fbpx

«Τα Εσωτερικά Νοήματα της Ομήρου Οδύσσειας» (Μέρος Α’), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

 

 

Στην αρχαία ελληνική γλώσσα έχουν γραφεί πολλά λογοτεχνικά και άλλου είδους έργα και όλα μαζί αποτελούν την Aρχαία Eλληνική Γραμματεία. Tα παλαιότερα από αυτά τα έργα που μας σώζονται –και τα πρώτα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας– είναι τα ομηρικά έπη (Το έπος = λόγος, από το ρήμα ἔπω = λέγω) η Iλιάδα και η Oδύσσεια,

Aπό τα ομηρικά έπη, η Iλιάδα έχει κεντρικό θέμα τον θυμό του Aχιλλέα, που διαρκεί 51 μέρες, ο ποιητής όμως περιέκλεισε σ’ αυτές ολόκληρο τον δεκαετή πόλεμο του Iλίου, που έγινε κατά τη Mυκηναϊκή εποχή –πιθανότατα στις αρχές του 12ου αι. π.X.–, και κατέστησε έτσι το έπος του αληθινή Iλιάδα και όχι Aχιλληίδα· ενώ η Oδύσσεια εξιστορεί τον δεκαετή αγώνα του Oδυσσέα για τον νόστο, ο ποιητής όμως ενέταξε όλες τις μεταπολεμικές περιπέτειες του ήρωα (και όχι μόνο) σε 41 μέρες.

Tα ποιήματα αυτά, ωστόσο, δημιουργήθηκαν κατά τη Γεωμετρική εποχή, ειδικότερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 8ου αι. π.X. (η Oδύσσεια πιθανόν στις αρχές του 7ου αιώνα), στη δυτική Mικρά Aσία, όπου οι Aχαιοί (που δεν ονομάζονταν ακόμη Έλληνες) είχαν ιδρύσει αποικίες από τον 11ο αι. π.X., όπως και στα νησιά του Aιγαίου.

Kεντρικό θέμα της Oδύσσειας είναι ο αγώνας του βασιλιά της Iθάκης, του Oδυσσέα, να επιστρέψει με τους συντρόφους του από την Tροία στο νησί του και να ξαναπάρει τη θέση που είχε στο σπίτι του και στον λαό του.  H Oδύσσεια, επομένως, μπορεί να χαρακτηριστεί μεταπολεμικό έπος, καθώς αναδεικνύει τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν μετά τον Τρωικό πόλεμο, σε συνάρτηση με τις κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις της εποχής του ποιητή, κατά την οποία αποκτούν δύναμη οι «ευγενείς» και αμφισβητούν την κληρονομική βασιλεία.

Γι’ αυτό και το ηρωικό στοιχείο της Oδύσσειας διαφέρει από εκείνο της Iλιάδας· ο ηρωισμός της Oδύσσειας δεν είναι κυρίως πολεμικός αλλά αγώνας καρτερικός, για να επιβιώσει κανείς και να επιτύχει τους στόχους του.   

Το όνομα «Οδυσσέας» προέρχεται από το ρήμα «όδύσσομαι» (οργίζομαι, μισώ κάποιον) και σημαίνει εξοργισμένος, αλλά και ο μισούμενος από τους θεούς, αυτός που έδωσε αφορμές, δυσαρέσκειας, το έδωσε ο παππούς του (από την πλευρά της μητέρας του), ο Αυτόλυκος…Σύμφωνα με τον Όμηρο το όνομα σημαίνει «γιος της .πέτρας», αλλά πιο πιθανό είναι να συγγενεύει ετυμολογικά με την λέξη «οδηγός». Μπορεί επίσης να προέρχεται από το ρήμα «όδυνάω» που σημαίνει «προκαλώ .πόνο» με την έννοια «αυτός .που προκαλεί και αισθάνεται .πόνο».

Η ελληνική, αλλά και η ευρωπαϊκή λογοτεχνία, αρχίζει με το ηρωικό έπος και συγκεκριμένα με τα έπη του Ομήρου (τα πρώτα μέχρι σήμερα γραπτά λογοτεχνικά κείμενα ποιητικού λόγου), που τοποθετούνται στα μέσα του 8ου αι. π.Χ. Αυτό δεν σημαίνει ότι πριν από την εποχή αυτή δεν υπήρχε ποίηση. Η έρευνα κατέδειξε ότι η επική παράδοση έχει προϊστορία αιώνων και μάλλον ανάγεται τουλάχιστον στην όψιμη μυκηναϊκή περίοδο (μυκηναϊκά χρόνια 1600-1100 π.Χ.). Ο πρώιμος ελληνικός πολιτισμός αυτής της περιόδου, που τον ονομάζουμε «μυκηναϊκό», γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη στο ήδη αναπτυγμένο περιβάλλον της Μεσογείου, κάτω από την επίδραση των ώριμων πολιτισμών της Ιωνίας και της μινωικής Κρήτης.

