fbpx

banner αεροδρομίου

«Το «Boss» δίνει την έμπνευση, τον ρυθμό και ο Rambo το τελευταίο του αίμα», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 5

Υπάρχουν ζευγάρια που έχουν περάσει την αψίδα του θρησκευτικού μυστηρίου και διάγουν έγγαμο βίο με ή άνευ τέκνων, υπάρχουν και τα ζευγάρια που ακόμα αγοράζουν δώρα για γάμους φίλων των, ενώ ένα «συν» προσδιορίζει συνδετικά και απέριττα την ενήλικη σχέση τους, όπως: «συ-ζούν», «συ-γκατοικούν», «συν-υπάρχουν» αστεφάνωτα, όπως αναφέρει και ο απλός λαός. Αχ, αυτός ο «απλός λαός» φωτιές που έχει ανάψει.

Βέβαια, ο κρισιανός άνθρωπος της νέα εποχής, ο σούπερ ντούπερ «survivor», όπως αυτοκρατορικά έχει γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων του όλο το αξιακό σύστημα, έτσι και αυτά τα περί «λαού», «κοινωνίας», «γειτονιάς», «συγγενολόια» είναι τόσο ντεμοντέ, τόσο passé στο λογισμικό του, που γελάει σπαρταριστά ο κάθε πικραμένος αγκαλιά με ένα κοπάδι παρδαλών αμνοεριφίων. Μόνο σε κάτι κλειστές κοινωνίες τα συναντάς ακόμα αυτά τα σκληρά ηθικοκοινωνικά, κάπου πέρα, μακριά σε ομιχλώδη, ανεξερεύνητα όρη που οι άνθρωποι φορούν ακρουδοτόμαρα και συνομιλούν με τους λύκους και τους αετούς, αλλά και σε κάτι αχαρτογράφητα νησιά καλυμμένα από την θαλασσινή αχλή, που ο ταξιδευτής δεν βρίσκει ποτέ σαν το μυστηριώδες νησί του Κινγκ Κονγκ.   

Οι πολέμαρχοι περασμένων αιώνων, έφιπποι στο εξαντλημένο, ματωμένο άτι τους κατά την διάρκεια της μεγάλης επίθεσης, μαστίγωναν τα άλογα στα μάτια τους για να μην βλέπουν περιφερειακά την φρίκη της μάχης και τρομαγμένα κόψουν βήμα και ταχύτητα κατά την τελική εφόρμηση. Σήμερα, ο ύμνος του ήρωα έχει αντικατασταθεί πλήρως με αυτόν του μακελάρη και κάθε νέος, νεότερος, έφηβος και μικρότερος άνθρωπος διαμορφώνει πλέον άποψη και ανεβάζει διάθεση ή «γκάζια», αντλώντας καύσιμα πολλών οκτανίων από τα εγωιτικά υψίπεδα του χαρακτήρα του, εν είδει χωματερής, που δημιούργησαν με ζήλο, πρωτίστως, η γονεϊκή παιδεία και δευτερευόντως η σχολική εκπαίδευση. Ξέρετε τι εννοώ, αυτοί οι δυο ηλεκτρικοί πόλοι, που εάν εργαστούν σωστά και συντονισμένα είναι ικανοί να υψώσουν τον κάθε μικρό άνθρωπο, ανεξαρτήτως φύλου, σε ανάστημα ήρωα και ημίθεου.

Σχέσεις, γάμος ή συνύπαρξη ανδρός και γυναικός ή γυναικός και ανδρός και όπως χαρακτηρίζουν οι πλείστοι όχι αγράμματοι, αλλά οι αμόρφωτοι ινστρούχτορες παντογνώστες είναι: «Ο μεγάλος πόλεμος των δυο φύλων: του αρσενικού και του θηλυκού», «Ο θεός της σφαγής» και άλλα θλιβερά τσιτάτα ικανά να διογκώνουν το μένος και τον ανθρώπινο φόβο σε μεγέθη οροσειράς των Ιμαλάϊων. Τρελοί, και αστοιχείωτοι ποτέ δεν υπήρξε πόλεμος ανάμεσά στο αρσενικό και το θηλυκό. Νοικοκύρεμα της οδού προσέγγισης επιτελούν για να γίνει η ένωση των δυο Αρχών ταχύτερα. Ένα ζευγάρι στο ένα εκατομμύριο έχει γράψει, από τότε, ο θείος Πλάτων για να επιτευχθεί το Έν Ον. Σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών θα πρέπει να είναι ένα ζευγάρι στα δέκα ή είκοσι εκατομμύρια που θα περάσει την οδό με απόλυτη επιτυχία. Οι υπόλοιποι ας συνεχίσουμε άκοπα την θεάρεστον εργασία της επιβεβλημένης οδοποιίας.    

