν τα Αλόγα Πριν Γεράσουν), που είχε ήδη επιλεγεί για τον ρόλο του Τζο Μπακ, μετά τον Βικ Μόροου («Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα», «Η Μάχη»), δεν τα έσπαγε με την παραγωγή για τα χρήματα, τότε ο Αμερικανό-Σλοβάκος ηθοποιός με την γερμανική καταγωγή, Γιόν Βόιτ, μάλλον θα χανόταν στον κολλώδη πυθμένα της αφάνειας.

Και ο Έλβις Πρέσλεϊ  ήθελε τον ρόλο τού Τζο Μπακ για κάτι πιο σοβαρό στην κινηματογραφική του καριέρα. Και ο Γουόρεν Μπίτι είχε εκφράσει έντονο ενδιαφέρον για τον ίδιο ρόλο, μόνο που ο Σλέσιντζερ τον απέρριψε ορθά σκεφτόμενος, πως ήταν πολύ διάσημος για να είναι πιστευτός ως μια «απίστευτη», αρσενική πουτάνα.

Η ταινία έφτασε στα κόκκινα της επιτυχίας και εκτός του βραβείου στο Φεστιβάλ του Βερολίνου και της Χρυσής Σφαίρας Πρωτοεμφανιζόμενου Ηθοποιού που κέρδισε ο Βόιτ, προτάθηκε για 7 Όσκαρ, ανάμεσά τους και αυτό του Β΄ Ανδρικού Ρόλου για τον Ντάστιν Χόφμαν και πάλι του Α΄ Ανδρικού Ρόλου για τον Γιον Βόιτ. Στην βραδιά της απονομής η ταινία απέσπασε τα τρία: Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Μεταφοράς Σεναρίου στον Γουάλντο Σολτ. Το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου εκείνης της χρονιάς απιθώθηκε στα χέρια του 62χρονου «Δούκα», του ορίτζιναλ, κινηματογραφικού καουμπόι Τζον Γουέιν, για την ερμηνεία του στο γουέστερν του Χένρι Χάθαγουεϊ, «Αληθινό Θράσος» (True Grit – 1969).

«Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου» είναι η πρώτη κινηματογραφική παραγωγή στην ιστορία των Όσκαρ που σηκώνει το βραβείο στην κατηγορία της «Καλύτερης Ταινίας» και είναι χαρακτηρισμένη με την ένδειξη «Χ», δηλαδή «Αυστηρώς Ακατάλληλη».

Οι καριέρες και των δυο ηθοποιών, ως γνωστόν, έφτασαν στο υπερπέραν. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου κατέταξε τον «Καουμπόι του Μεσονυκτίου» στην 36η θέση των 100 αριστουργημάτων του αμερικανικού σινεμά, ενώ η Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου τίμησε την ταινία το 1994 τοποθετώντας την στο εθνικό μητρώο κινηματογράφου ως πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική.

Το Τραγούδι

Τις μουσικές συνθέσεις της ταινίας ανέλαβε ο σπουδαίος Τζον Μπάρι, αλλά το τραγούδι που την μαρκάρισε είναι το «Everybody’s Talkin», γραμμένο αρχικά σε στίχους και μουσική του αισθαντικού συνθέτη και τραγουδιστή της κάντρι, Φρεντ Νιλ.

Το τραγούδι το έγραψε ο Νιλ για να συμπληρώσει – να κλείσει, όπως λένε στην δισκογραφική διάλεκτο – το δεύτερο άλμπουμ του το 1967 και να επιστρέψει γρήγορα στο σπίτι του στο Μαϊάμι. Ενάμιση χρόνο μετά, ο σουηδικής καταγωγής τραγουδιστής από το Μπρούκλιν, που διέμενε στο Λος Άντζελες, ο Έντουαρντ Χάρι Νίλσον (15 Ιουνίου 1941 – 15 Ιανουαρίου 1994), αναζητούσε ένα κομμάτι που θα μπορούσε να το συμπεριλάβει στο δεύτερο άλμπουμ του με τον τίτλο: «Aerial Ballet», αφιερωμένο στους παππούδες του που ήταν χορευτές σε τσίρκο.

Ο παραγωγός της δισκογραφικής RCA Victor, Ρικ Τζάραρντ κάλεσε στο στούντιο τον Χάρι Νίλσον, προτείνοντας του να ακούσει το φολκ «Everybody’s Talkin» του Φρεντ Νιλ. Ο Νίλσον ενθουσιάστηκε με το τραγούδι, το διασκεύασε, το έφερε στα μέτρα της pop rock μπαλάντας και αρχικά το χάραξαν σε 45αρι για πιάσει το Νο 113, όχι και τόσο καλή θέση, στα 100 καλύτερα τραγούδια για το 1968.