Τα έπη του Ομήρου διαδραματίζονται στο μακρινό παρελθόν και μέσα από αυτά περνάει το ρεύμα της προφορικής ποίησης αιώνων. Ωστόσο, σε αυτά καθρεφτίζονται και οι κοινωνικές συνθήκες κατά την εποχή του ποιητή: για παράδειγμα, ο χαλκός συνυπάρχει με το μεταγενέστερο σίδηρο και οι μυκηναϊκοί θολωτοί τάφοι με την καύση των νεκρών, έθιμο της εποχής του ποιητή.

Όμηρος
Πρόκλος

Τα έπη του Ομήρου υπήρξαν μοναδικά για την αρχαία Ελλάδα, διότι όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ηρόδοτος, τόσο ο Όμη­ρος άλλα και ο Ησίοδος.·

«Ήταν οι πρώτοι πού δίδαξαν την θεογονία στους «Έλληνες, πού έδωσαν στους θεούς ονόματα, τούς απέδωσαν τιμές και περιέγραψαν τις μορφές τους».

Η παντοδυναμία των θεών και στα δύο έπη είναι εμφανής, αλλά και αυτοί, όπως και οι άνθρωποι, έχουν πάθη και ελαττώματα, που τους φέρνουν συχνά σε επαφή με τους ανθρώπους, άλλοτε με τη δική τους θεϊκή μορφή και άλλοτε με ανθρώπινη (ανθρωπομορφισμός). Η επαφή αυτή είναι φιλική και οικεία, ενίοτε όμως γίνεται εχθρική και σκληρή.

Στην Ιλιάδα οι θεοί στους οποίους πιστεύουν και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές είναι οι ίδιοι, αλλά οι προσωπικές τους συμπάθειες διαφορετικές· άλλοι υποστηρίζουν ολόψυχα τους Αχαιούς (Ήρα, Αθηνά, Ποσειδώνας) και άλλοι είναι με το μέρος των Τρώων (Απόλλωνας, Αφροδίτη).

Στην Οδύσσεια οι ολύμπιοι εξακολουθούν να παρεμβαίνουν με ανεξήγητο τρόπο στα ανθρώπινα ζητήματα, ωστόσο τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους είναι από ηθική άποψη περισσότερο δικαιολογημένα από ότι των θεών της Ιλιάδας. Παρεμβαίνουν όχι μόνο λιγότεροι στα ανθρώπινα πράγματα (με πρωταγωνιστές τον Ποσειδώνα, τον Δία και την Αθηνά) αλλά και, παρά τον εξανθρωπισμό τους, παίρνουν μεγαλύτερες αποστάσεις από την ηρωική δράση από ότι οι θεοί στην Ιλιάδα. Το κυριότερο: θεωρούν πως για ότι συμβαίνει στη γη δεν ευθύνονται μόνον οι ίδιοι αλλά και οι θνητοί

Οι θεοί μεταμορφώνονται ελεύθερα και μεταμορφώνουν επίσης τους ανθρώπους, κατά βούληση. Μπορούν να θεραπεύουν και να ανανεώνουν, να αποκοιμίζουν και να αφυπνίζουν, να καταστρέφουν και να διασώζουν. Αναμειγνύονται, με τρόπο υπερφυσικό, στην ανθρώπινη δράση, παίρνουν μέρος στη μάχη (θεομαχία) και έτσι το έπος κινείται σ’ ένα διπλό επίπεδο, με την εναλλαγή σκηνών μεταξύ ανθρώπων και θεών.

Χάρη στον άσεβή (άλλα οπωσδήποτε αλληγορικό) ανθρωπομορφισμό των ‘Ομηρικών θεών για πρώτη φορά στην γνωστή ιστορία ο άνθρωπος σταματά να φοβάται το Θείο και επιχειρεί να το γνωρίσει.

