fbpx

«Το γνωστό παριζιάνικο παρεάκι επανακάμπτει, τα ντισνεϊκά παιχνίδια και οι επανεκδόσεις», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Οι επανασυνδέσεις φίλων ή γενικότερα οι παρέες που κρατούν χρόνια είναι ένα ακόμα αγαπημένο θέμα της μεγάλης οθόνης. Αγαπητό, πρωτίστως, γιατί έχει κάτι από τις δικές μας συνήθειες και ενδιαφέρον γιατί η φιλία – αυτή η ανεκτίμητη και δυσκολοαποκτηθείσα ανθρώπινη προίκα – το δέσιμο ζωής ανάμεσα σε διαφορετικούς ανθρώπους από τα νεανικά χρόνια δημιουργεί στις αισθήσεις μας ένα γοητευτικό, ελκτικό πεδίο, αλλά και μια περίεργη βαρυτική ατμόσφαιρα που άλλοτε προσαρμόζεσαι και το ευχαριστιέσαι ως θέαμα, κι άλλοτε ίπτασαι αδέξια στο κενό ψάχνοντας κάπου να πιαστείς, να σταθεροποιηθείς γιατί, διάολε, μοιάζεις τόσο συγκλονιστικά με κάποιον από αυτούς.

Νέοι και νέες, κάποτε μια όμορφη, νεανική συντροφιά, ένα παρεάκι απόλυτα εμβαπτισμένο στην ανεμελιά και την μποέμικη ζωή των νιάτων και των συμπαμαρτυρούντων αυτών, όπου ενηλικιώθηκε και ο καθένας τους διάλεξε διαφορετικό δρόμο ζωής, χάθηκαν από την σφαίρα της συντροφιάς και ως σαράντα κάτι χρόνων πιά, ανεβάζουν σισύφια τις προσωπικές τους ογκώδεις πέτρες στην κορφή του βουνού. Και να η επανασύνδεση, το αντάμωμα έπειτα από χρόνια. Άλλοι άνθρωποι, μα εκείνη η σπίθα της νιότης ασθενική αλλά ζωντανή. Τα προβλήματα, οι αλλαγές, οι συμβιβασμοί, ακόμα και η ενήλικη ελευθεριότητα, τα ράθυμα, νοητικά αντανακλαστικά αναδύονται ως βραχώδεις αποφύσεις στο πάλαι ποτέ ανέμελο και φουρτουνιασμένο αρχιπέλαγος των ιδεών τους. 

Ο πρώτος που «γυάλισε» άψογα το κινηματογραφικό τζάμι αυτού του θέματος, για να βλέπει πεντακάθαρα ο θεατής το γεγονός και την αντανάκλαση του ειδώλου του στην αυγή της δεκαετίας των μεγάλων κοινωνικών αλλαγών – αναφερόμαστε στην κρίσιμη δεκαετία των έιτις –  είναι ο σκηνοθέτης Λόρενς Κάσνταν το 1983 με την εκπληκτική ταινία «Η Μεγάλη Ανατριχίλα» (The Big Chill).

Θυμάστε, βέβαια, τα ζενερίκ έναρξης, που κατά την άποψη μου πρέπει να έχουν ήδη τοποθετηθεί ευλαβικά σε περίοπτη θέση, εκεί, στο πάνθεον της παγκόσμιας κινηματογραφίας: Η μεγάλη επιτυχία του Μάρβιν Γκέι με την αμερικάνικη ιδιωματική έκφραση «I Heard It Through the Grapevine» («το έφερε τ΄αμπέλι», συνήθως για τις φήμες το χρησιμοποιούν), να ακούγεται ολόκληρο το τραγούδι, την στιγμή που ενημερώνεται η «παλιο-παρέα» για το απονενοημένο του φίλου τους με εμβόλιμα πλάνα το εξαιρετικό, τελετουργικό της ένδυσης του αυτόχειρα.

