fbpx

banner αεροδρομίου

Τραγούδια και μουσικές που ταυτίστηκαν με ταινίες, αλλά δεν γράφτηκαν για ταινίες» (Μέρος Δ΄), του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

Ανοίγουμε διάλογο με ταινίες που απόλαυσαν και οι μη φανατικοί της σκοτεινής, αίθουσας προβολής.  Κοινώς, αναφερόμαστε όχι μόνο σε «καλλιτεχνικές» δημιουργίες του είδους, αλλά και σε blockbusters. Καταλαβαίνεται, λοιπόν, πως θα ακολουθήσω, άλλοτε τραγουδιστά, άλλοτε χορευτικά και άλλοτε απολαυστικά τον μαγικό δρόμο με τα κίτρινα τουβλάκια που οδηγεί, όσο γίνεται, στην σιγουράντζα της εμπορικής ουράς της 7ης Τέχνης.

Ένα αφιέρωμα για την μουσική και τα τραγούδια που δεν γράφτηκαν, κατά παραγγελία, για κάποια ταινία, αλλά άφησαν το αποτύπωμα τους στην αιωνιότητα με αφορμή μια ταινία, καθώς εύστοχα τοποθετήθηκαν στο play list της κινηματογραφικής παραγωγής. Η μουσική, ο στίχος και η εικόνα σε μια τέλεια εναρμόνιση.  Άκου, λοιπόν, να δεις!

1969

  «Ξένοιαστος Καβαλάρης»    (Easy Rider)

Οι δυο τυχοδιώκτες μηχανόβιοι, ο Γουάιτ (Πίτερ Φόντα) και ο Μπίλι (Ντένις Χόπερ) ολοκλήρωσαν την συναλλαγή της μεταφοράς κοκαΐνης από το Μεξικό στο Λος Άντζελες. Την χρηματική αμοιβή τους την κρύβουν στα σωληνάκια των ρεζερβουάρ των δυο τσόπερ μοτοσυκλετών τους. Είναι «φορτωμένοι» με άφθονο χρήμα και έτοιμοι να ταξιδέψουν από το Λος Άντζελες προς την Νέα Ορλεάνη για να φτάσουν εγκαίρως στο τοπικό Φεστιβάλ του Μάρντι Γκρας (Mardi Gras Festival) και να γλεντήσουν με την ψυχή τους.

Το ταξίδι τους στην ηπειρωτική γη του αμερικανικού Νότου αποτυπώνει ρεαλιστικά τις Η.Π.Α στην δύση της εκρηκτικής, δεκαετίας του ’60. Οι δυο μηχανόβιοι θα ζήσουν τα χίπικα κοινόβια, θα καταναλώσουν  ναρκωτικά, θα φυλακιστούν και θα γνωρίσουν την ευχάριστη παρέα ενός ντεμοντέ, αλκοολικού δικηγόρου, του Τζόρτζ Χάνσον (Τζακ Νίκολσον), που θα τον μυήσουν στα «μυστικά» του χασισιού και της μαριχουάνας.

Θα έρθουν, όμως, αντιμέτωποι με τον συντηρητισμό, τον επαρχιωτισμό και την αλλήθωρη φιλοσοφία του λευκού αμερικανικού έθνους, που θέλει τα πάντα να είναι υποταγμένα και εξισωμένα. Το W.as.p. δόγμα των εποίκων μεταναστών δεν σηκώνει ανεξαρτησίες και μπαϊράκια ελευθερίας. Οι δυο μηχανόβιοι θα πληρώσουν την όποια διαφορετικότητα με την ίδια την ζωή τους.

Ο «Ξένοιαστος Καβαλάρης» (Easy Rider), ορίζει το ανεξάρτητο, αμερικάνικο σινεμά, καθώς, ιστορικά, γίνεται το πρώτο blockbuster εκτός των μεγάλων studios, θρυμματίζοντας τον παραμορφωτικό καθρέφτη της αμερικανικής κοινωνίας στην δύση των ’60’s. Ο ορισμός της «rock» φιλοσοφίας λαμβάνει σάρκα και οστά στην ταινία σε σκηνοθεσία του Ντένις Χόπερ και παραγωγή του Πίτερ Φόντα.

Το αήττητο ατού της ιστορίας είναι η μουσική και τα τραγούδια της.  