Και όχι μόνο αυτό. Εξυμνώντας ο Όμηρος τα αμέτρητα ανδραγαθήματα Θεών και ηρώων, διαπαιδαγώγησε τούς νεώτερους παραδίδοντας αθάνατα πρότυπα ηρωισμού και αρετής πού όλοι οι «Έλληνες θέλησαν να μιμηθούν. Σειρές γενεών ανδρώθηκαν στην Αρχαία Ελλάδα έχοντας ως πρότυπο ζωής την ανδρεία, την αγάπη για τον φίλο και την περιφρόνηση προς τον θάνατο του ‘Αχιλλέα. Την επινοητικότητα, την φρόνηση και την καρτερικότητα του Οδυσσέα, την σοφία και την ρητορική δεινότητα του Νέστορα, το ακατάβλητο πείσμα, την περηφάνια και την αξιοπρέπεια του Εκτώρα πού δεν παραιτείται από τον αγώνα παρ’ όλο πού ξέρει ότι είναι μάταιος. Την εμψύχωση, την δύναμη και την αντοχή του Αϊαντα, αθάνατα ηρωικά υποδείγματα.

Αυτό από μόνο του όπως εύστοχα αναφέρει ο Βασίλειος Χλέτσος, αρκεί για να εξηγήσει γιατί ο Όμηρος υπήρξε ο «πατέρας των Αρχαίων Ελλήνων», καθώς η αρετή της ανδρείας και της ρητορικής δεξιότητας και πειθούς, η επίτευξη της τελειότητας σε λόγια και έργα, αποτελούσαν τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Ελληνικού ιδανικού.

Η ομηρική κοινωνία έχει δύο όψεις: τον εμπόλεμο κόσμο των ηρώων και τον ειρηνικό των απλών ανθρώπων. Ο κόσμος αυτός προβάλλεται σε δύο φάσεις: σε καιρό πολέμου, στην Ιλιάδα, και σε καιρό ειρήνης, στην Οδύσσεια. Η αντίληψη για την ανθρώπινη ζωή αναδύεται μέσα και από τους δύο αυτούς κόσμους. Σημαντικό συστατικό στοιχείο του κόσμου των επών είναι η κοινωνία των ολύμπιων θεών, ενωμένη με χαλαρό σύνδεσμο κάτω από την κυριαρχία του Δία. Η προσέγγιση ανθρώπων και θεών γίνεται με τρόπο εντυπωσιακό.

Οι μορφές των ομηρικών ηρώων προβάλλονται αθάνατες αλλά και θνητές. Από την πλευρά των Αχαιών: ο Αγαμέμνονας, πρότυπο πολιτικής και πολεμικής αρετής, ο Μενέλαος, συναρχηγός και σχεδόν ομότιμος του αδελφού του, με μικρότερη επιρροή και πρωτοβουλία, ο γερο-Νέστορας, με σύνεση και ρητορική δεινότητα, ο τολμηρός και πολυμήχανος Οδυσσέας και πολλοί άλλοι. Οι ομηρικοί ήρωες αγαπούν τη ζωή, που είναι όμορφη. Αγαπούν τον αγώνα που θα τους δώσει τη δόξα (κλέος) και τη νίκη (κῦδος). Ο ηρωισμός όμως δεν αποκλείει τη θερμή αγάπη προς τη ζωή όπως την εκφράζει ο Αχιλλέας στην Οδύσσεια

Η Οδύσσεια γενικά παρουσιάζει έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό. Οι ήρωες δεν είναι εξιδανικευμένοι και ανήκουν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ανώτατο ιδανικό δεν είναι η ανδρεία αλλά η εξυπνάδα, η δεξιοτεχνία του κεντρικού ήρωα, του Οδυσσέα· η μορφή του παρουσιάζεται πολύπλευρη και αθάνατη στους αιώνες. Ο ποιητής έδωσε στον Οδυσσέα, σε μιά ισορροπημένη αρμονία, όλες τις αρετές που πρέπει να έχει ο ήρωας κάθε εποχής (τόλμη, ανδρεία, σύνεση, καρτερία, επινοητικότητα) με τα χαρακτηριστικά επίθετα πολύτροπος (= πολυγυρισμένος, εφευρετικός), πολύμητις (= πολύσοφος), πολυμήχανος (= επινοητικός), πολυτλήμων ή πολύτλας (= καρτερικός).

Ίσως λοιπόν δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηριχτεί πώς εάν οι «Έλληνες δεν είχαν ανατραφεί με την ηρωοκεντρική παιδεία του Ομήρου είναι αμφίβολο εάν θα είχαν αναπτύξει το θρυλικό ηρωικό ήθος πού τούς διέκρινε. Για παράδειγμα, η συγκλονιστική εποποιία κατά της Περσικής αυτοκρατορίας δεν ήταν αποτέλεσμα μονάχα της τεχνολογικής και στρατηγικής τους ανωτερότητας, άλλα και του διαχρονικού φρονήματος του Έλληνα οπλίτη πού είχε εμφυτευμένο μέσα του το αρχέτυπο του Ομηρικοί ήρωα.