Μια συντροφιά επτά ανθρώπων από τα τρομερά σίξτις και σέβεντις, που έχουν να ειδωθούν κάμποσα χρόνια: η Γκλεν Κλόουζ, η Τζόμπεθ Γουίλιαμς, η Μέρι Κάι Πλέις, ο Κάλβιν Κλάιν, ο Γουίλιαμ Χαρτ, ο Τζεφ Γκόλντμπλαμ και ο Τόμ Μπέρεντζερ – όλη η νέα, η «ψαγμένη» φουρνιά ηθοποιών του Χόλιγουντ εκείνης της εποχής– συγκεντρώνονται ξανά για να παραστούν στην κηδεία του φίλου τους και η ταινία του Κάσνταν πυρακτώνεται συθέμελα.

Το ευχάριστα «πένθιμο» reunion, στο ευφυέστατο σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και της Μπάρμπαρα Μπένετεκ, κυλάει σαν υδράργυρος στις καινούργιες κοινωνικές αισθήσεις του υλισμού και της απαξίας από μια γενιά, που παρά τους μεγάλους αγώνες και τις πολιτισμικές μάχες που έδωσε, κράτησε το διαχωριστικό τζάμι της ψευδαίσθησης ακέραιο και άθραυστο, ραγίζοντας όμως τα ίδια τα πρόσωπα. Ο ιδεαλισμός, η ποίηση, η ελευθερία, ο έρωτας, η πραγματική φιλότητα είναι ο νεκρός φίλος που επέλεξε την φυγή και τελικά τον κηδεύουν όλοι μαζί σαν φαρισαίοι, σαν «εφιάλτες» μιας προδομένης γενιάς. Και η ταυτότητα των νέων κοινωνικών δεδομένων με τον νεοεποχίτικο αλληθωρισμό, το τραμπαλιζόμενο politically correct εν μέσω ημιμάθειας, life style, γιόγκας και σαπουνόπερας, σκιαγραφείται αθόρυβα στην παρουσία της Μεγκ Τίλι, το σεξουαλικό «νυμφίδιο», την σύντροφο του νεκρού Αμερικάνου και ευαίσθητου «αδελφού».

Για την ιστορία απλά να αναφέρουμε, ότι τον ρόλο του νεκρού φίλου στην «Μεγάλη Ανατριχίλα» (The Big Chill) , ο Λόρενς Κάσνταν, τον έδωσε στον άσημο, τότε, Κέβιν Κόστνερ, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ούτε σε ένα πλάνο, καθώς ο σκηνοθέτης τα αφαίρεσε όλα στο μοντάζ.    

«Θάνατος στη Βενετία»

(Death in Venice)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία (1971) – σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες
  • Σκηνοθεσία: Λουκίνο Βισκόντι
  • Με τους: Ντερκ Μπόγκαρντ, Σιλβάνα Μάγκανο, Ρομόλο Βάλι, Μπιόρν Άντρεσεν
  • Διάρκεια: 130’
  • Διανομή: Bibliotheque΄
  • Διακρίσεις: 4 Βραβεία Bafta (Φωτογραφίας, Ενδυματολογίας, Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης, Καλύτερης Μουσικής) – Φεστιβάλ Κανών 1971: Τιμητικό Βραβείο στον Λουκίνο Βισκόντι για το συνολικό έργο του στην 7η Τέχνη
  • Προβολή της Ταινίας: Σινέ Βοξ (Εξάρχεια – με ώρες προβολής 20:50 και 23:05) – Σινέ Ζέφυρος (Πετράλωνα – με ώρες προβολής 21:00 και 23:00) – Σινέ Όαση (Παγκράτι – με ώρες προβολής 20:50 και 23:05)

Υπέροχη ταινία βασισμένη στη νουβέλα του νομπελίστα λογοτέχνη Τόμας Μαν («Der Tod in Venedig», δημοσιευμένη το 1912) σκηνοθετημένη από τον Ιταλό νεορεαλιστή Λουκίνο Βισκόντι, το οποίο έργο μεταφέρθηκε και σε τηλεταινία το 1990 από τον σκηνοθέτη σεξπηρικών έργων Ρόμπιν Λαφ.

