fbpx

banner αεροδρομίου

«Το όραμα του Λουκά Θάνου πήρε σάρκα και οστά στο Μαραθώνα», της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

Δύο χιλιάδες πεντακόσια εννιά χρόνια μετά, έγινε στο Μαραθώνα από τον σπουδαίο Λουκά Θάνο η αναπαράσταση της τραγωδίας του Αισχύλου «Πέρσες», ως ελάχιστος φόρος τιμής στο μεγάλο τραγικό ποιητή της αρχαιότητας, που πολέμησε γενναία στο Μαραθώνα και στο πεδίο της μάχης έχασε και τον αδελφό του τον Κυναίγειρο, ο οποίος πέρασε στην ιστορία ως ο κορυφαίος ήρωας Αθηναίος οπλίτης, που έδωσε τη ζωή του για να υπερασπιστεί την πατρίδα.

Η τραγωδία «Πέρσες», το σπουδαιότερο αντιπολεμικό έργο του Αισχύλου, θεωρείται η παλαιότερη σωζόμενη τραγωδία. Επίσης είναι η πρώτη τραγωδία που αντλεί τη θεματολογία της από ιστορικά γεγονότα και πραγματεύεται την οδύνη των Περσών, όταν πληροφορούνται  την συντριπτική τους ήττα. Το έργο το δίδαξε ο Αισχύλος οχτώ χρόνια μετά το γεγονός της ιστορικής ναυμαχίας στα νερά της Σαλαμίνας, από τις πιο σημαντικές μάχες στην ανθρώπινη ιστορία, που γράφτηκε στο συλλογικό υποσυνείδητο ως μια από τις κορυφαίες στιγμές ηρωισμού του ελληνικού κράτους.

Τη ναυμαχία της Σαλαμίνας παρακολουθήσαμε να αναβιώνει μέσα από την εξαιρετική παράσταση- αναλόγιο του Λουκά Θάνου, που έφερε δεκάδες Αθηναίους στο Μαραθώνα αλλά και τους ντόπιους που κατέκλυσαν το θέατρο – πολύ ενεργειακός χώρος – αποθεώνοντας κυριολεκτικά τον μεγάλο δημιουργό.

Στην κορυφαία τόσο σύγχρονη και επίκαιρη τραγωδία «Οι Πέρσες», ο Αισχύλος αφήνει τον αγγελιαφόρο να εξιστορήσει στη βασίλισσα Άτοσσα «πως μ’ ένα μόνο χτύπημα τόση ευτυχία γίνηκε στάχτη κ’ έρρεψε των Περσών το άνθος».

Η  παράσταση του Λουκά Θάνου συγκλονιστική, έχει να κάνει με ένα έργο, που χαρακτηρίζεται από οικουμενικότητα και διαχρονικότητα. Μιλά για τον πόλεμο για να υμνήσει την ειρήνη και παρακολουθεί βήμα – βήμα τα δραματικά γεγονότα της μέρας της ναυμαχίας , η οποία αν είχε άλλη έκβαση, ο κλασικός ελληνικός πολιτισμός πιθανότατα δε θα είχε ανθήσει κατά τους ιστορικούς.

Ο χορός, που αποτελείται από Πέρσες γέροντες, η βασίλισσα Άτοσσα, μητέρα του Ξέρξη και σύζυγος του Δαρείου, περιμένουν με αγωνία τα νέα της εκστρατείας. Ένας αγγελιαφόρος κομίζει την είδηση της φοβερής καταστροφής σε όλες τις διαστάσεις της. Πανικόβλητος, ο χορός επικαλείται το πνεύμα του νεκρού βασιλιά. Το φάντασμα του Δαρείου εμφανίζεται από το βασίλειο των νεκρών, ερμηνεύοντας τη συμφορά και προφητεύοντας την επερχόμενη τελική ήττα των Περσών. Με τη θλιβερή εμφάνιση του Ξέρξη, υπαιτίου της καταστροφής εξαιτίας της άμετρης υπεροψίας του, το δράμα των Περσών φθάνει στην κορύφωσή του, μέσα σε πένθος και θρήνους.

Κατά τον Αισχύλο, η συντριβή της περσικής βασιλικής δύναμης απορρέει από θεϊκή απόφαση και συνιστά τίσιν (τιμωρία) της Ύβρεως (αλαζονεία της εξουσίας και κατάχρησή της).

Το κοινό είναι προσκολλημένο στα δρώμενα. Κιχ δεν ακούγεται.

Η μετάφραση του Λουκά Θάνου μεταφέρει τέλεια το πνεύμα της τραγωδίας, το λυρισμό και τη μουσικότητα του κειμένου, που είναι το όχημα της παράστασης  και αποκαλύπτει τη μουσική υφή της τραγωδίας, καυτηριάζει τη ματαιοδοξία που οδηγεί στην ακόμη μεγαλύτερη συσσώρευση πλούτου απολυταρχικών καθεστώτων, εξαίρει το δημοκρατικό πολίτευμα, αναδεικνύει την τραγωδία ως μοιρολόι για τους νεκρούς κάθε πολέμου: «Κλάψε γι’ αυτούς που έχουν χαθεί» είναι τα τελευταία λόγια του Ξέρξη, που κριτικάρουν την στάση της Άτοσσας η οποία εξακολουθεί να τάσσεται  υπέρ της τυραννίας.

 Ο όλεθρος του πολέμου παραμένει ίδιος μέσα στους αιώνες. Το όραμα  του Λουκά Θάνου πήρε σάρκα και οστά έσμιξε τα χέρια του κατάμεστου θεάτρου σε ένα παρατεταμένο και δυνατό χειροκρότημα. Ο κόσμος δέχθηκε με πολύ μεγάλο ενθουσιασμό την παράστασή του, που υπηρέτησαν με απόλυτη συνέπεια ο Χορός αλλά και οι υποκριτές:

Ειρήνη Λαμπράκη, Ανδρέας Γιαννακούλας, Χαρά Γεωργάτου, Χρήστος Θάνος, Μαγδαληνή Τασούλα, Μαρία Γκράτσια Βατικιώτη, Χαρούλα Παναγοπούλου, Κλεάνθης Βαρσαμούλης.