Εξετάζοντας από φιλοσοφικής απόψεως την Οδύσσεια μάς δείχνει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να καθαρθούμε από τους ρύπους της κακότητος, το «πώς βιωτέον», καθώς και ότι η Οδύσσεια είναι η συμβολική αποτύπωση των σταδίων αυτής της εξελικτικής πορείας της ψυχής, μέχρι που ο Οδυσσέας-νους φτάνει μόνος στους Φαίακες, τους κατά φύσιν δαίμονες-αγγέλους, και εκθεώνεται. Γίνεται κι αυτός «κατά σχέσιν δαίμων», ένας «βροτός Φαίαξ», έχοντας μία αποστολή: να γυρίσει στην Ιθάκη, τον κόσμο της ύλης, απ’ όπου ξεκίνησε, γιατί αγαπάει τον τόπο του και τους ανθρώπους.

Κατά πόσο όμως σήμερα γνωρίζουμε πραγματικά τα Ομηρικά «Έπη; Πόσες και ποιες είναι άραγε οι ανεξερεύνητες «πτυχές» και τα «κρυμμένα νοήματά» τους; Μήπως οι αρχαίοι σοφοί είχαν σημαντικούς λόγους να τονίζουν ότι εκτός από κορυφαίος ποιητής ο Όμηρος υπήρξε και μέγας «αλληγοριστής» που δίδαξε με ποιητικό τρόπο περί του παντός;

Απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα μας δίδει ο Βασίλειος Χλέτσος στο άρθρο του Το «μυητικό» ταξίδι των Ομηρικών επών το οποίο ο γράφων (το παραθέτει σχεδόν αυτούσιο προσθέτοντας σε ορισμένα σημεία μερικές επιπλέον πληροφορίες) αρχίζοντας από το όνομα του Ομήρου. Το όνομα «Όμηρος» σύμφωνα με τον ιστορικό Έφορο, ετυμολογείται από το «ό μη όρων», δηλαδή αυτός αυτός πού δεν βλέπει. Το ότι ο Όμηρος ήταν τυφλός έχει τρεις ερμηνείες.

Η πρώτη είναι η προφανής, από φυσικά δηλ. αιτία, συνεπώς αυτό θα μπορούσε να συνέβαινε είτε σε εκ γενετής τύφλωση είτε σε κάποια ασθένεια είτε σε κάποιο ατύχημα, πού είχε στην διάρκεια της ζωής του. Την εκδοχή αυτή ενστενίζονται οι  Σμυρναίοι (που υποστηρίζουν ότι ο Όμηρος καταγόταν από τη Σμύρνη, Αργότερα τυφλώθηκε από αδιευκρίνιστη αιτία, και μάλιστα λόγω της τύφλωσής του, άλλαξε και το όνομά του, το οποίο έγινε από Μελησιγένης Όμηρος. [… κεκλῆσθαί φασί πρότερον Μελησιγένη, ὕστερον μέντοι τυφλωθέντα Ὅμηρον μετονομασθῆναι διά την παρ’ αὐτοῖς ἐπί τῶν τοιούτων συνήθη προσηγορίαν. Κατά τον Ιατρό Σπυρίδωνα Μαγγίνα, στην Εξαίρετη και σπάνια μελέτη του: «Εί Όμηρος Τυφλός» (1909) επισημαίνει ότι στις περιγραφές του, ο Όμηρος αναφέρει 39 χρώματα και αποχρώσεις τους: λευκός, μέλας, ερυθρός, ξανθός, χλωρός, ωχρός, γλαυκός, ηερόεις, ερεβεννός, κελαννός, κυάνεος, οίνοψ, ιοειδής, αιθαλόεις, αλιπόρφυρος, προρφύρεος, κ.λ.π. Επίσης μας παραθέτει τόσο συγκλονιστικές και Λεπτομερείς περιγραφές Ανθρώπων, Τοπίων, Αντικειμένων, Κτιρίων, Μαχών κ.λ.π , Επωμένος όχι μόνο τυφλός δεν μπορεί να ήτανε και όλες οι Αισθήσεις του και Ειδικότερα η Όραση του, πρέπει να ήταν Οξύτατες και η Παρατηρητικότητα του Εξαιρετική.