Ο συνθέτης Γκούσταβ φον Άσενμπαχ (Ντερκ Μπόγκαρντ) αποφασίζει απογοητευμένος να αποτραβηχτεί μέχρι την Βενετία για να βρει τον εαυτό του και να συνεφέρει την καρδιά του ύστερα από καταπονετική και αγχώδη εργασία. Η πόλη όμως προσβάλλεται από επιδημία χολέρας και οι αρμόδιες αρχές δεν ενημερώνουν τους παραθεριστές για να μην φύγουν.

Ο διάσημος συνθέτης με σοβαρά προβλήματα υγείας, τελικά, δεν καταφέρνει να βρει την ησυχία και την γαλήνη που επιθυμεί, καθώς ερωτεύεται τον Τάντζιο (Μπιόρν Άντρεσεν), ένα νεαρό αγόρι που παραθερίζει οικογενειακώς εκεί.

Εξαιρετικά μινιμαλιστική σε διαλόγους η ταινία βασίζεται περισσότερο στη μουσική του Γκουστάβ Μάλερ (το Adagietto από την Πέμπτη Συμφωνία, το οποίο ανοίγει και κλείνει την ταινία, καθώς και τμήματα από την Τρίτη Συμφωνία εξαίσια ταιριασμένα), στις μεστές εικόνες, αλλά και στις σκέψεις του θεατή. Μουσική και εκπληκτικά τοπία στήνουν τον καμβά του Βισκόντι.

Μέσα από τις κρυφές κάμερες για μεγαλύτερη αυθεντικότητα ο Βισκόντι στήνει τον βωβό για τον σιωπηλό, καταπιεσμένο έρωτα του κομψού συνθέτη (Ντερκ Μπόγκαρντ – υπέροχος) στο θηλυπρεπές αγόρι, του οποίου τη λιτή και ατημέλητη ομορφιά θαυμάζει μέσα από κλεφτές ματιές. Δεν του μιλάει ποτέ, δεν το αγγίζει, δεν το πλησιάζει. Μια βασανιστική σκοποφιλία στο κάλλος που προέρχεται πέρα από τα συνηθισμένα και τα στερεότυπα.

Παρόμοια εμπειρία και συναισθήματα είχε βιώσει και ο Τόμας Μαν. Γι  αυτό τον λόγο η νουβέλα του, την οποία ακολούθησε πιστά ο Βισκόντι στο σενάριο αλλάζοντας μόνο την ιδιότητα του ήρωα από συγγραφέα σε μουσικό, είναι μια προσωπική καταγραφή συναισθημάτων του Γερμανού λογοτέχνη προς ένα ελκυστικό αγόρι 13 χρόνων με ναυτικό κοστούμι, που συνάντησε στις οικογενειακές του διακοπές το 1911 στην Βενετία.   

Ο «Θάνατος στη Βενετία», σε σενάριο του Νικολά Μπανταλουτσκό και του Λουκίνι Βισκόντι (προτάθηκε για Όσκαρ καλύτερων Κοστουμιών ο Πιέρο Τόσι) είναι ένα καλοδουλεμένο εγκώμιο για τον έρωτα, την οδύνη και την βαναυσότητά που προκαλεί η σύγκρουση της απολλώνιας εγκράτειας με το διονυσιακό πάθος, ακόμη και αν αυτός ο ίδιος ο έρωτας ξεφεύγει από τις κοινωνικές νόρμες και κατευθύνεται σε λάθος πρόσωπα, αν υπάρχουν λάθος πρόσωπα στον έρωτα.

«Μικρά Αθώα Ψέματα 2»

(Nous Finirons Ensemble)

 

 

  • Είδος: Δραμεντί
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Γκιγιόμ Κανέ
  • Με τους: Φρανσουά Κλουζέ, Μαριόν Κοτιγιάρ, Ζιλ Λελούς, Λοράν Λαφίτ, Μπενουά Μαζιμέλ
  • Διάρκεια: 135’
  • Διανομή: Odeon

Ο Μαξ (Φρανσουά Κλουζέ ) σε ηλικιακή κρίση θέλει να πουλήσει το εξοχικό του, να μείνει μόνος του, γεμάτος παραξενιές, χωρισμένος και με καινούργιο ταίρι, η οποία νέα σύντροφος του προσκαλεί κρυφά εκείνη την «παλιο-παρέα» ως έκπληξη στα 60α γενέθλια του.