Βιετνάμ και η παρακμή του χιπισμού

Ζόρικη εποχή τα sixties, φαινομενικά ελεύθερη, καθολικά ελεγχόμενη όμως, από το σύστημα. Ο πόλεμος του Βιετνάμ είναι γεγονός. Τα στρατιωτικά μεταγωγικά αεροπλάνα από τις βάσεις των Η.Π.Α. φορτώνουν ετοιμοπόλεμα φαντάρια για τις τροπικές ζούγκλες της Ασίας και τα ίδια μεταγωγικά επιστρέφουν στην πατρίδα για να ξεφορτώσουν φέρετρα στρατιωτών από την μάχη του Ιά Ντραγκ. Η φιλοσοφία της ελευθερίας και το κίνημα του χιπισμού, που ξεκίνησε από το καλλιτεχνικό Beat Generation, ηττήθηκε ακαριαία στο πρώτο λεπτό της γέννησης του, δολοφονημένο από ύπουλη σφαίρα στο δόξα πατρί.

Ο νικηφόρος, σκοτεινός «στρατηγός», με όπλο την «ντρόγκα», σκονοποιεί το όνειρο κάθε νεολαίου, που έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων του το αγγλοσαξωνικό, συντηρητικό τρίπτυχο: «πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια». Κάθε είδους ναρκωτικού, από το απλό χορταράκι έως τους, δυτικού τύπου, σαμανιστικούς πειραματισμούς της «ψαγμένης» νεολαίας με τα ψυχεδελικά, χημικά L.S.D., προσφέρθηκαν αφειδώς σε μια γενιά, μολύνοντας θανάσιμα το πνεύμα, τις ιδέες, το σθένος και την μαχητικότητα τους, φυσικά και την επιθυμία τους για ελευθερία.

Τα αντιδραστικά και επαναστατικά συνθήματα των νεολαίων: «φεύγω από το σπίτι, την οικογένεια και το σύστημα στα 17 για να κάνω ναρκωτικά και να πηδιέμαι με όποιον γουστάρω», οδηγεί το κίνημα του χιπισμού προδομένο προς το ικρίωμα, βλέποντας το νεανικό του πρόσωπο να χαράζεται βαθιά από την ανθρώπινη ανοησία. «Η ελευθερία δεν είναι δύσκολη στο να αποκτηθεί. Το δύσκολο είναι το πως θα την χρησιμοποιήσεις», έχει γράψει η Άγκαθα Κρίστι.

Ο αντι-ηρωισμός και η από-ηρωποίηση είναι οι σταθεροί άξονες της φιλοσοφικής ανάπτυξης του σεναρίου της ταινίας με το ανεπαίσθητο φλερτ στον θάνατο όχι πεσιμιστικά, αλλά από μια αβεβαιότητα, μια υπαρξιακή ανασφάλεια όταν βιώνεις πολιτικά συστήματα πλήρους σκλαβοποίησης.

Το σενάριο δεν αγγίζει τους ρομαντικούς αυτόχειρες του Αλμπέρ Καμί, αλλά αναδιπλώνεται στο σύμπαν της προσωπικής ελευθερίας που μοιάζει παραβατικό για να εδραιώσει τον «ροκ» ήρωα στον απόλυτο διονυσιασμό και την αποθέωση του. Το συγκρουσιακό σημείο του «Easy Rider», είναι, πως δεν μοστράρει ιδεολογία και, φυσικά, είναι κενό από κάθε είδους πεποίθησης, προκατάληψης και δογματισμού. Παρουσιάζει, απλά, μια αποκαλυπτική tabula raza στα ήρεμα νερά της σκεπτόμενης, γνωσιακής απάθειας .

Ας πούμε, ότι είναι το κερδισμένο παιχνίδι μιας ηττημένης, πλην όμως επαναστατημένης γενιάς και οι δυο μηχανόβιοι δεν είναι οι μάρτυρες θύματα, αλλά οι πρωταγωνιστές. Κάτι σαν την ελληνική ρήση που είναι γραμμένη στην επιτύμβια πλάκα του ποιητή και τραγουδιστή των Door’s, Τζιμ Μόρισον: «Κατά τον Δαίμονα Εαυτού» («πράττω σύμφωνα με αυτό που η συνείδησή μου θεωρεί ορθό») σε μια πιο ελεύθερη απόδοση της φράσης.