Μόλις προχθες άκουσα με προσοχή το εξής περιστατικό σε σπίτι κοινού γνωστού, παίζοντας μεταξύ μας classic κουμκανάκι. Το κινηματογραφικό πλάνο στο σκηνικό της κρισιανής εποχής είναι σταθερό πάνω από τα μαγειρικά σκεύη λίγο πριν την ολοκλήρωση της συνταγής. Προσέξτε παρακαλώ λίγο, έχει σημασία τούτο: Είναι απίστευτα της μόδας να μαγειρεύει ο άνδρας την κρισιανή εποχή που διάγουμε. Εάν δε, διαθέτει και χέρι, όποιο από τα δυο νάναι, από πάνω μέχρι κάτω μπογιατισμένο με λογής αποκρυφιστικά σχέδια, ακόμα πιο ουράνιο και σέξι είναι.

Ο ήρωας στην συγκεκριμένη σεκάνς μαγειρεύει αφοσιωμένος. Ανακατεύει το μείγμα με δυο τρεις τελευταίες, γρήγορες κινήσεις της κουτάλας και δοκιμάζει αμέσως το σοκολατί κατασκεύασμα με τα δάχτυλα αμπογιάτιστου χεριού, όπως πράττουν όλοι οι «επαγγελματίες» του είδους στον Τιβίς. Μακρόσυρτα, ηδονικά μουγκρητά με τα μάτια κλειστά, όλο το πρόσωπο σε νεκρική ακαμψία, αιχμαλωτισμένο σε πέπλο μεθυστικής έκστασης, μοναδικές στιγμές του δημιουργού να προδίδουν σαφώς την επιτυχία της προσπάθειας. Η κουζίνα θυμίζει Τροία μετά την είσοδο του Δούρειου Ίππου, αλλά θα συγυριστεί μόλις τοποθετηθεί το μπολ στο ψυγείο για να πάρει θερμοκρασία ψύχους.

«Μωρό μου, το έφτιαξα. Η παραγγελιά σου είναι έτοιμη, παγώνει και σε μιάμιση ωρίτσα το τσακίζεις!», είπε δυνατά όλο χαρά, με την μελίχαρη φωνή του να πλέει βαρκούλα στα πέρα δωμάτια του σπιτιού.

«Φάτο μόνος σου! Έφυγε η όρεξη για γλυκό. Πάω για ποτό με την Γιάννα. Δεν ξέρω τι ώρα θα γυρίσω. Κανόνισε τι θα κάνεις. Το παιδί θα μείνει στην μάνα σου γιατί θέλω να κοιμηθώ το πρωί!», απάντησε έντονα, ατίθασα, βασιλικά και κοφτά να εκτοξεύει, ολούθε, η φωνή της από το σαλόνι ακέφαλες πρόκες. Έκλεισε δυνατά την εξώπορτα, έτσι, χωρίς ένα «γεια σου».

Μουσική στο πλάνο, λήψη από ημι-φωτισμένη γωνία, ενώ αυτός καθαρίζει με σπασμωδικές κινήσεις το χάλι της κουζίνας. Σταματάει απότομα, ανοίγει το ψυγείο, τραβάει νευρικά έξω το μπολ με το σοκολατί κατασκεύασμα, κατευθύνεται, σχεδόν εν πτήση, προς το μπάνιο, σπρώχνει το παράθυρο και εκσφενδονίζει το σκεύος μαζί και το δημιούργημα στον ρυπαρό, σκοτεινό φωταγωγό της πολυκατοικίας, συλλαβίζοντας ελεγειακά, πεντακάθαρα την μέγιστη, ταξιδιωτική ιαχή του σύγχρονου πολεμιστή: «άντε γαμήσου!» Αναμένει ελάχιστα για να ακούσει τον βαρύ γδούπο της κρούσης στο τσιμέντο και να τον προσομοιάσει με ανθρώπινο σώμα. Το πρόσωπο του φιλοξενεί ξανά εκείνη την ηδονή της επιτυχίας. Χαλαρώνει. Εισπνοή εκπνοή και ο νους ξελαμπικάρει. Χαμογελάει δοξαστικά.

Καλεί τηλεφωνικώς να του φέρουν μια μεγάλη πίτσα σπέσιαλ με έξτρα τυρί, στρώνεται στον καναπέ με το χειριστήριο του πλέι στέισον απέναντι από την τεράστια τηλεόραση και ξεκινάει το παιχνίδι. Ευδαιμονία ενός κρισιανού «survivor» έπειτα από την αναμέτρηση στην ακτή των μαχών, εκεί στο ειδυλλιακό νησί της συν-ύπαρξης φύλων.

Μικρό και ανθρώπινο της στιγμής, που κτύπησε την πόρτα αυθόρμητα, όπως στα ζόρικα συμβαίνει, απορία ψάλτου βηξ: Δεν σκέφτηκε, καν, να μην «δολοφονήσει» το γλυκό, που έφτιαξε με τόσο κόπο; Θα μπορούσε να το «τσάκιζε» μετά το αλμυρό.                   