 Η δεύτερη ερμηνεία άφορα την τύφλωση του Ομήρου, ως Προμηθεϊκη τιμωρία στα όσα «άρρητα» ο Όμηρος ασεβώς αποκάλυψε στον λαό, υπό το πέπλο των «αλληγοριών» των «συμβόλων» και των «τελετουργιών των μυστηρίων». Μία κοινοποίηση λοιπόν των «ιερών και άρρητων» διδαχών θα επέφερε την τιμωρία, όταν κάποιος τολμούσε να ανακοινώσει τις διδαχές και τις τελετουργίες στις Μυστηριακές τελετές..  Έως τότε τόσο στα ιερά βιβλία, τις προγονικές παραδόσεις και τα Θεία άρρητα τελετουργικά,  όσο και στην γραφή, στις επιστήμες και τις τέχνες των Μουσών, πρόσβαση είχε η  μόνο η Ελληνική ιερατική τάξη, όπως συνέβαινε εξάλλου αντίστοιχα και στην Αίγυπτο και την  Βαβυλωνία τότε.

Στα αρχαία χρόνια η τύφλωση ήταν συνήθης τρόπος τιμωρίας άλλα και αυτοτιμωρίας, όπως διαπιστώνουμε και στον μύθο του Οιδίποδα. Στην Ιλιάδα μάλιστα αναφέρεται ο αοιδός Θάμυρις ο οποίος τυφλώθηκε επειδή τα έβαλε με τις Μούσες.

Η τρίτη ερμηνεία αφορά την τυφλότητα ως συμβολισμό «εσωτερικής όρασης», όπως μας αποκαλύπτει ο Πρόκλος, μιας και ο Όμηρος αποκάλυπτε ύψιστες θεολογικές και κοσμολογικές έννοιες, για την απόκτηση των όποιων δεν χρειάζονται οι αισθήσεις μας, αλλά μόνο η νόηση. Αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Ο Όμηρος, αντίθετα, ακολουθώντας μίαν άλλη και τελειότερη, κατά την γνώμη μου, κατάσταση της ψυχής, άπομακρυνόμενος από το κατ’ αίσθηση ωραίο και τοποθετώντας την νόηση του πάνω από κάθε ορατή και φαινομενική αρμονία, υψώνοντας μάλιστα τον νου της ψυχής του προς την αόρατη και πραγματική υπαρκτή αρμονία και οδηγημένος στην αληθινή ωραιότητα, έχασε το φώς του, όπως λένε εκείνοι που συνηθίζουν κάτι τέτοια μυθολογήματα… Είναι πάντως ολοφάνερο ότι οι μυθοπλάστες δικαιολογημένα λένε ότι τυφλώθηκε εκείνος πού αγαπά την θέαση τέτοιων πραγμάτων στον κόσμο, αυτός πού από τα φανερά πράγματα και τις απεικονίσεις ανυψώθηκε προς την απόκρυφη για τις αισθήσεις μας θέαση. Αφού λοιπόν κάποιοι έκρυβαν μέσω των συμβόλων κάθε φορά την περί των όντων αλήθεια, έπρεπε και η παράδοση σχετικά με αυτούς να μεταδοθεί στους μεταγενεστέρους με τρόπο κυρίως αλιγορικό».

Μήπως λοιπόν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος που οι Αρχαίοι Έλληνες  πέρα από μεγάλο παιδευτικό και αφηγηματικό λόγο του Ομήρου τον θεωρούσαν επίσης μέγα αλληγοριστή διδάσκαλο και μυσταγωγό; Αυτή ήταν μία αρκετά διαδεδομένη στα αρχαία χρόνια, αφού οι περισσότεροι μεγάλοι φιλόσοφοι είχαν τονίσει με έμφαση ότι ο Όμηρος δεν ήταν απλά ένας ραψωδός  που συνέθετε με σκοπό την ψυχαγωγία, αλλά ένας σοφότατος δάσκαλος που με τρόπο μυσταγωγικό και μέσω ποιητικών αλληγοριών δίδαξε περί του παντός.

Οι μύθοι είναι ένα από τα βασικά «εργαλεία» με τα οποία μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήσει συνείδηση μιας διαφορετικής πραγματικότητας, καθώς έρχεται διά μέσω αυτών, σε επαφή με αρχετυπικά σύμβολα και πρότυπα τα όποια συντροφεύουν τον άνθρωπο από καταβολής τής ιστορίας του. Συνθέτουν κατ’ αυτόν τον τρόπο το μονοπάτι πού οδηγεί τον άνθρωπο πίσω στην πηγή του, αναζητώντας τις αιτίες πού κρύβονται πίσω από τον κόσμο των φαινόμενων, εκεί όπου τα πάντα είναι «Ένα.

