fbpx

banner αεροδρομίου

«Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο»

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(La Nuit a Dévoré le Monde / The Night Eats the World)       

 

  • Είδος: Θρίλερ, Τρόμου
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ντομινίκ Ροσέρ
  • Με τους: Αντερς Ντάνιελσεν Λι, Γκολσιφτέ Φαραχανί, Ντενίς Λαβά
  • Διάρκεια: 93‘
  • Διανομή: Odeon

Ζόμπι παντού… ακόμα και στο Παρίσι! Βέβαια, όταν διαβάζεις από τον Γάλλο σκηνοθέτη Ντομινίκ Ροσέρ στο σημείωμα του, ότι έφτιαξε μια ταινία με ανθρωποφάγα ζόμπι για να τονίσει την σύγχρονη, ανθρώπινη μοναχικότητα με έναν ήρωα, που πριν αποκαλυφθούν μπροστά του τα ανεγκέφαλα, κανίβαλα δίποδα, αποκαλούσε τους ανθρώπους τέρατα, τότε αναφωνείς περίτρανα: «ε, αυτό μόνο Γάλλος θα το έφτιαχνε!»

Βρε διάολε, για την απομόνωση και την μοναξιά στο ξεκάρφωτο σκαρφίστηκες ζόμπι; Και μάλιστα δεν εξηγείς με ποιόν τρόπο ο πληθυσμός του Παρισιού και προφανώς όλης της Γαλλίας, μολύνθηκε και μεταμορφώθηκε σε τεράτογλου. Αυτά τα αεράτα μόνοι οι Γάλλοι τα εμπνέονται κατά την διάρκεια βρώσης κρουτόν σκόρδου με πατέ χήνας, εκλεκτού, λευκού τυριού δυτικών Άλπεων, κάτι όπως το Σαν Μαρσελάν Ντοφίν και βραστών λαχανικών, πίνοντας μποζολέ. Ε, μα…..

Ενώ η ταινία είναι υποφερτά σκηνοθετημένη με το σενάριο της να βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Πιτ Αγκερμέν – Pit Agarmen (αναγραμματισμός και ψευδώνυμο του Martin Page) – όλο το plot είναι στο κενό, κοινώς είναι άδετο, εντελώς ξέμπαρκο, δίχως σημεία στήριξης, απλά και μόνο για να ζήσουμε ως θεατές, εν μέσω αλληγορίας, τις μοναχικές ημέρες και τον αγώνα επιβίωσης ενός ανθρώπου που δεν έγινε ζόμπι σε μια νύχτα, αλλά κινδυνεύει από τα ζόμπι, βιώνοντας το: «μόνος είμαι και ότι γουστάρω κάνω», κλεισμένος σε ένα διαμέρισμα πολυκατοικίας, καπνίζοντας πούρα, πίνοντας κρασάκι συντροφιά με ζόμπι φυλακισμένο στο καγκελωτό του ανελκυστήρα.  

Για να μην φλυαρούμε, η ταινία του Ροσέρ, η οποία είναι δίγλωσση (εμείς είδαμε την αγγλική και όχι την γαλλική version) είναι η πρώτη του μεγάλου μήκους. Ως ντεμπούτο στην μεγάλη οθόνη του εν λόγω μικρομηκά σκηνοθέτη, αναφερόμενος στο τεχνικό κομμάτι δομής του φιλμ, είναι καλό και προσεγμένο, αλλά εάν δεν υπήρχαν στο σενάριο τα ζόμπι (καλό μακιγιάζ) για να με κρατήσουν κάπως ξύπνιο, περιμένοντας εάν θα τον λιανίσουν ή όχι, θα είχα γύρει ηττημένος στου καραβιού την πλώρη με βαθύ χασμουρητό από την βαρεμάρα.

 

Ο μοναχικός και σχεδόν μισάνθρωπος Σαμ (Αντερς Ντάνιελσεν Λι  – όκεϊ, τον βγάζει καλά τον ρόλο) πηγαίνει στο σπίτι της πρώην σχέσης του για να πάρει μια χαρτόκουτα με κασέτες μουσικής που του ανήκουν (νοσταλγική πινελιά, αναφορά σε άλλες δεκαετίες η κασέτα). Πετυχαίνει, όμως, την κοπελιά να δίνει πάρτι του χαμού με καμιά πενηνταριά καλεσμένους, να πίνουν και να ερωτοτροπούν σε διαδρόμους και δωμάτια. Ο Σαμ είναι αρκετή ώρα στο περίμενε για τις κασέτες, οπότε παίρνει την πρωτοβουλία να τις μαζέψει μόνος του. Εισβάλλει στο γραφείο τις ανακαλύπτει, αλλά ξαφνικά κλειδώνει την πόρτα και πέφτει για ύπνο σε μια καρέκλα. Άσχετο!

Το πρωί που ξυπνάει είναι ολομόναχος και ο μόνος ζωντανός, καθώς όλο το Παρίσι είναι γεμάτο από ανθρωποφάγα ζόμπι, τα οποία δεν περπατούν αργά όπως μας έχουν συνηθίσει, αλλά τρέχουν σαν διάολοι, πανάθεματα, έτοιμα να κατασπαράξουν κάθε τι ζωντανό και ανθρώπινο. Δεύτερο άσχετο!

Ο Σαμ πρέπει να επιβιώσει σε αυτό το κακό και αρχίζει να οργανώνεται στο διαμέρισμα, δίχως να προγραμματίζει να αφήσει το Παρίσι και να ψάξει για άλλους επιζήσαντες. Συνηθισμένος στην μοναξιά του είναι οι καλύτερες συνθήκες που θα μπορούσε να βρει για να συνεχίσει την ζωή του. Πάλι ξαφνικά, μια άζομπι κοπέλα από το πουθενά, η Σάρα (η όμορφη Περσίδα Γκολσιφτέ Φαραχανί – μικρή χρονικής διάρκειας η παρουσία της) εισβάλλει στο διαμέρισμα, πανικοβάλλει τον Σαμ και την πυροβολεί κατά λάθος. Προσπαθεί να την σώσει και εδώ ακριβώς η ταινία πηδάει διάσταση για να περάσουμε σε άλλα μονοπάτια, τέτοια που σκοπό έχουν να ξεκουνήσουν τον μονήρη ήρωα από το διαμέρισμα φυλακή και να ψάξει για ζωή στα πέριξ. Άσχετον είς τον κύβο!

Θα ήθελα ένα κρουτόν με Σαν Μαρσελάν Ντοφίν, θα ήθελα με τρέλα, ρε γαμώτο, να έπινα ένα κρασάκι με τον αείμνηστο Τζορτζ Ρομέρο για να πάνε τα φαρμακοζόμπια κάτω.