fbpx

«Το Θείον Πάθος στις Κορυφαίες Στιγμές της Τέχνης», της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

Μεγάλοι ζωγράφοι υπήρξαν συνταξιδιώτες σε μια διαδρομή κατά την οποία όλοι προσπαθούν να αντιληφθούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, τη μαρτυρική διαδρομή του Χριστού προς τον Γολγοθά. Το αγκάθινο στεφάνι, και οι σταγόνες του αίματος που  κυλούσαν από το μέτωπό του Ιησού έβαψαν τους πίνακές τους, αφήνοντας ως παρακαταθήκη την ταπείνωση και την υπομονή του.

‘Έργα γεμάτα ξεκάθαρα νοήματα, που φέρνουν στο νου τα μαρτύρια του Χριστού και φθάνουν σε λυτρωτική κορύφωση το βράδυ της Ανάστασης για να γράψει  ο μελωδός: «Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός, και δοξάσατε Χριστόν, τον αναστάντα εκ νεκρών …».

Πάμπολλα τα έργα. Σταθήκαμε στις απεικονίσεις των Ελλήνων και των ξένων σπουδαίων εικαστικών, που έγιναν διάσημες.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος

Ο El Greco εμπνεύστηκε από την Ανάσταση και τη ζωγράφισε δύο φορές. Όπως αναφέρεται πρόκειται για μνημειακούς πίνακες (αγίας τράπεζας ή πετάσματα βωμού) για τις καθολικές εκκλησίες, που φιλοτεχνήθηκαν, ο μεν πρώτος το 1577-79 και ο δεύτερος αρκετά χρόνια αργότερα.

Το πέτασμα βωμού του 1577-79, διαστάσεων 2,10Χ1,28 μ., ανήκει σε σειρά εννέα πινάκων που παραγγέλθηκε για τον ναό του Αγίου Δομήνικου του Παλαιού στο Τολέδο και αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη ανάθεση στον νεοφερμένο ξένο καλλιτέχνη.

Το σύνολο παρήγγειλε ο Ντον Ντιέγκο Ντε Κατσίγια (Don Diego de Castilla), ιερατικός προϊστάμενος του καθεδρικού ναού του Τολέδο και εκτελεστής της διαθήκης της Ντόνα Μαρία Ντε Σίλβα (Dona Maria de Silva).

Ανάμεσα σε αυτά είναι η Προσκύνηση των Ποιμένων (Santander), η Ανάληψη της Θεοτόκου (Σικάγο) και η Αγία Τριάδα (Μαδρίτη).

Όλα είναι εξαιρετικές δημιουργίες των πρώτων χρόνων του Γκρέκο στην Ισπανία.

Η Ανάσταση (1597-1600, Μαδρίτη) εικονίζει τον Χριστό ψηλά, τους έκπληκτους στρατιώτες κάτω, ενώ στην κάτω αριστερή γωνία απεικονίζεται ο Άγιος Ιλδεφόνσος, προστάτης του Τολέδο.

Η μορφή του Χριστού, με την παλάμη στραμμένη στον ουρανό δείχνει τον θριαμβευτή επί του θανάτου, τριγυρισμένο από θεϊκό φως, ο οποίος, με το βλέμμα χαμηλωμένο στον Άγιο Ιλδεφόνσο (έχει θεωρηθεί πορτρέτο του Ντον Ντιέγκο Ντε Κατσίγια), εμπνέει ελπίδα σωτηρίας στους πιστούς.

Ο Λεονάρντο Nτα Βίντσι

Διασημότερος πίνακας όλων των εποχών μαζί με τη Μόνα Λίζα είναι ο Μυστικός Δείπνος του μεγαλοφυούς καλλιτέχνη. Πρόκειται για τοιχογραφία που βρίσκεται ακόμα κι σήμερα στην τραπεζαρία του μοναστηριού της Παναγίας Χάριτος του Μιλάνου, απέναντι σχεδόν από τη φημισμένη Σκάλα.

Φιλοτεχνήθηκε το 1495 από τον Ντα Βίντσι, ύστερα από επιθυμία του δούκα του Μιλάνου, ο οποίος ανέλαβε την ανακαίνιση της εκκλησίας. Απεικονίζει τον Ιησού με τους μαθητές του στην Ιερουσαλήμ, στο τελευταίο δείπνο πριν τη Σταύρωση.