Η «ενορατική» γνώση, σύμφωνα με τον Bergson, αντιλαμβάνεται άμεσα την ουσία των πραγμάτων, σε αντίθεση με την ορθολογική επιστημονική γνώση που γυρίζει γύρω από τα πράγματα. Η πρώτη, αντικειμενική, ανήκει στο χώρο των αιώνιων και αμετάβλητων Αρχών, ενώ η δεύτερη, υποκειμενική, αγκαλιάζει τον κόσμο του παροδικού και του φαινομενικού.

 Η ανάπτυξη τής «εσωτερικής» η «διαισθητικής αντίληψης» πέρα από την επιφανειακή διανόηση είναι μία μακροχρόνια εξελικτική διαδικασία, πού προϋποθέτει την συνειδησιακή μεταμόρφωση του ιδίου του μαθητή. Ο «εσωτεριστής» είναι μεταφορικά «μιλώντας» η πρώτη ύλη, πού καλείται νά πε­ράσει άπό τις διαδοχικές φάσεις τής άλχημιστικής μεταμόρφωσης, γιά νά φθάσει στην πολυπόθητη φάση τοϋ συνειδησιακού «χρυ­σού».

Σύμφωνα με τον Erich Fromm όπως αναφέρει ο Βασίλειος Χλέτσος:

«Η δυνατότητα αυτογνωσίας, η λογική και η φαντασία ξεχωρίζουν τον άνθρωπο από την υπόλοιπη φύση, χωρίς όμως να τον αποδεσμεύουν από τους νόμους της. Έτσι ο άνθρωπος γνωρίζει την τρομερή αν και επίπλαστη αντίφαση της ύπαρξης του. Δεν μπορεί να απαλλαγεί από το μυαλό του, άλλα ούτε και από το κορμί του, ώστε να ανήκει αποκλειστικά σε ένα από τα δύο. Αύτη η αντίφαση τον ωθεί συνέχεια σε μια προσπάθεια να αναζήτα λύσεις στο δίλημμα του και έτσι προχωρά αδιάκοπα σε νέες φάσεις. Από τη φύση του είναι υποχρεωμένος να βαδίζει προς τα εμπρός, σε μια αέναη προσπάθεια να καταστήσει γνωστό το άγνωστο, να γεμίσει με απαντήσεις τους κενούς χώρους της γνώσης. Πρέπει να κάνει απολογισμό στον εαυτό του για τον εαυτό του και για το νόημα της ύπαρξης του. Ωθείται να ξεπεράσει τον εσωτερικό του διχασμό γεμάτος από μία επιθυμία για το απόλυτο, για ένα είδος αρμονίας πού θα μπορεί να αποτινάξει επιτέλους την κατάρα πού τον χώρισε από την φύση, τους συνανθρώπους του και από τον ίδιο του τον εαυτό».

Ο Όμηρος έθεσε αριστοτεχνικά πριν χιλιάδες χρόνια τα διλήμματα και τους προβληματισμούς αυτούς. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Όμηρος δεν ήταν άπλα ένας ραψωδός πού συνέθετε με σκοπό την ψυχαγωγία, άλλα ένας «μυσταγωγός» ένας δάσκαλος πού με τρόπο μυσταγωγικό και μέσω ποιητικών αλληγοριών δίδαξε για το ταξίδι της ψυχής προς το θεϊκό της λίκνο, περί του παντός.

Οι «αρχετυπικές» διηγήσεις του Ομήρου μέσω ποιητικών αλληγοριών, συνθέτουν μία Ολιστική φιλοσοφία πού άσκησε τεράστια επίδραση στην φυσική, ηθική και πολιτική φιλοσοφία της αρχαιότητας, γι’ αυτό και ο Πλάτωνας, έχοντας ασπαστεί πλήθος θεολογικών απόψεων του Ποιητή, τον ονόμασε «αρχηγέτη των φιλοσόφων της Ιωνίας».

