fbpx

banner αεροδρομίου

«Το InTownPost.com αποχαιρετά τον Γιώργο Σκούρτη», της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

 

 

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

 

«Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί

κρατούσαν δίκιο οι οχτροί

κι εμείς φωνάζαμε ζήτω και γεια»

Πέρασαν πολλά χρόνια και η αντιπολεμική κραυγή «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί»  σε στίχους Γιώργου Σκούρτη και μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου σε μια ανεπανάληπτη ερμηνεία από τον αρχάγγελο της Κρήτης, το Νίκο Ξυλούρη τραγουδιέται με το ίδιο πάθος και προκαλεί την ίδια συγκίνηση  στις μέρες μας, ενώ είναι άρρηκτα δεμένη με τους κοινωνικοπολιτικούς αγώνες του λαού μας.

Το τραγούδι γράφτηκε από τον Γιάννη Μαρκόπουλο το 1972 για την ταινία του Μανούσου Μανουσάκη «Βαρθολομαίος», στην οποία ξεδιπλώνεται ο παραλογισμός των θεσμών και της καθημερινότητας, που αλλοτριώνει τα πάντα χωρίς έλεος και συμπεριελήφθη στο δίσκο του συνθέτη με τίτλο «Διάλειμμα».

Αλλά δεν θα θυμόμαστε μόνο από αυτό το κορυφαίο τραγούδι τον Γιώργο Σκούρτη που αναχώρησε για το μεγάλο ταξίδι γεμίζοντας θλίψη τους φίλους του , τους αναγνώστες του, και όλους όσους  τον συνάντησαν και αντάλλαξαν μερικές κουβέντες από κοντά.

«Δεν θέλω να με θυμηθεί κανείς και ποτέ. Θέλω Α-θάνατος να ζήσω. Λέω να μην πεθάνω άλλο – δεν πρόκειται να με κηδέψετε – κι άμα με θάψετε – δεν θα ‘ναι η πρώτη φορά».

Αυτό είναι το επίγραμμά τού Γιώργου.Σκούρτη, που άφησε βαθιά την πατημασιά του  στο Ελληνικό θέατρο και στην πεζογραφία μας. Του συγγραφέα, που ποτέ δεν συμμορφώθηκε με τις νόρμες της πλειοψηφίας, που ποτέ δεν συμφώνησε  με το κατεστημένο, που υπήρξε οριακός, διαπεραστικός, και τόσο δυνατός.

Τύχη καλή λόγω επαγγελματικής θέσης με έφερε να γνωρίσω τον συγγραφέα.  Κάθε φορά με πήγαινε σε ένα διαφορετικό μπαράκι, κάποιες φορές στις «Μαριονέτες», δεν ξέρω αν υπάρχει σήμερα, όπου άκουγα την κριτική του στο πρόσωπό μου και εν συνεχεία συνομιλούσαμε. Κέρδος για μένα οι συνεντεύξεις που μου παραχωρούσε αυτός ο άνθρωπος των Γραμμάτων και της Τέχνης, όταν στα έργα του κυριαρχεί το στοιχείο της κοινωνικοπολιτικής καταγγελίας, οι αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου, ερωτικά ψήγματα και όχι μόνο.

Θυμάμαι τον Γιώργη Σκούρτη πάντα οργισμένο αφόρητα. Ο ίδιος εξηγούσε το γιατί:

«…Γι ‘ αυτό και γράφω αυτά που γράφω με τη γλώσσα που τα γράφω. Να ξεσπάω την οργή μου. Αυτή η οργή από τα μικράτα μου μ’ έκανε συγγραφέα. Κι όσο μεγαλώνω τόσο πιο οργισμένος νιώθω, γιατί είναι κι αυτός ο πούστης ο χρόνος, «τέλειωσες, μάγκα μου» σου ψιθυρίζει, «τίποτα δεν κατάφερες να πετύχεις που να κουλάρει την οργή σου, αϊ πέθανε λοιπόν».

Πολυδιαβασμένος ο Γιώργης Σκούρτης. Είχε χαρακτηριστεί και ως ο Έλληνας  Μπουκόβσκι, απέφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι τα φώτα της δημοσιότητας.

«Μόνος μου, ελεύθερος και απελπισμένος»,

συνήθιζε να λέει… και πάντα να αγωνιά για την Ελλάδα:

«Η Ελλάδα της Ιστορίας, της τέχνης και του στοχασμού δεν θα πεθάνει ποτέ. Η Ελλάδα των δρόμων, του μεροκάματου, των οικογενειακών, φιλικών και ερωτικών σχέσεων πεθαίνει κάθε στιγμή. Γι’ αυτό άλλωστε «ξανά προς τη δόξα τραβά». Έχουμε θάψει πολλές Ελλάδες μέχρι να φτάσουμε στη σημερινή που αργοπεθαίνει».

 

 

Ο Γιώργος Σκούρτης, η Βίκυ Μοσχολιού, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Λάκης Χαλκιάς στο μουσικό έργο «Μετανάστες», που κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1974 από την EMI Columbia

Ο Θύμιος Καρακατσάνης και ο Γιώργος Κωνσταντίνου στους θεατρικούς «Νταντάδες» του Γιώργου Σκούρτη σε σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη

Ο Γιώργος Σκούρτης, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Κάρολος Κουν

Γιώργος Σκούρτης έφυγε από την ζωή σε ηλικία 78 χρόνων.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου και έζησε όλη την ζωή του. Έχει γράψει πολλά θεατρικά έργα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, σενάρια καθώς και στίχους τραγουδιών. Επίσης έχει σκηνοθετήσει όλα τα θεατρικά του έργα, στη σκηνή, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο. Ήταν ενεργός μέχρι και την τελευταία του πνοή έχοντας ετοιμάσει άλλο ένα βιβλίο.