Κυκλοφορούσε για μια εβδομάδα καθημερινά, πριν τα γυρίσματα της ταινίας στους δρόμους του Λος Άντζελες ο Πίτερ Φόντα, φορώντας το δερμάτινο σακάκι με την αστερόεσσα στην πλάτη (captain America jacket) οδηγώντας την τσόπερ Χάρλεϊ, επίσης με την αμερικανική σημαία ζωγραφισμένη στο ρεζερβουάρ της μοτοσυκλέτας, για να σφυγμομετρήσει τις αντιδράσεις του κόσμου. Το μόνο που πετύχαινε ήταν να τον σταματάει καθημερινά η αστυνομία ως ύποπτο για μελλοντικές φασαρίες.

Ο 31χρονος Ντένις Χόπερ , καθημερινά, έφτανε στο set για τα γυρίσματα «λιώμα» από την κατανάλωση διάφορων ναρκωτικών. Φώναζε, έβριζε, απειλούσε τους συνεργάτες του, ώσπου κάποια στιγμή η ομάδα κατέγραψε on camera τον ηθοποιό να κάνει χρήση ουσιών εν ώρα εργασίας. Ταχυδρόμησαν το βίντεο στην κινηματογραφική εταιρεία, συνοδευόμενο από ένα γράμμα, εξηγώντας στους χρηματοδότες τον λόγο για τον οποίο ένας σοβαρός σε αριθμό εργαζομένων παραιτήθηκαν από την παραγωγή.

Για τον ρόλο του δικηγόρου Τζορτζ Χάνσον, αρχικά, είχε επιλεγεί ο ηθοποιός Ριπ Τορν, αλλά, σε ένα δείπνο κυριολεκτικώς, ήρθαν στα μαχαίρια με τον Ντένις Χόπερ, καταλήγοντας στα δικαστήρια για δυσφήμιση και να αποζημιωθεί ο Τορν με το ποσό του ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Έτσι, ο Τζακ Νίκολσον προτάθηκε από τον παραγωγό Μπερτ Σνάιντερ με αμοιβή 352 δολάρια εβδομαδιαίως. Ο ηθοποιός σε μια συνέντευξη του επισήμανε, πως «ήταν τα καλύτερα 352 δολάρια την εβδομάδα που έβγαλα».

Στην ταινία καπνίζουν πραγματικά μαριχουάνα ο Πίτερ Φόντα, ο Ντένις Χόπερ και ο Τζακ Νίκολσον. Όσο για την χρήση του L.S.D., που δείχνει σε μια σκηνή, ο Φόντα έχει δηλώσει, πως ποτέ δεν συνέβη στην πραγματικότητα. Το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε;  

Το σενάριο του «Easy Rider» που επιμελήθηκαν: ο Πίτερ Φόντα, ο Ντένις Χόπερ και το γνήσιο τέκνο της μπίτνιγκ γενιάς του Τζακ Κέρουακ, του Γουίλιαμ Μπάροους, του αρτίστικου Γκρίνουιτς Βίλατζ των διανοουμένων της Νέας Υόρκης, ο νοβελίστας Τέρι Σάθερν (1 Μαΐου 1924 – 29 Οκτωβρίου 1995) είναι απίστευτα κυνικό, ρεαλιστικό και βαθιά φιλοσοφημένο.

Η Harley Davidson ως εταιρία κρατήθηκε έτη φωτός μακριά από το σκεπτικό της ταινίας και δεν πρόσφερε τις μηχανές για τις ανάγκες της παραγωγής, αιτιολογώντας την στάση της, πως οι ηθοποιοί καθότι υποδύονται τους παρανόμους, θα βλάψει την φήμη της επιχείρησης. 

Κατά αυτό τον τρόπο οι δυο μηχανές που χρησιμοποιούνται στην ταινία αγοράστηκαν από τις κατασχεμένες της τροχαίας έναντι 500 δολαρίων έκαστη. Οι δυο 1.200άρες Harley-Davidson Touring FL Hydra-Glide του 1949 και του 1950, μεταποιημένες σε τσόπερ, ανάβουν τους κινητήρες τους για το μεγάλο ταξίδι τους στην ενδοχώρα του αμερικανικού Νότου, συντροφιά με τις μελωδίες της classic rock.