Η παρέα καταφθάνει στο γνωστό σπίτι του Μαξ. Η Μαρί (Μαριόν Κοτιγιάρ) στο ίδιο στιλ όπως ήταν αλλά με παιδί, ο Έρικ (Ζιλ Λελούς) διάσημος ηθοποιός και πλούσιος με παιδί κι αυτός δίχως σύντροφο, ο Βανσάν (Μπενουά Μαζιμέλ) χωρισμένος και σε σχέση με άνδρα και ο αγαθούλης Αντουάν (Λοράν Λαφίτ) σαν να μην πέρασε ούτε ημέρα από πάνω του.

Στην μια εβδομάδα που θα περάσουν ξανά μαζί τις διακοπές τους θα ξεκινήσουν γεγονότα και καταστάσεις έτοιμα να ανάψουν την θρυαλλίδα που οδηγεί απευθείας στην μπαρουταποθήκη των ανθρώπινων συμπεριφορών.    

Εάν έχετε ήδη παρακολουθήσει την πρώτη ταινία του ηθοποιού και σκηνοθέτη Γκιγιόμ Κανέ «Μικρά Αθώα Ψέματα» (2011) και πραγματικά μείνατε ευχαριστημένοι από την vise versa θεματική της «Μεγάλης Ανατριχίλας» αλά γαλλικά, εδώ, συγγνώμη, αλλά θα απογοητευθείτε.

Είναι το γνώριμο ίσων δόσεων μιξάζ χιούμορ και δράματος, αυτή τη φορά σε υπερβολικό βαθμό, είναι οι ίδιοι ακριβώς ηθοποιοί, που ότι είχαν να δώσουν το πρόσφεραν γενναιόδωρα στην πρώτη έντιμη ταινία του Κανέ, με αποτέλεσμα στο δεύτερο μέρος να αρχίσουν οι βερμπαλιστικές, φράγκικες ερμηνείες για να καλυφθούν τα χαοτικά, αναμασημένα θέματα του σεναρίου, που μοιάζουν με τηλεοπτικό big brother.

Η ατυχία είναι, ότι από μόνοι τους οι Γάλλοι και εν ονόματι της κονόμας, δεν τραβάνε χειρόφρενο, καταστρέφοντας τα όποια αρώματα, τις όποιες γεύσεις άφησε η πρώτη συμπαθητική ιδέα, προ δεκαετίας περίπου, κατασκευάζοντας αυτοκρατορικά ανούσιες, δεύτερες συνέχειες στραγγαλισμένες στα πάσης φύσεως κλισέ με σκοπό, και καλά, να δημιουργήσουν ένα δεύτερο smash hit.

Η οδός της πεπατημένης είναι ξεκάθαρη στην ταινία και μυαλό δεν βάζουν, αν και θεματικά λειτουργεί αυτόνομα, δίχως ο θεατής αναγκαστικά να έχει δει την πρώτη μεγάλη επιτυχία του Γκιγιόμ Κανέ.

Ουδείς από τους γκράντε Γάλους πρωταγωνιστές δεν διασώζει την κατάσταση. Πάραυτα «μεγάλη ανατριχίλα» δημιουργείται στον θεατή από αυτό το επαναλαμβανόμενο, αφώτιστο και ανέμπνευστο sequel, με σοβαρό κίνδυνο να παρασύρει  στο βάραθρο του Καιάδα και εκείνο το πρώτο, το καλό.      