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

«Blinded by the Light»

 

 

  • Είδος: Μουσική κομεντί
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Γκουριντέρ Τσάντα
  • Με τους: Βιβέικ Κάλρα, Κουλβίντερ Γκιρ, Μίρα Γκανάτρα
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Tanweer

Στο Λούτον της Αγγλίας το 1987, στο μάτι της πυρηνικής έκρηξης του αγγλικού new wave και της electro pop, των Duran Duran, των Tears For Fears, των Cure, ο Άγγλος έφηβος, πακιστανικής καταγωγής, Τζάβιντ (Βιβέικ Κάλρα – καλός), ενηλικιώνεται εν μέσω φυλετικών και οικονομικών αναταραχών, ενώ γράφει ποίηση προκειμένου να «ξεφύγει» από τη μισαλλοδοξία που μαστίζει την πόλη του και από την αυστηρότητα του συντηρητικού πατέρα του.

Ένας άλλος Ινδός, Σιχ συμμαθητής του, τον «μυεί» στη αμερικάνικη, κλασική ροκ μουσική του «Boss», Μπρους Σπρίνγκστιν και ο Τζάβιντ βλέπει το φως το αληθινό, ανακαλύπτοντας τις ομοιότητες ανάμεσα στη ζωή της εργατικής τάξης και τους δυνατούς στίχους του Μπρους. Σύντομα, ο Τζάβιντ βρίσκει την καθαρτική διέξοδο για ν΄ ακολουθήσει τα όνειρά του και να εκφραστεί με τη δική του, μοναδική φωνή.

Σενάριο βασισμένο στα απομνημονεύματα του Πακιστανού Σαρφράζ Μανζούρ: «Greetings from Bury Park: Race, Religion and Rock N’ Roll», προσαρμοσμένο για την μεγάλη οθόνη από τον ίδιο τον συγγραφέα, την σκηνοθέτιδα και τον συνεργάτη της Πολ Μαϊέντα Μπέργκες. Μια αυτοβιογραφία του Μανζούρ για το πως ο διάσημος, Αμερικανός ροκάς  Μπρους Σπρίνγκστιν και τα τραγούδια του άλλαξαν 180 μοίρες την ζωή του.

Η Ινδο-Αγγλίδα σκηνοθέτις (γεννημένη στο Ναϊρόμπι και μεγαλωμένη στην Αγγλία) Γκουριντέρ Τσάντα, γνωστή από την ταινία που αγάπησε και το ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό «Κάντο Όπως ο Μπέκαμ» (2002), είναι όπως η Ελληνο-Αμερικανίδα Nία Βαρντάλος για την ελληνική ομογένεια των Η.Π.Α., καθώς όλες οι ταινίες της Τσάντα αφορούν Ινδούς, Πακιστανούς στην γηραιά Αλβιόνα. Έτσι λοιπόν και αυτή  μοσχοβολά άφθονο πακιστανικό κάρι εμπλουτισμένη πολύ, μα πάρα πολύ από αγγλο-αμερικάνικη μουσική εϊτίλα, με την πλάστιγγα, φυσικά, να γέρνει αισθητά προς τις μεγάλες επιτυχίες του Μπρους Σπρίνγκστιν εκείνης της περιόδου.

Η 59χρονη Γκουριντέρ Τσάντα, η οποία, παρακαλώ, είναι τιμημένη Δεσποσύνη (dame) Ο.Β.Ε. από την βασίλισσα (The most excellent Order of the British Empire) για την προσφορά της στις Τέχνες, όπως σε όλες τις ταινίες της, έτσι και στο «Blinded by the Light» κάνει μια χαρά την δουλειά της, προσφέροντας ένα feelgood μείγμα μοσχοβολιστών «μπαχαρικών», άκρως προσεγμένης παραγωγής του Νικ Έλις (ντυσίματα, έντυπα, νεολαιίστικη νοοτροπία εκείνης της δεκαετίας, φλερτ, σκηνοθεσία, ερμηνείες, άπαντα καλοβαλμένα), αλλά και ευχάριστου, είτε ρομαντικού, είτε μουσικού ακούσματος και θεάματος να χαϊδεύει διακριτικά, ευγενικά τις λείες παρυφές του μιούζικαλ και δη του «La La Land» made in England.

Τα περί φυλετισμού των Pakies (Πακιστανών) στην θατσερική Αγγλία με τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στη δεκαετία του ‘80, καταναλώνονται στο σενάριο σαν δυο μπουκιές ρυζιού με γκαράμ μασάλα για άρωμα. Περνάς όμορφα και τραγουδάς αρκετά σε δυο ακτές που τις χωρίζει ένας ωκεανός.   

