fbpx

«Το Ξεκίνημα της Μέρας»

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Dita zë fill  / Daybreak)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Αλβανία, Ελλάδα (2017)
  • Σκηνοθεσία: Τζεντιάν Κότσι
  • Με τους: Ορνέλα Καπετάνι, Σουζάνα Πρίφτι, Κασέμ Χόχσα, Ερμής Κασιμάτης
  • Διάρκεια: 85’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας για την Ορνέλα Καπετάνι στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο

Βραβευμένος μικρομηκάς και νοκιμαντερίστας, ο Αλβανός σκηνοθέτης Τζεντιάν Κότσι κρούει την θύρα του σινεμά μεγάλου μήκους. Με διάκοσμο την αλβανική πρωτεύουσα του σήμερα και σενάριο δικό του, φέρνει σε πρώτο πλάνο την ανθρώπινη απόγνωση και δη της γυναίκας μάνας, που δεν έχει στο ήλιο μοίρα. Το όχημα, που είναι το απαραίτητο χρήμα για την επιβίωση, είναι άδειο από καύσιμα, εφιαλτικά τοποθετημένο όμως στο υψηλότερο σημείο του δρόμου. Από εκεί αφήνεται ελεύθερο, με το σύστημα πέδησης – που είναι ηθική – εντελώς κατεστραμμένο σε φρενήρη πορεία προς τον όλεθρο. Είναι το δίλλημα που σου γεννάει η ταινία του Κότσι και την κάνει να ξεχωρίσει, εάν τελικά είσαι υποστηρικτικά στο πλάι με το συγκεκριμένο σχέδιο της ηρωίδας ή εναντίον της. Το ενδιαφέρον στην ταινία είναι, ότι αυτή η νέα γυναίκα- μάνα δεν εγκληματεί με την ηθική αξιολόγηση του όρου. Η άρρωστη ηλικιωμένη που φρόντιζε κατ΄ οίκον πέθανε και η γυναίκα αυτή με ένα μωρό παιδί στα χέρια της, χωρίς στέγη, χρήματα, σύντροφο και εργασία, θάβει την πεθαμένη γριά σε έναν τοίχο και αφού προσφέρει έρωτα στον ταχυδρόμο παραλαμβάνει την κρατική σύνταξη της αποθανούσας, παραμένοντας στο σπίτι της σαν να είναι η ηλικιωμένη ακόμα ζωντανή. Το έγκλημα της βαθμολογείται αποκλειστικά από το σύστημα, που αντιδρά μόνο όταν αντιληφθεί, πως με κάποιο τρόπο το ληστεύεις.        

Η 30χρονη Λέττα (Ορνέλα Καπετάνι – εξαιρετική), μαζί με τον ενός έτους γιο της ζει σε ένα μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα στα περίχωρα της αλβανικής πρωτεύουσας των Τιράνων. Χρωστάει ενοίκια και ο ιδιοκτήτης είναι έτοιμος να την πετάξει έξω από το σπίτι. Εργάζεται για την ευκατάστατη Αριάνα, φροντίζοντας καθημερινά την κατάκοιτη 80χρονη μητέρα της, Σοφία (Σουζάνα Πρίφτη – πολύ καλή), που είναι συνεχώς συνδεδεμένη με μια τεχνητή μηχανή αναπνοής.

Για την Λέττα η δουλειά αυτή είναι μερικής απασχόλησης, και τα χρήματα δεν είναι αρκετά για να τα φέρει βόλτα. Ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματός της, την προειδοποιεί ξανά για τα οφειλόμενα ενοίκια και η Αριάνα ανακοινώνει απροσδόκητα στην Λέττα, ότι πρέπει να φύγει για τη Γαλλία, ώστε να σώσει τον γάμος της. Για τη νυχτερινή βάρδια στην φροντίδα της Σοφίας, η Αριάνα προσλαμβάνει την Όλα, μια νεαρή κοπέλα στο τελευταίο έτος των σπουδών της νοσηλευτικής. Η Λέττα αισθάνεται να απειλείται από τη νέα πρόσληψη. Λίγες μέρες μετά που φεύγει η Αριάνα, η Λέττα φτάνει νωρίς το πρωί στο σπίτι της Σοφίας και έκπληκτη βρίσκει την Όλα στο διαμέρισμά με το φίλο της, ενώ η κατάκοιτη Σοφία αναπνέει με δυσκολία, καθώς είχε αφαιρέσει την μάσκα του οξυγόνου της. Η άρρωστη ηλικιωμένη θέλει να πεθάνει και ζητά από την Λέττα να την αφήσει αλλά η Λέττα δεν μπορεί. Έχει να μεγαλώσει ένα παιδί μόνη της και αυτή η εργασία είναι ζωτικής σημασίας γι ‘αυτήν.