«Ο Έρωτας της Βιρτζίνια Γουλφ»

(Vita & Virginia)

 

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, Ιρλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τσάνια Μπάτον
  • Με τους: Τζέμα Άρτερτον, Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι, Ρούπερτ Πένρι-Τζόουνς, Πίτερ Φερντινάντο
  • Διάρκεια: 110΄
  • Διανομή: Seven Films

Στο Λονδίνο του 1920, η ασυμβίβαστη ποιήτρια και μέλος της υψηλής κοινωνίας Βίτα Σάκβιλ-Γουέστ (Τζέμα Άρτερτον) και η θρυλική, επίσης ασυμβίβαστη συγγραφέας Βιρτζίνια Γουλφ (Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι), θα ξεκινήσουν μια ταραχώδη, παθιασμένη σχέση, που θα ξεπεράσει όλα τα κοινωνικά ταμπού, θα αλλάξει για πάντα τις ζωές τους και το έργο τους θα μείνει στην ιστορία.

«Ο Έρωτας της Βιρτζίνια Γουλφ» είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της 33χρονης Αγγλίδας Τσάνια Μπάτον, όπου το σενάριο της ίδιας της σκηνοθέτιδας και της Άιλιν Άτκινς είναι εν μέρει βασισμένο στην αλληλογραφία των δύο γυναικών.

Μια ερωτική σχέση που ενέπνευσε την Βιρτζίνια Γουλφ να γράψει ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της: το «Ορλάντο».

«Η Ευτυχία»

(Le Bonheur)   

 

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία (1965) σε αποκατεστημένη ψηφιακά κόπια
  • Σκηνοθεσία : Ανιές Βαρντά
  • Με τους: Ζαν-Κλοντ Ντρουότ, Κλερ Ντρουότ
  • Διάρκεια: 80’
  • Διανομή: One from the Heart
  • Διακρίσεις: Αργυρή Άρκτος Φεστιβάλ Βερολίνου (1965) – Βραβείο Louis Delluc ως η καλύτερη Γαλλική ταινία της χρονιάς

Ο Φρανσουά ζει ευτυχισμένος με τη σύζυγο του Τερέζ και τα δύο τους παιδιά σε ένα εργατικό προάστιο του Παρισιού. Εκείνος είναι ξυλουργός και εκείνη μοδίστρα.

Όταν ο Φρανσουά πάει σε μια άλλη πόλη για δουλειά γνωρίζει την Εμιλί, υπάλληλο ταχυδρομείου, και ξεκινάει μια σχέση μαζί της που θα φέρει δραματικές αλλαγές στην οικογενειακή του ζωή.

«Η Ευτυχία» παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα στην ψηφιακά αποκαταστημένη της μορφή που επιμελήθηκε η ίδια η Ανιές Βαρντά.

Η Ανιές Βαρντά, μετά την ασπρόμαυρη «Κλεό από τις 5 στις 7», επέστρεψε με μια έντονα πολύχρωμη ταινία, πλαισιωμένη από τη μουσική του Μότσαρτ, με αναφορές στους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους, αλλά και τον Ζαν Ρενουάρ, καθώς μια σκηνή από την ταινία του «Πρόγευμα στη Χλόη» (Le Dejeuner sur L’Herbe – Picnic on the Grass) εμφανίζεται να παίζει στην τηλεόραση μέσα στην ταινία. 

Βουτηγμένη στα καλοκαιρινά χρώματα με την παλέτα της να κινείται σταδιακά προς το μελαγχολικό Φθινόπωρο, η Βαρντά καταθέτει με αριστουργηματικό τρόπο το δικό της ανατρεπτικό στοχασμό πάνω στην έννοια του έρωτα, της πίστης και βέβαια της ίδιας της ευτυχίας διαλύοντας μεθοδικά κάθε μελοδραματικό στερεότυπο. Ένας μοναδικός ύμνος στην ίδια τη ζωή, το απρόοπτο και το τυχαίο  και μια δημιουργία που παραμένει μοναδικά μοντέρνα με τον πιο αναπάντεχα τρόπο.