   «Η Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης»

(La Paranza dei Bambini / Piranhas)

 

 

  • Είδος: Κοινωνική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ιταλία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Κλαούντιο Τζιοβανέζι
  • Με τους: Φραντσέσκο Ντι Νάπολι, Βιβιάνα Απρέα, Αλφρέντο Τουρίτο, Αρ Τεμ, Καρμίνε Πίτσο
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Αργυρή Άρκτος Σεναρίου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου 2019

Νάπολη. Ο 15χρονος Νίκολα και οι φίλοι του επιφανειακά μοιάζουν με τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους: θέλουν απλώς να περνάνε καλά και να βγάλουν χρήματα για να αγοράσουν φανταχτερά ρούχα, γκάτζετ και σκούτερ. Όμως αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη παρέα: βολτάρουν στην κακόφημη περιοχή Σάνιτα, διψασμένοι να αποκτήσουν εξουσία παίζοντας με όπλα, μιμούμενοι τους μαφιόζους γύρω τους.

Βιώνοντας την ψευδαίσθηση ότι βοηθούν να επικρατήσει η δικαιοσύνη στη γειτονιά, προσπαθούν να κάνουν το καλό μέσα από το κακό. Αγαπιούνται σαν αδέλφια, δεν φοβούνται τη φυλακή ή τον θάνατο, ξέρουν ότι πρέπει να τα ρισκάρουν όλα, τώρα. Βιώνουν τον πόλεμο με την ανευθυνότητα των νιάτων, αλλά οι εγκληματικές τους πράξεις σύντομα θα τους οδηγήσουν στην απώλεια της αγάπης και της φιλίας.

Ένα ακόμα μυθιστόρημα του «ειδήμονα» δημοσιογράφου στα περί μαφίας θεμάτων – ως δεύτερος Μάριο Πούτζο (προς Θεού, χιούμορ κάνω) – αλλά και συγγραφέα Ρομπέρτο Σαβιάνο περνάει στην μεγάλη οθόνη. Έπειτα από το πολυσυζητημένο μυθιστόρημα και εν συνέχεια στην πολύ καλή κινηματογραφική του μεταφορά το «Γκομόρα» (2008), σε σκηνοθεσία του Ματέο Γκαρόνε (έγινε και τηλεοπτική σειρά με την ίδια επιτυχία), εκτός του ότι έδωσε «φιλί ζωής» στο ημιθανές, ιταλικό σινεμά, αποκάλυψε, παράλληλα τους μηχανισμούς της σύγχρονης ιταλικής μαφίας, γνωστή και ως Καμόρα, με αποτέλεσμα ο συγγραφέας να ζει έως σήμερα υπό το καθεστώς στενής, αστυνομικής προστασίας, καθώς απειλήθηκε ανοιχτά η ζωή του από τους μαφιόζους «νονούς».

Συγχωρέστε με για τον άπιστο συλλογισμό μου, αλλά δεν βλέπω τον λόγο ως προς τις απειλές των στελεχών του εγκλήματος προς τον συγγραφέα, αφού απροκάλυπτα πλέον και ξεκάθαρα τα παγκόσμια οικονομικο-πολιτισμικά ηνία έχουν περάσει στρατηγικά και λογιστικά, προ πολλού, στα χέρια των «νονών». Εμείς το έχουμε βούκινο και εκείνοι κρυφό καμάρι; Αστειότητες. Τέλος πάντων, η δύναμη του marketing, προφανώς, αντλεί από παντού ρεαλιστικές δυνάμεις για την καθιέρωση και την παρασημοφόρηση προϊόντων ψυχαγωγίας.

 Ιστορικά, όταν υφέρπει σαν τοξική αχλή η πολιτισμική κρίση, τώρα πια με εξέδρα την παγκοσμιοποίηση, τρεις κλάδοι ευημερούν: Ο τζόγος, η πορνεία και η θρησκεία. Όπου τζόγος και πορνεία, εσείς συμπληρώστε τις υποκατηγορίες: ναρκωτικά, λαθρεμπόριο, τοκογλυφίες, αλκοόλ και όλα τα παρελκόμενα του μαύρου χρήματος που εκπορεύονται από την δράση του παγκόσμιου, οργανωμένου εγκλήματος.

«Η Μεγάλη Νύχτα της Νάπολης» («Τα Παιδιά της Τράτας» ο ελληνικός τίτλος του βιβλίου, που προτείναμε στο InTownPost από τις εκδόσεις Πατάκη), ως ιστορία προηγήθηκε εκδοτικά του μπεστ σέλερ «Γκομόρα» και σε κινηματογραφικό σενάριο του ίδιου του συγγραφέα, του σκηνοθέτη, αλλά και του Μαουρίτσιο Μπράουκι (επιμελήθηκε και το σενάριο του κινηματογραφικού «Γκομόρα») ακολουθεί την «ουρά» της πρώτης, μεγάλης κινηματογραφικής επιτυχίας. Ο 41χρονος, Ρωμαίος, σκηνοθέτης Κλαούντιο Τζιοβανέζι, επίσης, σκηνοθέτης δυο τηλεοπτικών επεισοδίων του «Γκομόρα», έκανε καλή δουλειά εδώ, ακολουθώντας πειθαρχημένα και ουσιαστικά το περιβάλλον και το νόημα του βιβλίου.