Η τσόπερ Harley-Davidson με την αστερόεσσα ζωγραφισμένη στο ρεζερβουάρ, εξολοκλήρου σχεδιασμένη από τον Κλιφ Βονς, εκπλειστηριάστηκε το 2014 στην τιμή των 1.350.000 δολαρίων για να καταγραφεί ως η πιο ακριβή μοτοσυκλέτα στον κόσμο.

Το κόστος της παραγωγής έφτασε, περίπου, τα 400.000 δολάρια και απέφερε στο ταμείο 60 εκατομμύρια δολάρια, ενώ το 1998 το φιλμ «Easy Rider» τοποθετήθηκε στη Βιβλιοθήκη του Συνεδρίου για το «Εθνικό Κινηματογραφικό Μητρώο».

Η ταινία ταξίδεψε στις Κάνες το 1969, κερδίζοντας το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη για τον Ντένις Χόπερ. Στην συνέχεια προτάθηκε για δυο Όσκαρ στις κατηγορίες του «Πρωτότυπου Σεναρίου» και του «Β΄ Ανδρικού Ρόλου» για τον Τζακ Νίκολσον, αποχωρώντας από την τελετή άνευ αγαλματιδίου. Απολύτως κατανοητό! 

Το Τραγούδι

Ο «Ξέγνοιαστος Καβαλάρης» του αξέχαστου Ντένις Χόπερ (17 Μαΐου 1936 – 29 Μαΐου 2010) , κλείνει μια εποχή, ενώ ένα μήνα πριν την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας το τριήμερο, θρυλικό, μουσικό φεστιβάλ του «Woodstock» (15 – 18 Αυγούστου 1969) ανοίγει, «μετά μουσικής και οργάνων», τις κατάφωτες οδούς της ευωχίας ενός καινούργιου βασίλειου: Την χρησιμότητα της χρυσοφόρου, μουσικής βιομηχανίας σε άλλα πιο business και πιο marketing, επιστημονικά πεδία χειραγώγησης της νεολαίας.

Το soundtrack της ταινία το κοσμούν διαλεγμένα, ένα προς ένα, τραγούδια της ροκ μουσικής εκείνης της ιστορικής περιόδου, από Steppenwolf, Roger McGuinn και Jimi Hendrix, έως The Band, Little Eva και The Byrds. Το σκεπτικό του Ντένις Χόπερ στο να ντύσει την ταινία με γνωστά τραγούδια εκείνης της χρονικής περιόδου, ξεκίνησε όταν άρχισε να συμμαζεύει στο μοντάζ τα πλάνα από τα γυρίσματα και στο στούντιο έπαιζε το ραδιόφωνο επιτυχίες της ροκ μουσικής, κρατώντας συντροφιά στον σκηνοθέτη και τον μοντέρ.

Σκέφτηκε, πως η νεολαία των sixties δεν έχει την δική της ταινία με την δική της μουσική υπογραφή, αφού όλες οι κινηματογραφικές παραγωγές «ντύνονται» με χαζοχαρούμενες μουσικούλες στιλ Ντόρις Ντέι, σαν ο θεατής να βρίσκεται σε έναν άλλο κόσμο και όχι στον πραγματικό. Ενώ εκτυλίσσεται ένα road movie στην μεγάλη οθόνη, ταυτόχρονα παίζουν ροκιές και μπαλάντες σαν να ακούει κάποιος νεολαίος ραδιόφωνο. Επέλεξε μόνος του τα τραγούδια που ήθελε για το soundtrack, πλήρωσε τούς δημιουργούς τους από 1.000 δολάρια τον κάθε έναν και άρχισε να τα προσαρμόζει στο στόρι.     

Ο Πίτερ Φόντα (23 Φεβρουαρίου 1940 – 16 Αυγούστου 2019), από την άλλη, επέμενε, σώνει και καλά, να γράψουν την μουσική της παραγωγής οι Crosby Stills & Nash, χωρίς τον Νιλ Γιάνγκ. Ο Ντένις Χόπερ έγινε έξαλλος με την πρόταση, γιατί δεν γούσταρε τυπάκια μουσικούς που το παίζουν χίπιδες και χρησιμοποιούν ως μέσο μεταφοράς τις πολυτελείς λιμουζίνες, ενώ δεν έχουν καταλάβει τίποτα από το σενάριο της ταινίας. Απείλησε δε, σοβαρά το γνωστό, μουσικό συγκρότημα φωνάζοντας, πως: «εάν ξαναπατήσετε τα ποδάρια σας στα γυρίσματα θα αναγκαστώ να σας κάνω κακό!»