«Φαντάστηκα ένα καλοκαιρινό ροδάκινο με τα τέλεια χρώματά του και μέσα του υπάρχει ένα σκουλήκι. Φαντάστηκα πίνακες του ιμπρεσιονισμού που μεταδίδουν μια αίσθηση μελαγχολίας παρόλο που απεικονίζουν καθημερινές ευτυχισμένες σκηνές. Άκουσα Μότσαρτ και σκέφτηκα την υπεροχή του θανάτου. Έγραψα το σενάριο γρήγορα, το γυρίσαμε γρήγορα, όπως το ζωντανό φως των καλοκαιριών που περνούν γρήγορα. Σε έναν κόσμο γεμάτο από προκατασκευασμένες εικόνες ευτυχίας, είναι ενδιαφέρον να διαλύεις τα κλισέ», γράφει η Ανιές Βαρντά.

«Toy Story 4»

 

 

  • Είδος: Animation, περιπέτεια (και μεταγλωττισμένο και σε 3D)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζος Κούλεϊ
  • Με τις φωνές των: Τομ Χανκς, Τιμ ‘Αλεν, Ανι Ποτς, Τόνι Χέιλ, Τζόρνταν Πιλ, Κριστίνα Χέντρικς – και στην μεταγλώτισση: Άλκη Κούρκουλου, Γιώργου Λιάντου, Μαρίας Πλακίδη, Φοίβου Ριμένα
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο Γούντι ήταν πάντα σίγουρος για τη θέση του στον κόσμο και προτεραιότητα του είναι η φροντίδα του παιδιού του, είτε είναι ο Άντι είτε η Μπόνι. Οπότε, όταν το καινούριο παιχνίδι της Μπόνι, που είναι καρπός χειροτεχνίας από αναλώσιμα υλικά και ακούει στο όνομα Φόρκι αυτοαποκαλείται «σκουπίδι», ο Γούντι αναλαμβάνει να του δείξει ότι πρέπει να αγκαλιάσει το γεγονός ότι είναι ένα παιχνίδι.

Όταν η Μπόνι παίρνει την παρέα σε οικογενειακή εκδρομή, ο Γούντι καταλήγει σε μία απρόσμενη παράκαμψη που του επιφυλάσσει μία συνάντηση με τη χαμένη του φίλη Λόλα.

Μετά από χρόνια μοναχικής περιπλάνησης, το περιπετειώδες πνεύμα της Λόλα και οι εμπειρίες της στον δρόμο έρχονται σε αντίθεση με την ντελικάτη, πορσελάνινη επίστρωση της. Πάνω που ο Γούντι και η Λόλα συνειδητοποιούν ότι οι δύο κόσμοι τους είναι μακριά σε ό,τι αφορά τη ζωή τους ως παιχνίδια, την ίδια στιγμή καταλαβαίνουν ότι αυτή είναι η πιο ασήμαντη έγνοια τους.

Το 1995, το «Toy Story» άλλαξε το κινούμενο σχέδιο με την τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία του. Τέσσερα χρόνια μετά, το «Toy Story 2»  συνέχισε αυτή την πορεία που ολοκληρώθηκε με το «Toy Story 3».

Τι ξεχωριστό είχαν αυτοί οι χαρακτήρες που άγγιξαν τόσο κόσμο; Σύμφωνα με τον Άντριου Στάντον, που έχει συνυπογράψει τα σενάρια της σειράς, έχει να κάνει με τη μαγεία τους. «Όλοι, είτε το ξέρουν είτε όχι, επιθυμούν τα παιχνίδια τους να ζωντανέψουν» λέει. «Ένας λόγος που άρεσαν αυτοί οι χαρακτήρες είναι γιατί έχουν κάτι το ενήλικο και όχι κάτι αφελές. Τους δώσαμε ένα πιο γονεϊκό ρόλο».

 «Οι χαρακτήρες της σειράς έχουν κερδίσει τις καρδιές μεγάλων και μικρών σε όλο τον κόσμο, όπως συμβαίνει με τις κλασικές ταινίες», σχολιάζει ο Tom Hanks που δίνει τη φωνή του στον Γούντι. «Είναι γεμάτες με αθώους χαρακτήρες που ζουν συνεχείς περιπέτειες. Τους ξέρουμε όλοι και αναρωτιόμαστε ποιοι θα ήμασταν αν ήμασταν παιχνίδια».