Σύμφωνα με τη θρησκευτική παράδοση, εκείνο το βράδυ ο Ιησούς έπλυνε τα πόδια των μαθητών και τους κοινώνησε με το σώμα και το αίμα του.

Στη συνέχεια τους μίλησε για τον θάνατο και αναφέρθηκε στην επικείμενη προδοσία του. Ο Ιωάννης τον ρώτησε: «Ποιος, είναι, Κύριε, αυτός που θα σε προδώσει;» και ο Ιησούς απάντησε: «Είναι αυτός που θα του δώσω το ψωμί». Πλησίασε τον Ιούδα, και του είπε: «Ο,τι είναι να κάνεις, κάντο γρήγορα»….

Ο Ντα Βίντσι χρειάστηκε επτά χρόνια για να ολοκληρώσει το έργο και χρησιμοποίησε πραγματικά μοντέλα. Για το πρόσωπο του Ιησού, πέρασαν αρκετοί νέοι από το εργαστήρι του μεγάλου καλλιτέχνη, ανάμεσα στους οποίους επέλεξε έναν 19χρονο που είχε όμορφο και γαλήνιο πρόσωπο.

Χρειάστηκε έξι μήνες για ζωγραφίσει το πρόσωπο του Ιησού και έξι χρόνια για τους 12 Αποστόλους.

Τελευταίο ζωγράφισε τον Ιούδα. Το μοντέλο που χρησιμοποίησε ήταν ένας εγκληματίας, που βρισκόταν φυλακισμένος σε μπουντρούμι της Ρώμης. Είχε σκοτεινό πρόσωπο που έβγαζε κακία και φθόνο. Στο έργο ο Ιούδας βρίσκεται πέμπτος στη σειρά από δεξιά και φοράει μπλε και πράσινο χιτώνα. 

Ο Πίτερ Πολ Ρούμπενς

Εκατόν τριάντα πέντε χρόνια  μετά τον Λεονάρντο ντα Βίντσι, ο Φλαμανδός Πίτερ Πολ Ρούμπενς δημιουργεί μια ελαιογραφία με το Μυστικό Δείπνο (1630-1631) σε μια δική του εκδοχή, διαστάσεων 304 cm Χ 250 cm.

Ο θεατής μπορεί να προσέξει ότι το μόνο πρόσωπο που είναι μακριά από την ένταση του τραπεζιού είναι του Ιούδα. Ενδεδυμένος με μπλε χιτώνα έχει το δεξί του χέρι στο στόμα και με τα μάτια του αποφεύγει την άμεση επαφή με τα άλλα πρόσωπα του πίνακα.

Σίγουρα για τον Ρούμπενς ο Ιούδας είναι η δεύτερη σπουδαιότερη μορφή, μετά τον Ιησού, στο έργο του.

Ο Ιησούς είναι ντυμένος με κόκκινο χρώμα και φέρει κίτρινο φωτοστέφανο που περιβάλλει το κεφάλι του με το πρόσωπό του στραμμένο προς τα πάνω.

Όπως και σε πολλές άλλες απεικονίσεις της Βόρειας Ευρώπης, ένας σκύλος μπορεί να βρίσκεται στην σκηνή, ίσως να είναι ένα απλό κατοικίδιο ζώο. Μπορεί να αντιπροσωπεύει την πίστη, καθώς τα σκυλιά είναι παραδοσιακά σύμβολα και αντιπροσωπεύουν την πίστη σε πολλούς πίνακες.  Σύμφωνα όμως με τον ιστορικό τέχνης Τζ. Ρίτσαρντ Τζάντσον, ο σκύλος κοντά στον Ιούδα μπορεί να αντιπροσωπεύει την απληστία ή το κακό, ως σύντροφος του Ιούδα.

Ο Σαλβαντόρ Νταλί

Η Σταύρωση του Χριστού συγκίνησε και ενέπνευσε μεγάλους καλλιτέχνες.

Ο Χριστός του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού του Σαλβαντόρ Νταλί ονομάστηκε έτσι γιατί ο σχεδιασμός του βασίστηκε σε ένα σχέδιο ενός ιερέα μοναχού του 16ου του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού.