Ο Άγγλος δημοσιογράφος και μουσικός παραγωγός Ντέρεκ Τέιλορ είναι ο άνθρωπος κλειδί, που πρότεινε στον σκηνοθέτη Τζον Σλέσιντζερ το τραγούδι του Χάρι Νίλσον για να το περάσει στον «Καουμπόι του Μεσονυχτίου». Μετά την προβολή και την επιτυχία της ταινίας, το «Everybody’s Talkin», διασκευασμένο πια από τον Χάρι Νίλσον, που ακούγεται στην έναρξη των τίτλων, ανέβηκε σαν υδράργυρος στο Νο 6 του Bilboard και αμέσως στο Νο 2 του Bilboard Easy Listening, κερδίζοντας και το βραβείο Γκράμι.

Σε μια συνέντευξη Τύπου των Μπίτλς το 1968 στην Αμερική, ένας δημοσιογράφος ρώτησε τα «Σκαθάρια», ποιο είναι το αμερικάνικο συγκρότημα που τους αρέσει. «Μα, ο Χάρι Νίλσον!», απάντησαν ομόφωνα. Άλλωστε οι μουσικές συνεργασίες του Νίλσον με τον Τζον Λένον και τον Πολ Μακάρντεϊ είναι αρκετές, καθώς μετακομίζει το 1970 στο Λονδίνο, αγοράζοντας το διαμέρισμα των δυο δωματίων του Ρίνγκο Σταρ στο Μέιφερ για να είναι κοντά στο στούντιο της Apple Records.

Το συγκεκριμένο διαμέρισμα της Κέρσον Πλέις στον αριθμό 9 στην άκρη του Μέιφερ, για την ιστορία να αναφέρουμε, πως θεωρείται ένα από τα πιο «γκαντέμικα» σπίτια του καλλιτεχνικού χώρου, καθώς  μουσικοί που διέμεναν σε αυτό ως φιλοξενούμενοι του Νίλσον, λόγω των συναυλιών τους στο Λονδίνο, άφησαν την τελευταία τους πνοή. Ο τραγουδιστής Γκας Έλιοτ των Mamas & Papas σβήνει στο σπίτι του Νίλσον σε ηλικία 32 χρόνων από καρδιακή ανεπάρκεια, αλλά και ο ντράμερ Κίθ Μουν των Who, το 1978 σε ηλικία 32 ετών βρίσκεται νεκρός σε ένα από τα δωμάτια του σπιτιού από κακή χρήση αντι-αλκοολικών χαπιών. Τελικά, ο Χάρι Νίλσον πούλησε, άρον άρον, το διαμέρισμα στο έτερο μέλος των Who, τον μπασίστα Πιτ Τάουνσεντ και μετακόμισε μονίμως στο Λος Άντζελες.

Ο Χάρι Νίλσον έφυγε από την ζωή σε ηλικία 52 χρόνων το 1994, αφού υπέστη ισχυρότατο, καρδιακό επεισόδιο, καθώς έπασχε, εκ γενετής, από καρδιακά προβλήματα.

Το  «Everybody’s Talkin» γίνεται η έναρξη μιας μεγάλης καριέρας για τον Χάρι Νίλσον, σημαδεύοντας παράλληλα και μια αριστουργηματική, κινηματογραφική ταινία. «Ο Καουμπόι του Μεσονυχτίου». βρίσκεται στην λίστα των 120 ταινιών που επιβάλλεται να δει ο κάθε κινηματογραφόφιλος πριν εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο.

Φρεντ Νιλ
Χάρι Νίλσον
Ο Χάρι Νίλσον και ο Τζον Λένον

στο InTownPost.com θα διαβάσουμε για την ταινία που ταυτίστηκε με τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, ενώ θα ακούσουμε το τραγούδι ορόσημο που εδράζεται στην πύλη του ιδεαλισμού κάθε νέου ανθρώπου την στιγμή που αγωνίζεται για την ελευθερία και την ειρήνη.

Αρχείο αφιερώματος στα τραγούδια και τις μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες, αλλά δεν γράφτηκαν για ταινίες:

Διαβάστε στο InTownPost.com

(Καζαμπλάνκα – 1942)

Διαβάστε στο InTownPost.com

 (Ξένοιαστος Καβαλάρης – 1969)