Ο σπιτονοικοκύρης, τελικά, κάνει έξωση στην Λέττα και μη έχοντας πουθενά αλλού να πάει, καρφώνει στην αφεντικίνα την νεαρή κοπέλα, που είχε φέρει τον γκόμενο στο σπίτι. Η Όλα απολύεται, και η Λέττα προσλαμβάνεται με πλήρη απασχόληση. Τώρα έχει μια καλύτερα αμειβόμενη εργασία, καθώς και ένα νέο μέρος για να μένει. Ευτυχώς, η Σοφία φαίνεται επίσης να απολαμβάνει την παρουσία του μωρού και αρχίζει να είναι καλύτερα, ενώ ζουν όλοι μαζί.  Τα πράγματα βαίνουν καλά μέχρι που η Αριάνα σκοτώνεται στην Γαλλία σε αυτοκινητικό ατύχημα και ο σύζυγός της είναι σε κώμα.

Η Λέττα δεν τολμά να πει στην Σοφία την φρικτή είδηση. Επιπλέον, η Αριάνα δεν της είχε καταβάλει τον μισθό της. Η μόνη πηγή χρημάτων είναι η σύνταξη της Σοφίας, που παραδίδει ο ταχυδρόμος σε μετρητά κάθε μήνα μετά από έλεγχο για την κατάσταση της υγείας της Σοφίας. Για να διατηρήσει η Λέττα τη νέα της ζωή, πρέπει να κρατήσει ζωντανή την Σοφία με οποιοδήποτε κόστος, αλλά όταν η Σοφία ανακαλύπτει για το θάνατο της κόρης της, χάνει τη θέληση για ζωή και πεθαίνει. Η Λέττα, ανήσυχη για το μέλλον τους και φοβούμενη μην μείνουν άστεγοι χτίζει το πτώμα στον τοίχο και καταφέρνει να ξεγελάσει τον ταχυδρόμο για το συνταξιοδοτικό.

Κλειστοφοβική η ατμόσφαιρα του 39χρονου Τζεντιάν Κότσι. Δωμάτια, χώροι, πρόσωπα, καθημερινές συνήθειες, ίδιες κινήσεις, μικρές αλλά σημαντικές αποκαλύψεις, λίγα λόγια, πολλές σκέψεις. Δωρικά κινηματογραφημένη η ταινία με αφηγηματική λιτότητα και τις συναισθηματικές εναλλαγές έντονες στα πολύ καλά πλάνα, αλλά και στην συμμετοχή του στακάτου μοντάζ του Χρήστου Γιαννακόπουλου και της Μπονίτα Παπαστάθη, συντροφιά με την ατμοσφαιρική φωτογραφία του Ηλία Αδάμη.

Αλβανική και Ελληνική υπόθεση η παραγωγή είναι άξια προσοχής για πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη. Στην αυλή του ρεαλιστικού δράματος κινείται άνετα, εγκλωβίζοντας το ενδιαφέρον σου, ενώ το βλέμμα δεν αποχωρίζεται την πρωταγωνίστρια Ορνέλα Καπετάνι, που εκπέμπει δύναμη και έναν αδιόρατο μαγνητισμό στον φακό. Καλή ηθοποιός, γνωστή από τις ταινίες «Η Διόρθωση» και «Η Κόρη» του Θάνου Αναστόπουλου, αλλά και από τις «Παρέες» του Σωτήρη Γκορίτσα, η Καπετάνι  κέρδισε επάξια το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο φεστιβάλ του Σαράγεβο. Κυκλώνει τον ρόλο, τον δαμάζει, τον κάνει δικό της και τον βγάζει μέσα από την ψυχή της σαρωτικά. Είναι καταπληκτική και μπράβο της!

Η σχέση ανάμεσα στην κατάκοιτη ηλικιωμένη και στην ανέστια, φτωχή νεαρή που την φροντίζει, ως έδαφος για να αναδιπλώνεται το σενάριο θα μπορούσε να δουλευτεί ακόμα λίγο. Το ζητούμενο, βέβαια, του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Κότσι έχει άλλο κέντρο ενδιαφέροντος και λειτουργεί σε ένα άλλο πεδίο, που αφορά την σύγχρονη εικόνα των νέων ανθρώπων που διψούν για ζωή αλλά η ζωή είναι απούσα. Η ύπαρξη κοινωνικότητας, τουλάχιστον στα μεγάλα αστικά κέντρα, άγεται και φέρεται από τους κανόνες του χρήματος.

Το δε φαινόμενο που παρουσιάζει η ιστορία με τους γηραιούς να πεθαίνουν και να μην ανακοινώνεται ο θάνατός τους για να εισπράττουν τα όποια μέλη της οικογένειας τις συντάξεις τους, είναι μια κατάσταση που τελευταίως, ομοίως η χώρα μας την βιώνει. Κάθε τόσο μαθαίνουμε πως σπίτια έχουν μετασχηματιστεί σε μικρούς τύμβους ή πυραμίδες, που συντηρούν επί σειρά μηνών και με διάφορα μέσα τα νεκρά σώματα των μοναδικών «χρηματοδοτών» ολόκληρης της φαμίλιας. Ποιος, τελικά, είναι ο ανήθικος σε τέτοιες περιπτώσεις;