Η λέξη «αλληγορία», σύμφωνα με τον Ηράκλειτο τον Άλληγοριστη (1ος αί. μ.Χ.), φανερώνει την σημασία της, αφοί ετυμολογείται από το αγορεύω περί άλλου και εννοεί «τον λόγο που ενώ μιλάει για κάτι υπονοεί κάτι άλλο», ωστόσο η αντίστοιχη λέξη που χρησιμοποιούταν στην κλασική αρχαιότητα ήταν η λέξη «υπόνοια» πού μεταχειρίστηκε μεταξύ άλλων και ο Πλάτωνας στην Πολιτεία για να περιγράψει τον αλληγορικό χαρακτήρα του ‘Ομηρικού έργου.

Στα αρχαία λογοτεχνικά έργα που χρησιμοποίησαν την αλληγορική μέθοδο, όπως τα Ομηρικά Έπη και οι Πλατωνικοί διάλογοι, τα βαθύτερα νοήματα είναι καλυμμένα υπό το ένδυμα της περιγραφής μυθικών ή και ιστορικών γεγονότων, προσώπων και διαλόγων. Ο Πορφύριος στον επίλογο του έργου του «Περί του εν Οδυσσειί των Νυμφών Άντρου», αναφέρει σχετικά:

«…Δεν πρέπει, λοιπόν, να θεωρηθούν oi ερμηνείες πού παρετέθησαν παραπάνω ότι είναι απατηλές και γεννήματα φαντασιόπληκτων. Άλλ’ αφού αναλογιστούμε την μεγάλη άξια της παλαιάς σοφίας και πόσον μεγάλη υπήρξε η φρόνηση του Ομήρου και η ακρίβεια του, να μην τα θεωρήσουμε άχρηστα, άλλα να αναγνωρίσουμε ότι κάτω από τον μύθο κατηγορούνται από τον Όμηρο α θειότητες εικόνες…»

Ο Ηράκλειτος ο Αλληγορικής αποκαλούσε τον Όμηρο:

«Μέγα ιεροφάντη τού ουρανού και των θεών… αυτόν πού άνοιξε τούς άβατους και αποκλεισμένους για τις ανθρώπινες ψυχές δρόμους προς τον ουρανό».

Ο Αδαμάντιος Κοραής πολλούς αιώνες αργότερα διαπίστωνε με θλίψη πώς:

«Δεν είναι τυχαίο πού με την παραμέληση των Ομηρικών Έπων ξεκίνησε η πορεία της Ελλάδας προς το χειρότερο, και σταδιακά επιδεινώθηκε για να φτάσει στην σημερινή βαρβαρότητα από την οποία  πασχίζουμε να ελευθερωθούμε».

Αυτό συνέβη διότι με τρόπο «μυσταγωγικό», τέτοιο πού και οι ίδιοι οι Έλληνες ουδέποτε κατανόησαν επαρκώς, ο Ποιητής εντύπωσε στο υποσυνείδητο τους τις «αρχετυπικότερες εικόνες» και «άρρητες αλήθειες», για τον άνθρωπο, τον κόσμο, την ζωή, τον θάνατο, την ψυχή και το Θείο.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Ίλιάδα σε ένα πρώτο επίπεδο πραγματεύεται τον Πόλεμο, στην πιο αυθεντική και άγρια μορφή του. Πόλεμος Πατήρ Πάντων. Βασικό δίδαγμα είναι ότι ο άνθρωπος συγγενεύει με τα θηρία. Σε αυτό το επίπεδο λοιπόν φαίνεται να απεικονίζει την Δαρβίνεια θεωρία της εξέλιξης. Ένας κόσμος καθόλου εξιδανικευμένος και αδυσώπητος. Ήρωες ριγμένοι από την ανάγκη στο φονικό πεδίο του θεού Άρη, καταδικασμένοι να μάχονται για την επιβίωση.

Έριχ Φρομ

Oι Έλληνες όμως δεν ενσάρκωσαν μόνο την αθάνατη δόξα άλλα και τα οδυνηρά πάθη των Ομηρικών ηρώων. Γι’ αυτό και ο Πλάτωνας έχει δίκιο όταν γράφει, ότι: «η επιφανειακή ανάγνωση και μη εμβάθυνση στα εσωτερικά νοήματα των Επών ωθούσαν τους νέους σε μία εγωκεντρική στάση ζωής, οξύνοντας το θυμικό και την επιθυμία τους για δόξα».