Στην «Σταύρωση», ελαιογραφία του 1951 από τον Νταλί, ο Χριστός απεικονίζεται στον Σταυρό του Μαρτυρίου χωρίς τα παραδοσιακά σύμβολα του Θείου Πάθους, όπως  το ακάνθινο στεφάνι καθώς και τα καρφιά από τα χέρια και τα πόδια του, ενώ έχει στραμμένο το πρόσωπό του, ώστε να μην είναι ορατό.

Ο ζωγράφος απέδωσε τις εν λόγω  παραλείψεις στη  διάθεσή του να φιλοτεχνήσει τον Χριστό «όμορφο σαν θεό, όπως Αυτός πράγματι ήταν».

Στο τέλος των σπουδών του για τη ζωγραφική, ο Ντάλι εξήγησε την έμπνευσή του: «Κατ ‘αρχάς, το 1950, είχα ένα «κοσμικό όνειρο» στο οποίο έβλεπα την εικόνα με το χρώμα. Στο όνειρό μου αντιπροσώπευε τον «πυρήνα του ατόμου». Αυτός ο πυρήνας αργότερα πήρε μια μεταφυσική έννοια. Το θεωρούσα ως την ίδια την ενότητα του σύμπαντος, τον Χριστό.

Τον Μάιο του 2013, στο BBC Radio 4 και στην εκπομπή «Great Lives», ο Βρετανός ποιητής Τζον Κούπερ Κλαρκ περιγράφει το έργο ως εντελώς διαφορετικό από οποιαδήποτε άλλο του ιδίου θέματος, αναλύοντας: «Η οπτική γωνία μεταφέρει τον πόνο αυτής της μεθόδου εκτέλεσης, ενώ ο καλλιτέχνης κρύβει τις κλισέ εκφράσεις του προσώπου, που συνήθως παρατηρούνται σε τέτοιες απεικονίσεις».

Ο Ραφαέλο Σάντσιο ντα Ουρμπίνο (Ραφαήλ)

Στο Πράδο εκτίθεται ο διάσημος πίνακας του Ραφαήλ – από το Ουρμπίνο της Ιταλιας – , «Πτώση στο Δρόμο του Γολγοθά» (El Pasmo de Sicilia – περ.1516). Απεικονίζει τον Ιησού να πέφτει αδύναμος, καθώς κουβαλά τον σταυρό του προς τον Γολγοθά.

Αριστερά και πίσω βρίσκεται ο Σίμων από την Κηρύνεια που σηκώνει το σταυρό βοηθώντας τον Ιησού και ταυτόχρονα να αγριοκοιτά, σχεδόν μαλώνει, με το βλέμμα τους φρουρούς στα πρόσωπα των οποίων διακρίνουμε το…καθήκον.

Σε αυτό το έργο του Ραφαήλ, ο σπουδαιότερος άνθρωπος είναι ο Χριστός, που έπεσε κάτω από το σταυρό ακολουθούμενος από στρατιώτες, λέγοντας στις πέντε άγιες γυναίκες: «Μην κλαις για Μένα. Να κλαις για σένα και για τα παιδιά σου».

 Στη μέση των πέντε γυναικών η Παναγία, η μητέρα του γονατίζει και σκύβει προς τον γιο της με μια χειρονομία να σπαράζει το μέσα της, βλέποντας τον υιό της να βαδίζει στον σταυρικό θάνατο.

Η ελαιογραφία αυτή διαστάσεων 318 cm x 229 cm αντικατοπτρίζει το ενδιαφέρον του Ραφαέλο Σάντσιο ντα Ουρμπίνο για την εκπροσώπηση των ακραίων σωματικών και των ψυχολογικών καταστάσεων.

Ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο

«Ο Χριστός στον Στύλο» του 1606 ή 1607, γνωστό και ως «Μαστίγωμα του Ιησού», η ελαιογραφία του Καραβάτζιο (διαστάσεις 134.5 cm Χ 175.4 cm), δίνει την εικόνα από την  μαστίγωση του Ιησού πριν τη δίκη και την καταδίκη του σε σταύρωση, κάπου στην αίθουσα κρίσεων του Πιλάτου

Έργο ζωγραφισμένο από τον καλλιτέχνη αμέσως μετά την άφιξη του στη Νάπολη και είναι ένα από τα δυο έργα με αυτή την θεματική.