Πριν κυλήσουν οι δίκυκλες τσόπερ στο αντισυμβατικό και αντι-κουλτουριάρικο road movie του Ντένις Χόπερ, με το μιζάρισμα και την πρώτη  γκαζιά των μηχανών τους η σκληρή ροκιά των απίθανων, Καναδών Steppenwolf ηλεκτρίζει το μεγάλο πανί προβολής με το «Born to be Wild», για να γίνει το σήμα κατατεθέν κάθε ελεύθερου μηχανόβιου απανταχού του πλανήτη.

Το τραγούδι του Μαρς Μπόνφαϊρ (ψευδώνυμο του Ντένις Έντμοντον, αδελφού του Τζέρι Εντμόντον, ενός εκ των τριών ιδρυτών του συγκροτήματος), κυκλοφόρησε αρχικά σε 45άρι το 1968 για να πιάσει ταχύτατα το Νο2 του Bilboard. Η turbo-charged ατμόσφαιρα του τραγουδιού (από πολλούς θεωρείται ως η πρώτη χέβι μέταλ σύνθεση), είναι αυτή που οδήγησε τον Ντένις Χόπερ να το συμπεριλάβει στο play list της ταινίας του για να ανοίξει έναν δεύτερο, φωτεινό ορίζοντα επιτυχίας στο τραγούδι και να ταυτιστεί απόλυτα όχι μόνο με την φιλοσοφία του σεναρίου, αλλά και την ανθρώπινη ελευθερία όταν αυτή ταξιδεύει στις σέλες μοτοσυκλετών πολλών κυβικών.

Όποτε και όπου ακούγεται το «Born to be Wild», συνειρμικά ακολουθεί η ταινία «Easy Rider» και αντιστρόφως, τόσο για τους παλαιότερους, όσο και για τους νεώτερους κινηματογραφόφιλους-μουσικόφιλους. Στο soundtrack της ταινίας που κυκλοφόρησε και έκανε πάταγο, άφησαν να ακούγονται στο track τα πρώτα μαρσαρίσματα των μηχανών από την ταινία, πριν ακόμα ορμήσουν στο προσκήνιο του τραγουδιού η νευρική ντραμς του Τζέρι Εντμόντον και οι μεστές κιθάρες του Μάικλ Μόναρκ και του Ρόστον Μόρεϊβ. 

Οι Καναδοί Steppenwolf, έδωσαν ακόμα ένα σπουδαίο τραγούδι τους στον «Ξέγνοιαστο Καβαλάρη» και αυτό είναι το επίσης εξαιρετικό «Pusher», που ανοίγει μεν την ταινία, αλλά δεν γνώρισε την δόξα του «Born to be Wild».

Στην λίστα με τα 500 καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών, του γνωστού, μηνιαίου περιοδικού Rolling Stone (έτος ίδρυσης του περιοδικού το 1967 στο Σαν Φραντσίσκο), το «Born to be Wild» βρίσκεται στην 129η θέση. Όπως, στον επίσημο κατάλογο του  AFI (American Film Institute) των 100 καλύτερων τραγουδιών στα 100 χρόνια της 7ης Τέχνης, παραμένει σταθερά «γκαζωμένο» την 29η θέση.

Stepprnwoolf

στο InTownPost.com θα διαβάσουμε για ένα αριστούργημα της 7ης Τέχνης, ακλόνητα τοποθετημένο στην σκακιέρα του κοινωνικού ρεαλισμού της δεκαετίας του ’60, ακούγοντας και το υπέροχο τραγούδι της ταινίας, που μέχρι σήμερα μας ταξιδεύει μελωδικά.

Διαβάστε στο InTownPost.com

(Καζαμπλάνκα)

Διαβάστε στο InTownPost.com

(Στην Ζούγκλα του Μαυροπίνακα)

Διαβάστε στο InTownPost.com

 (2001 Οδύσσεια του Διαστήματος)