Καλή παραγωγή, σε παραδοσιακό μοτίβο κινηματογράφησης, με άψογη φωτογραφία του βραβευμένου Ντανιέλε Τσίπρι, όπως δηλαδή αρμόζει σε ταινίες του είδους και φόντο την Νάπολη, οι δυο, απίθανοι, νεαροί πρωταγωνιστές ρολάρουν την πλοκή με πάθος και ένταση, αφήνοντας θετική εικόνα στον θεατή ως προς την δυναμική της υποκριτικής τους παρουσίας.

Βέβαια, θα ζορίσω ελάχιστα τον πολιτικά ορθό «κινητήρα» της ταινίας, γράφοντας, πως σε μια πολιτισμικά αδιέξοδη κοινωνία, καλύτερα παράνομος, παρά σκλάβος, οπότε η σεναριακή πυξίδα, η οποία αναζητά τις κινηματογραφικές εντυπώσεις της δηθενιάς, ας είναι καλύτερα προσανατολισμένη σε τέτοιου ευαίσθητα θέματα. Ας αφήσουμε στην άκρη τα περί εφηβικής αθωότητας και άλλων τέτοιων αφελειών. Σε περασμένους αιώνες, προηγμένων και μη κοινωνιών, οι 15χρονοι νέοι και νέες είχαν ήδη εξοικειωθεί με τα όπλα και συμμετείχαν σε επικές μάχες. Εποικοδομητικό, λοιπόν, είναι η κριτική και η όποια καταγγελία να κτυπάει καρσί την αθέατη αιτία του προβλήματος και όχι να ατενίζει καλλιτεχνικά και ημιμαθώς την πληγή. Το πικρό υπογλώσσιο χάπι του σεναρίου της ταινίας που προτείνει, υποσυνείδητα αφήνει γλυκιά γεύση.

Είναι γνωστό, πως το σύστημα είναι πολυπλόκαμο και διαθέτει εκατοντάδες μορφές. Χρειάζεται προσοχή μεγάλη ως προς τα στρατόπεδα και τους χώρους που επιλέγει ο κάθε σεναριογράφος και σκηνοθέτης για να καταδείξει κινηματογραφικά την κοινωνική σήψη και τα προϊόντα της. Ακριβώς δίπλα από τον θεϊκό ήρωα ανασαίνει ο άγιος προδότης.

Γι αυτόν και μόνο τον λόγο ο Μάριο Πούτζο και ο Φράνσις Κόπολα στον αναντικατάστατο «Νονό», ουδέποτε αγιοποίησαν την μαφία, αλλά κατέδειξαν εύστοχα το νοσηρό σύστημα που διαχειριζόταν επιδέξια η μαφία. Παρακολουθώντας, λοιπόν, την ταινία και όπως είναι δομημένη πάνω στα σύγχρονα κοινωνικά δεδομένα: φτώχια, ανέχεια, αβεβαιότητα, ανεργία με τους πραιτοριανούς να προστατεύουν την πλουτοκρατία, αβίαστα έρχονται στην σκέψη οι στίχοι του Ρήγα: «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερης ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». Και οι παράνομοι έφηβοι, στην ταινία έχουν πάνω από μιας ώρας ελεύθερης και έντονης ζωής.

Όσο για την απώλεια ή τον θάνατο, ακόμα και την προδοσία στο ερεβώδες πεδίο του τρομερού, οργανωμένου, αστικού εγκλήματος; Δεν διαφέρουν από αυτά, εντός του πλαισίου της λαίλαπας, ενός «νόμιμου» πολέμου στα αιματηρά πεδία των μαχών. Η ελευθερία είναι το ζητούμενο ιδανικό και στις δυο περιπτώσεις.

«Η Ζωή του Τζον Φ. Ντόνοβαν»

(The Death & Life of John F. Donovan)

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Καναδάς, (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ξαβιέ Ντολάν
  • Με τους: Κιτ Χάρινγκτον, Νάταλι Πόρτμαν, Σούζαν Σαράντον, Τζέικομπ Τρέμπλεϊ, Κάθι Μπέιτς, Μπεν Σνέτζερ
  • Διάρκεια: 127’
  • Διανομή: Spentzos Film

Ο διάσημός ηθοποιός του κινηματογράφου και της τηλεόρασης Τζον Φ. Ντόνοβαν (Κιτ Χάρινγκτον  – καλός) πεθαίνει αιφνιδίως μετά από μία σειρά σκανδάλων. Ένας θαυμαστής του, ο 11χρονός Ρούπερτ Τέρνερ (Τζέικομπ Τρέμπλεϊ – καλός) είναι ο μόνος που γνωρίζει τι συνέβη στη ψυχή του Τζον. Για πέντε χρόνια ο Τζον και ο Ρούπερτ αλληλογραφούσαν κρυφά.