Ο Καραβάτζιο έχει εξαφανίσει εντελώς τον περιβάλλοντα χώρο, μείωσε τα στοιχεία στο ελάχιστο και χρησιμοποίησε το φως για να κατευθύνει την προσοχή στα κρίσιμα σημεία της σύνθεσης του, δηλαδή στο πρόσωπο και τον κορμό του Χριστού, τα πρόσωπα των δύο βασανιστών και το χέρι που κρατά το μαστίγιο έξω από το πλαίσιο του έργου.

 Ο Φρανσίσκο Γκόγια

Ο εξαιρετικός «Εσταυρωμένος Χριστός» του Γκόγια (ελαιογραφία 1780 – διαστάσεις: 255 cm × 154 cm) ανήκει στους μόνιμους πίνακες του Πράδο της Μαδρίτης.

Ο Γκόγια από το χωριό Φουεντετόδος, (όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια) σύμφωνος με τους ισπανικούς μπαρόκ, εικονογραφικούς κανόνες για την απεικόνιση της Σταύρωσης, προσφέρει ένα από τα καλύτερα έργα του με θρησκευτική θεματολογία.

Το συγκεκριμένο έργο το υπέβαλε το 1780 ως τεκμήριο εργασίας για να εκλεχθεί μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Σαν Φερνάντο. 

Τηρώντας πιστά τις φόρμες του Άντον Ράφαελ Μενγκς, όπως το μαύρο φόντο, τα τέσσερα αντί για τρία νύχια, υποστηριζόμενα πόδια και μια τριγλωσσική επιγραφή στην κορυφή του σταυρού, που αρχίζει από το «IESUS NAZARENUS REX IUDEORUM», μειώνει την έμφαση στα λατρευτικά χαρακτηριστικά του δράματος, την παρουσία του αίματος και επικεντρώνεται προσεκτικά στο «μαλακό» μοντέλο της ζωγραφικής.

Με μισάνοιχτο το στόμα ο Ιησούς λέει προς τον πατέρα του, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή: «Ηλί Ηλί λαμά σαβαχθανί (Θεέ μου, θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;) και συγκλονίζει.

Ο Φώτης Κόντογλου

Ο Φώτης Κόντογλου (1895-1965) εξιστορεί  την «Εις Άδου Κάθοδο», στην Αγία Λουκία, το παρεκκλήσια της οικογένειας Ζαΐμη στο Ρίο Πατρών, το οποίο εξ ολοκλήρου αγιογράφησε τη διετία 1934-35.

Το έργο αυτό είναι ο αντίποδας της σύνθεσης του Παρθένη και αποτελεί, όπως όλο το έργο του Κόντογλου, μια ενσυνείδητη στροφή προς το βυζαντινό παρελθόν, προκειμένου να εξαρθεί η σωτηριολογική διάσταση. Ο Χριστός τραβά από τις σαρκοφάγους και ανασταίνει τους πρωτοπλάστους, τον Αδάμ και την Εύα, που εικονίζονται δεξιά και αριστερά του Χριστού, βρίσκονται δηλαδή μεταξύ τους απέναντι. Η σκηνή περιλαμβάνει τον Πρόδρομο Ιωάννη και τους Βασιλείς Δαυίδ και Σολομώντα από τη μια πλευρά και το χορό των Δικαίων από την άλλη.

Ο  Σπύρος Βασιλείου

Το ίδιο θέμα «Εις Άδου Κάθοδο» αγιογραφεί το 1930 ο Σπύρος Βασιλείου στην εκκλησία του πολιούχου της Αθήνας, στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη  στο Κολωνάκι.

Κυριαρχούν, στη σύνθεση,τα ρόδινα χρώματα που εναλλάσσονται με τα απαστράπτοντα λευκά, κι έτσι η χρωματική διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη σύνθεση. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Βασιλείου παριστάνει έναν άγγελο να δένει τον Βεελζεβούλ, ακολουθώντας έτσι την περιγραφή του Διονυσίου του εκ Φουρνά, στην «Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης» δύο αιώνες πριν (περί το 1730).