Πολλά από τα έργα του έχουν παιχτεί στο Θέατρο Τέχνης. Βιβλία του, όπως το εμβληματικό «Μπάρμπα-Τζωρτζ», έχουν μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες.

Ο ποιητικός του κύκλος «Μετανάστες» έργο-σταθμός στην ελληνική δισκογραφία  που κυκλοφόρησε το 1974, έχει μελοποιηθεί από τον Μαρκόπουλο  και αποτελεί ένα αφιέρωμα πάνω στους Έλληνες μετανάστες.

Ανάμεσα στα τραγούδια του άλμπουμ ξεχωρίζουν τα «Μιλώ για τα παιδιά μου» με τη Βίκυ Μοσχολιού και το ζεϊμπέκικο «Η φάμπρικα» με τον Λάκη Χαλκιά.

Λίγοι γνωρίζουν ότι έγραψε και τον «Ανεπανάληπτο», που μελοποίησε ο Κώστας Καράλης και τραγούδησε ο Τόλης Βοσκόπουλος.

Η σκληρή και αποκαλυπτική γλώσσα του αλλά και η θεματολογία του επηρέασαν την εξέλιξη της νεοελληνικής δραματουργίας της εποχής του.

Από τα νιάτα του είχε την παρακάτω θέση και ουδέποτε παρέκλινε από την πορεία του:

«Ποτέ δεν ήμουνα σε κόμμα ή απόκομμα, από χαρακτήρα δεν μπορώ να ακολουθώ τη «γραμμή», θέλω να χαράζω τις δικές μου, όμως θεωρώ την πολιτική συνειδητοποίηση ενάντια στο Άδικο και στο Κακό – τον πολεμοκάπηλο, ναρκομανή, πόρνο και «απεχθή πιστωτή» ανθρωποφάγο καπιταλισμό – το πρώτο καθήκον του πολίτη. Από πιτσιρικάς είμαι οργισμένος πολιτικά, έστω κι αν τότε δεν είχα τη γνώση να αναλύσω τις συμπεριφορές μου.»

Πρωτοεμφανίστηκε το 1970 στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν με το θεατρικό «Οι Νταντάδες», ένα έργο-σταθμό της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας., που ανέβηκε σε σκηνοθεσία Γιώργου Λαζάνη με τους Θύμιο Καρακατσάνη, Γιάννη Μόρτζο, Νίκο Μπουσδούκο.

Χρόνια μετά παρουσιάστηκε σε νέα εκδοχή στο θέατρο «Ζίνα», σε σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη, με τους Θύμιο Καρακατσάνη, Γιώργο Κωνσταντίνου, Τάκη Χρυσικάκο. Ο Γιώργος Σκούρτης είχε σχολιάσει για το έργο του σε αντιπαράθεση με το σήμερα:

«Το έργο μιλά για πολλές μορφές εξουσίας περιγράφοντας τι μπορεί να πάθει από αυτές ο άνθρωπος. Σήμερα η οικονομική κρίση είναι μια μορφή εξουσίας κάτω από την οποία συνθλίβεται το άτομο, όπως στη δικτατορία. Οι «Νταντάδες» είναι ένα μεγάλο έργο γιατί κάθε εποχή μπορεί να το διαβάσει διαφορετικά. Πάντα, θα σημαίνει κάτι»,

Άλλο σημαντικό του έργο, όπως το  «Κομμάτια και θρύψαλα»  πρωτοανέβηκε το ’76 στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν και  στη συνέχεια  στο Νέο Ελληνικό Θέατρο με σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή τον Γιώργο Αρμένη. Ένα σπονδυλωτό έργο «για την εφιαλτική θέα της νεοελληνικής πραγματικότητας που και σήμερα βλέπουμε, και έξω μας και μέσα μας» είχε σημειώσει  ο συγγραφέας.

Ακολούθησαν πολλά και σημαντικά θεατρικά έργα του,  «Ο Καραγκιόζης παρά λίγο Βεζύρης», «Απεργία», «Το θρίλερ του έρωτα», η άπαιχτη ακόμα Ιστορική τριλογία «Η δίκη του Σωκράτη», «Η κωμωδία του βασιλιά Ιουγούρθα», «Υπόθεση Κ.Κ.», «Εφιάλτες» και πολλά άλλα, γραμμένα σε μια πρωτόφαντη για το ελληνικό ρεπερτόριο σκληρή και συνάμα αποκαλυπτική γλώσσα, με πολύ χιούμορ, προσωπικές και συλλογικές τραγωδίες.

Τα έργα αυτά, μαζί με τα πεζογραφήματά του «Mπάρμπα-Tζωρτζ», «Αυτά κι άλλα πολλά», «Ιστορίες με πολλά στρας», «Το χειρόγραφο της Ρωξάνης», «Το συμπόσιο της Σελήνης», «Πήδημα Θανάτου», «Ο Κίλερ», «Αυτός ο μπάτσος», «Ο Σαίξπηρ ζει στο καταφύγιο», ένα από τα τελευταία του θεατρικά έργα, δημιούργησαν «τομή» στο ελληνικό θεατρικό και το λογοτεχνικό πεδίο, επηρεάζοντας τους νεότερους» όπως αναφέρεται.

Ο συγγραφέας έχει ένα γιο από τον γάμο του με την ποιήτρια και ηθοποιό Αγγελική Ελευθερίου, αδελφή του Μάνου Ελευθερίου.

Καλό ταξίδι να βρεις Γιώργο!