Περνάμε στο μέλλον, όπου ο Ρούπερτ (Μπεν Σνέτζερ) είναι ένας επιτυχημένος ηθοποιός και έχει γράψει ένα βιβλίο για την επικοινωνία του με τον Ντόνοβαν. Σε μία συνέντευξή του, ο Ρούπερτ θα μιλήσει και θα  αποκαλύψει όλα όσα γνωρίζει για την ταραγμένη ζωή του Τζον και  όλους τους συμβιβασμούς που έκανε για την φήμη καθώς και  για την δική του προσωπική ανάγκη να συνδεθεί με το είδωλο του.

Ουδέποτε με έπεισε για την σκηνοθετική του ορθότητα ο 30χρονος, Καναδός Ξαβιέ Ντολάν. Είναι φλύαρος, μπλοκάρεται σε σεναρικά αδιέξοδα, τα φτιάχνει όλα μόνος τους (μοντάζ, σκηνοθεσία, σενάριο, ακόμα και τον ενδυματολογικό σχεδιασμό οργανώνει) και οκτώ τον αριθμό ταινίες σε παραγωγή, πραγματικές μπαρούφες, με απόλυτη κορύφωση το χαοτικό «Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου» (2016).

«Η Ζωή του Τζον Φ. Ντόνοβαν», νοσεί σοβαρά από μέτρο, ρυθμό και ενδιαφέρον. Είναι εξυπνακίστικο όχι έξυπνο και μοιάζει σαν να έχει τοποθετήσει ο Ντολάν ένα καθρέπτη απέναντι του και να ψυχαναλύεται.

Διάφορες καταστάσεις στην ταινία που σκοντάφτουν σε ανούσιους, μάλλον, αυτοβιογραφικούς αλληθωρισμούς, ενδύουν όλη την παραγωγή στο φαιό χρώμα της βαρεμάρας. Με ένα καλό καστ να θάβεται κυριολεκτικώς και με τον Κιτ Χάρινγκτον (ο Τζον Σνόου του Game of Thrones) να γράφει καλά στον κινηματογραφικό φακό, ενώ η Νάταλι Πόρτμαν ταξιδεύει με κάρτα απεριορίστων διαδρομών από την μια αποτυχία στην άλλη (επειγόντως αναζητείται ρόλος διάσωσης για την καλή ηθοποιό). Οι δε υπόλοιπες εξαιρετικές κυρίες: Κάθι Μπέιτς και Σούζαν Σαράντον απλά βγήκαν μια βόλτα στον κήπο με ανώριμη, εφηβική συντροφιά.   

«Εντμόντ: Ένας Απρόβλεπτος Συγγραφέας»

(Edmond)

 

 

  • Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αλεξί Μιτσαλίκ
  • Με τους: Τομά Σολιβέρ, Ολιβιέ Γκουρμέ, Ματίλντ Σενιέ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

Δεκέμβριος 1897, Παρίσι. Ο Έντμοντ Ροστάντ δεν έχει κλείσει ακόμα τα τριάντα, έχει όμως ήδη δύο παιδιά και πολλά άγχη. Δεν έχει γράψει τίποτα εδώ και δύο χρόνια. Καθώς βρίσκεται σε απελπισία, προτείνει στο μεγάλο ηθοποιό του θέατρου Κονστάντ Κοκλέν τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα νέο έργο και συγκεκριμένα σε μια ηρωική κωμωδία.

Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα: το έργο αυτό δεν έχει γραφτεί ακόμα. Παραβλέποντας τις ιδιοτροπίες των ηθοποιών, τις απαιτήσεις των παραγωγών, τη ζήλια της συζύγου του, τις πικάντικες ιστορίες του καλύτερού του φίλου και την έλλειψη ενθουσιασμού όλων των γύρω του, ο Έντμοντ αρχίζει να γράφει το έργο που κανείς δεν πιστεύει. Προς το παρόν, έχει μόνο τον τίτλο: Σιρανό ντε Μπερζεράκ.

Σκηνοθετικό ντεμπούτο για τον ηθοποιό Αλεξί Μιτσαλίκ («Στην Πύλη της Αιωνιότητας», «Για Όνομα του Θεού») σε μια κεφάτη ταινία ιστορικής περιόδου γεμάτη θέατρο και αισιοδοξία. Ο Μιτσαλίκ έγραψε το σενάριο, βρίσκεται και στην παραγωγή, ενώ στην σκηνοθετική καρέκλα ως παρθενική του προσπάθεια δεν τα πηγαίνει άσχημα.