Ιδιαίτερη θέση στη σύνθεση κατέχει το «πλήθος» των Αγγέλων – ασυνήθιστο στοιχείο στην εις Άδου Κάθοδο- που ξεπροβάλλουν πίσω από τους βράχους και πλαισιώνουν τον νικητή Χριστό. Επίσης, ενώ ο Χριστός ανασταίνει τον Αδάμ με το ένα του χέρι, με το άλλο κρατάει τον Σταυρό και δεν σηκώνει την Εύα, η οποία βρίσκεται στα αριστερά – ως προς τον θεατή – δηλ., δεν βρίσκεται μαζί με τον Αδάμ και είναι στη συνήθη στάση της Δέησης, (με καλυμμένα μάλιστα τα χέρια).

«Όλος ο Σπύρος Βασιλείου που αγαπήσαμε μετά βρίσκεται σ’ αυτή τη σχετικώς νεανική εργασία του», όπως αναφέρει η  Μαρία Καραβία.

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

Γύρω στα 1907 ο Θεόφιλος κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή του στα μέρη της Παλαιάς Ελλάδας και συγκεκριμένα στο Βόλο και στο Πήλιο. Εκεί έδειξε τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του ιδιοφυΐας και μερικοί θεωρούν την εξαιρετικά δημιουργική αυτή δραστηριότητά του, ως την πιο χαρακτηριστική της τέχνης του, όπως μαρτυρούν τα καφενεία και τα σπίτια της Ανακασιάς και του Άνω Βόλου.

Στην εκκλησία της Μακρυνίτσας ο Θεόφιλος φαίνεται να θυμάται τον παππού του τον αγιογράφο, αφού ζωγραφίζει αγίους και εικονογραφικές παραστάσεις ολότελα αντιπροσωπευτικές της υψηλής λαϊκής τέχνης της Τουρκοκρατίας.

«Η Ανάστασις του Χριστού» (διαστάσεις: 0,68×0,46) είναι σύνθεση με έντονη διακοσμητική διάθεση και μια κάποια δόση απλοϊκότητας πρωτόγονης. Ο Χριστός απεικονίζεται μετέωρος πάνω από τον Τάφο, καθώς ανεβαίνει θριαμβευτικά στους ουρανούς περιβαλλόμενος από απαστράπτουσα φωτεινή δόξα. Κρατά σημαία με τον σταυρό (λάβαρο) και το σουδάριό του σκεπάζει ένα μέρος του σώματός του, ενώ το υπόλοιπο ανεμίζει ανάμεσα στα σύννεφα και τη δόξα.

Ο άγγελος που κάθεται πάνω στο μνημείο δείχνει τον κενό τάφο, ενώ οι τρεις στρατιώτες, που αποτελούν την φρουρά, ζωγραφίζονται σε διαφορετικές στάσεις.

Ο Κωνσταντίνος Παρθένης

«Η Ανάσταση» του Κωνσταντίνου Παρθένη είναι ένα έργο του 1917, και ανήκει στη θρησκευτική «τριλογία» (τα άλλα δύο είναι: Οι τρεις Μάγοι και Ο Θρήνος) που δημιουργήθηκαν την ίδια χρονιά.

Το έργο (ελαιογραφία σε μουσαμά, διατάσεις: 114×130 cm. Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου) είναι αποκαλυπτικό της μοναδικής ικανότητας που είχε ο ζωγράφος να αποδίδει στους πίνακές του το πνευματικό και γενικά το αιθέριο.

Η πνευματικότητα καθίσταται ορατή με το χρώμα, τη λεπτότητα της πινελιάς και τις εξαϋλωμένες φιγούρες. Το σώμα του Χριστού – που εικονίζεται λίγο δεξιότερα από το μέσο τυλιγμένος με το σάβανο – είναι εξαιρετικά σχηματοποιημένο και συνδυάζει θερμά και ψυχρά χρώματα, που ανταποκρίνονται και στα χρώματα των άλλων μορφών και του χώρου (κυπαρίσσια, λόφοι). Η «Ανάσταση» του Παρθένη έχει τη σφραγίδα της ιδιοτυπίας του ελληνικού και ειδικότερα του αττικού φωτός. Έτσι το έργο παίρνει ένα δοξαστικό χαρακτήρα, όπως είναι αυτός της Ανάστασης του Χριστού, της νίκης της ζωής πάνω στο θάνατο.