Και αυτό διότι σε ένα δεύτερο επίπεδο η Ιλιάδα όπως και η  Οδύσσεια δεν είναι απλώς μια αφηγηματική παρουσίαση κάποιων γεγονότων, πραγματικών ή φανταστικών, άλλα είναι μία πολύ καλά κωδικοποιημένη αποτύπωση βαθιών μυστηριακών θεμάτων, όπως αποκαλύπτει ο Πλάτωνας στα Σχόλια του Ερμεία στον Φαίδρο:

 «…Ίλιον λοιπόν ας νοήσουμε τον γενητό και ένυλο τόπο πού ονομάστηκε από την ίλύν (λάσπη) και την ύλη, στον όποιο είναι και ο πόλεμος και η στάση. Οι δε Τρώες είναι τα υλικά είδη και όλες οι περί τα σώματα ζωές, για αυτό και ιθαγενείς καλούνται oι Τρώες. Διότι και την ύλη περιτριγυρίζουν όλες oι περί τα σώματα ζωές και oι άλογες ψυχές.

Oι δε Ελληνίδες είναι οι λογικές ψυχές που ήλθαν από την ‘Ελλάδα, δηλαδή από το νοητό. Οι όποιες ήλθαν στην ύλη, για αυτό και καλούνται έπήλυδες οι Έλληνες και επικρατούν των Τρώων επειδή είναι υπέρτερης από αυτούς τάξεως. Αυτοί δε πού εξήγησαν θεωρητικότερα την Ιλιάδα και την Οδύσσεια και την άνοδο… για αυτό λένε στην Ιλιάδα, επειδή η ψυχή πολεμείται από την ύλη, μάχες και πολέμους και τα τοιαύτα έκανε, στην δε Οδύσσεια παραπλέοντας τις Σειρήνες και διαφεύγοντας από την Κίρκη, τούς Κύκλωπες, την Καλυψώ και όλα όσα εμποδίζουν την αναγωγή της ψυχής και μετά από αυτά επιστρέφοντας στην πατρίδα, δηλαδή στο νοητό».

Ο Πρόκλος επίσης:

«Νομίζω δηλαδή πώς οι μύθοι θέλουν να συμβολίσουν με την Ελένη όλη την ωραιότητα του κόσμου της γένεσης πού έλαβε υπόσταση με την δημιουργία, ωραιότητα για την όποια ξεσπά μέσα σε όλο τον χρόνο ο πόλεμος των ψυχών, μέχρι την στιγμή πού οι πιο νοερές ψυχές (= Έλληνες), επικρατώντας των άλογων μορφών της ζωής (= Τρώες), οδηγηθούν από τον κόσμο τούτο στον εκεί τόπο (= νοητό), απ’ όπου ξεκίνησαν καταρχάς».

‘Ετσι λοιπον η Ιλιάδα πέρα άπό μία ιστορική διήγηση, είναι και μία αλληγορία της δημιουργίας του κόσμου και της καθόδου των ψυχών στον κόσμο της ύλης, ενώ η ‘Οδύσσεια υποκρύπτει την προσπάθεια επιστροφής των ψυχών στο νοητό κόσμο.

Σύμφωνα με τον Βασίλειο Χλέτσο στην περίπτωση της Οδύσσειας είναι γενικώς άγνωστο ότι οι σταθμοί του Οδυσσέα πριν επιστρέψει στην Ιθάκη είναι 12 τον αριθμό (Κίκονες, Λωτοφάγοι, Κύκλωπες, νησί Αιόλου, Λαιστρυγόνες, Αιαία (Κίρκη), Κιμμέριοι (Άδης), νησί Σειρήνων, πέρασμα Σκύλλας-Χάρυβδης, νησί Ήλιου, Ωγυγία (Καλυψώ) και νησί των Φαιάκων).

Αποτελεί επίσης ελάχιστα γνωστή πληροφορία ότι ο κάθε σταθμός αντιστοιχεί στο καθένα από τα 12 ζώδια.

Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος του άρθρου θα αναφερθούμε στον αποσυμβολισμό των δοκιμασιών του Οδυσσέα.

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άρθρου είναι έργο του Νιούελ Κόνβερς Γουάιθ (1882–1944) με τον τίτλο: «Σειρήνες»(1929)

Πηγές:

  • Δ. Ν. Μαρωνίτη και Λ. Πόλκα ; Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια
  • Μαραγκού Μαρία : Οδυ:σσεια – το κοσμικο ταξιδι της ψυχης
  • Βασίλειος Χλέτσος : Το μυιτικό ταξιδι των Ομηρικών Επών. Περιοδικό Ιχώρ
  • Μαρωνίτης, Δ.Ν. 1978. «Οι ελάσσονες νόστοι της Οδύσσειας
  • Πρόκλος. Χρηστομάθεια ‘Ομηρικά. Επικός Κύκλος
  • Kerenyi, Karl, The Heroes of the Greeks 1959