Αντιθέτως, είναι ευχάριστος, γενναιόδωρος, ενθουσιώδης δείχνει σε ορισμένες σεκάνς μια πληθωρικότητα, αναπόφευκτό καθότι Γάλλος, ακολουθώντας προσεκτικά, όμως, την ασφαλή σκηνοθετική γραφή του κινηματογραφικού είδους, εμφανώς επηρεασμένος από τον «Ερωτευμένο Σέξπιρ», για να καταλήξει, σχεδόν, σε αντίστοιχο αποτέλεσμα με γλυκύτητα και όμορφες, θεατρικές στιγμές. Εκεί, δηλαδή, που η ζωή πέφτει με φούρια και βοή στην αγκαλιά της θεατρικής Τέχνης, κάτι σαν την «Παράσταση μιας Ζωής» (Topsy-Turvy) του Μάικ Λι.

Ο νεαρός Τομά Σολιβέρ είναι απολαυστικός στον ρόλο του θεατρικού συγγραφέα Εντμόντ Ροστάντ, ενώ ο Μετσαλίκ, εκτός των άλλων, κρατάει τον ρόλο του θεατρικού συγγραφέα της Μπελ Επόκ, Ζορζ Φεϊντό και ανταγωνιστή του Ροστάντ.

Προσεγμένη παραγωγή με καλή αποτύπωση της εποχής, δροσερή ταινία (σπάνιο για γαλλική παραγωγή), που περνάς καλά βλέποντας μπροστά και πίσω από την αυλαία, την γέννηση του πιο διάσημου μυταρά του θεατρικού σανιδιού.

«Τρομακτικές Ιστορίες στο Σκοτάδι»

(Scary Stories to Tell in the Dark)

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Καναδάς (2019)
  • Σκηνοθεσία: Αντρέ Έβρενταλ
  • Με τους: Ζόε Μάργκαρετ Κολέτι, Μάικλ Γκάρζα, Γκάμπριελ Ρας
  • Διάρκεια: 108΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μυρίζει αλλαγή στην Αμερική του 1968, κάτι που δεν συμβαίνει στην κωμόπολη Μιλ Βάλεϊ, όπου για γενιές, η σκιά της καταραμένης οικογένειας των Μπέλοους, η οποία ίδρυσε και την πόλη, πέφτει βαριά.

Στην εγκαταλελειμμένη βικτωριανή έπαυλη των Μπέλλους, στην άκρη της μικρής πόλης, η Σάρα, ένα κορίτσι με φριχτά μυστικά, μετέφερε τη ζωή της σε μία σειρά από τρομαχτικές ιστορίες, γραμμένες σε ένα βιβλίο που έχει υπερβεί τον χρόνο. Ιστορίες που έχουν τον δικό τους τρόπο να ζωντανεύουν εις βάρος μίας παρέας πέντε εφήβων που θα ανακαλύψει το τρομαχτικό βιβλίο της Σάρα.

Οι διάσημες ιστορίες τρόμου για παιδιά με τον τίτλο «Scary Stories to Tell in the Dark», του Άλβιν Σβαρτς (25 Απριλίου 1927 – 14 Μαρτίου 1992), γραμμένες το 1981, κατέκτησαν αμέσως το εφηβικό και νεανικό, αναγνωστικό κοινό των Η.Π.Α., πουλώντας οκτώ εκατομμύρια αντίτυπα. Και ενώ η επιτυχία των βιβλίων του Σβαρτς ήταν τεράστια, οι αμερικάνικες βιβλιοθήκες αρνήθηκαν να τις συμπεριλάβουν στα ράφια τους, λόγω του νοσηρού περιεχόμενου τους. Το γεγονός αυτό καθ΄ αυτό, αλλά και οι σκοτεινές, πλήθους εφιαλτικών τεράτων ιστορίες των βιβλίων δεν πέρασαν απαρατήρητα από τον σύγχρονο κινηματογραφικό πατέρα των «τεράτων που αγαπήσαμε», τον βραβευμένο με Όσκαρ σκηνοθέτη για την «Μορφή του Νερού», Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο, ο οποίος βρίσκεται στην σεναριακή προσαρμογή της ταινίας και εν μέρει στην παραγωγή της ταινίας.

Ο Νορβηγός  σκηνοθέτης Αντρέ Έβρενταλ της ατμοσφαιρικής ταινίας τρόμου «Η Αυτοψία» και του «Κυνηγού Τρολ» (προβλήθηκε μόνο στο Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας), καθοδηγεί σκηνοθετικά τις σκοτεινές ιστορίες του Σβαρτς, απλώνοντας μια καινούργια γέφυρα επικοινωνίας με το εφηβικό και νεανικό, κινηματογραφικό κοινό.

Η εφηβική συντροφιά του τηλεοπτικού smash hit «Starnger Things», που οι δημιουργοί του Ματ και Ρος Ντάφερ, σαφώς εμπνευσμένοι από τις τρομακτικές, εικονογραφημένες ιστορίες του Σβαρτς, θα γίνει το αλεξίπτωτο για να προσγειωθεί το κοινό στο γνώριμο, κινηματογραφικό περιβάλλον των «Τρομακτικών Ιστοριών στο Σκοτάδι».

Τοποθετημένη όμορφα στην σφαίρα της προσεγμένης παραγωγής και του καλού σεναρίου, η ταινία διαθέτει όλα τα απαραίτητα συστατικά μιας ταινίας τρόμου που σέβεται τον εαυτό της και το συγκεκριμένο, ηλικιακά κοινό της. Αγωνία, σκοτεινή διάθεση, jump scares, ανατριχιαστικά τέρατα βγαλμένα από τις πιο απαίσιες, σκοτεινές γωνιές του μυαλού μας και μια υπόσχεση στους θεατές για γερές συνέχειες στην κουδουνιστή αλυσίδα του franchise.     

«Rambo: Το Τελευταίο Αίμα»

(Rambo: Last Blood)

 

 

  • Είδος: Δράση περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Εϊντριαν Γκρούνμπεργκ
  • Με τους: Σιλβέστερ Σταλόνε, Παθ Βέγκα, Σέρτζιο Πέρις – Μεντσέτα, Αντριάνα Μπαζάρα
  • Διάρκεια: 100΄
  • Διανομή: Odeon

Έπειτα από πολλά χρόνια και έχοντας ζήσει σε διάφορα απόμακρα μέρη του κόσμου, ο Ράμπο μοιράζεται το ράντζο του στην Αριζόνα με τη θετή του οικογένεια, τη Μαρία και την εγγονή της Γκαμπριέλα. Έχοντας χάσει τη μητέρα της και εγκαταλειφθεί από τον βίαιο πατέρα της, ο Ράμπο έχει σταθεί στην Γκαμπριέλα ως πατέρας – «θείο» τον φωνάζει – φροντίζοντάς την μαζί με τη Μαρία.

Τώρα πια στην εφηβεία, η Γκαμπριέλα είναι περίεργη να μάθει το παρελθόν της και αρχίζει να ψάχνει για τον βιολογικό της πατέρα, τον οποίο επιθυμεί να κρίνει η ίδια. Ταξιδεύει στο Μεξικό, βρίσκει τον πατέρα της που δουλεύει σε ναρκο-καρτέλ, απάγουν την κόρη του και την προωθούν στην πορνεία. Ο μπαρμπα-Ράμπο τρέχει για να την φέρει πίσω.

Από το «Πρώτο Αίμα» έως το «Τελευταίο Αίμα» πέρασαν 37 ολόκληρα χρόνια σκληρής αιμοδοσίας και να, το πέμπτο κατά σειρά κινηματογραφικό επεισόδιο του Τζον Ράμπο με τον ακούραστο Σλάι πατημένος στα 73 έτη – ζωή να έχει ο άνθρωπος – στα γνωστά του και μη εξαιρετέα: να οπλίζει ξανά καραμπίνες, να ακονίζει ματσέτες, να τεντώνει τόξα, να παγιδεύει τον τόπο με βόμβες, να κόβει κεφάλια, να μετατρέπει τον όποιο ήσυχο χώρο σε κολαστήριο, να τα βάζει και να εξολοθρεύει καμιά εξηνταριά μόνος του και φυσικά να θέλει να σώσει ανυπεράσπιστα κοριτσόπουλα από τους φονικούς και βίαιους Λατίνους κακοποιούς.

Αυτός είναι ο Ράμπο μας, που αγαπήθηκε σφόδρα από την καταπληκτική πρώτη ταινία του Τεντ Κότσεφ, ως ο παραμελημένος και περίγελος ήρωας των ειδικών δυνάμεων του πολέμου του Βιετνάμ. Αναβαθμίστηκε σε ψυχροπολεμικό, κινηματογραφικό προϊόν προπαγάνδας στην ριγκανική περίοδο, έπειτα μετασχηματίστηκε σε ασκητή μοναχό, πολεμιστή στις ασιατικές ζούγκλες σώζοντας ιεραποστόλους, για να καταλήξει, γηραιός και συνάμα υπεύθυνος, προστάτης, δανεικής οικογένειας.

Αυτός είναι ο Ράμπο, που το 1982 δεθήκαμε αποφασιστικά μαζί του, στην συνέχεια τον απορρίψαμε – ήμασταν, όμως ακόμα αόρατα together – τον συνηθίσαμε σχετικώς αδιάφορα, για να τον αποχαιρετίσουμε, (ίσως, λέω τώρα), ενήλικοι, ώριμοι πια και εμείς, εδώ, στην τελευταία σταγόνα του αίματος του, πάλι προδομένος, μόνος και έρημος, ρε γαμώτο. Δυόμιση αστεράκια για το farewell, Τζον Ράμπο!

Εάν βγει ξανά ταινία με τον Ράμπο δεν θα γράψω λέξη, το υπόσχομαι!