fbpx

banner αεροδρομίου

 

Τα Αριμάσπεια Έπη του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρος 1ον), γράφει ο Μιχάλης Μπάτης

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Η πολυετής και ενδελεχής μελέτη-έρευνα στην χαμένη, ελληνική μυθιστορία και την προϊστορία αποκλειστικά στο InTownPost. Λαοί, χώρες και τόποι, εντέχνως, τοποθετημένοι στην σφαίρα του μύθου αποκαλύπτονται, αποδεικνύοντας την πραγματική τους υπόσταση, την προέλευσή τους αλλά και την άρρηκτη σχέση τους με τον πολιτισμό της Αιγηίδας φυλής, μέσα από τα αρχαία κείμενα και τις αναφορές προ-ομηρικών εποχών, καλά κρυμμένα για τους γνωστούς, ευνόητους λόγους, στα άβατα των μεγάλων βιβλιοθηκών του δυτικού κόσμου.

Εκ της Αιγηίδος ξεκίνησαν όλοι εκείνοι οι λαοί, οι οποίοι παρουσιάζονται βραδύτερον στις γύρω περιοχές της Μικρασίας, του Καυκάσου και της Μεσογείου ως τον Δούναβη με διάφορες ονομασίες, μεταφέροντες μαζί και τον πολιτισμό τους. Οι λαοί αυτοί διατηρούν ακόμη ονομασίες ορισμένων θεών της Αρχαίας Ελλάδος, λέξεις ή ρίζες λέξεων της αρχικής μητρικής των γλώσσας, ή μάλλον του γλωσσικού ιδιώματος των το οποίο ανήκει στην Ελληνική ομογλωσσία. Επειδή συν τω χρόνω αυτοί ήρθαν σε επιμειξία με άλλους λαούς, αλλά και λόγω διαφορετικών κλιματολογικών και πολιτιστικών συνθηκών, ήτο επόμενο να διαφοροποιηθούν και να απομακρυνθούν αναγκαστικά από την αρχική πολιτιστική των κοιτίδα, του Αιγαίου.

Άλλοι εξ αυτών στις νέες των πατρίδες εκβαρβαρίστηκαν ή αφομοιώθησαν για να επιβιώσουν και παρέμειναν ανεξέλικτοι, όπως τους ανευρίσκουμε μετέπειτα κατά την ιστορική περίοδο, διασκορπισμένους σε διάφορες χώρες του βορρά σε φυλές (Κιμμέριοι, Σκύθες, Γέτες, Αριμασποί, Γέλωνες, Μασαγέτες, Βουδίνοι, Αγριππαίοι, Ισηδόνες, Σαρμάτες, Δάκες).

Είναι φυσικά αδύνατον να προσδιορισθή πόσα χρόνια πέρασαν μετά την καταβύθιση της Αιγηίδος, μέχρις ότου διαμορφωθούν σε φυλές οι διάφορες αυτές ομάδες που διεσώθησαν στα παράλια ή μετεκινήθησαν στα ενδότερα. Κατά τις μαρτυρίες των Αιγυπτίων ιερέων της Σάϊν προς τον Σόλωνα, όπως αναφέρει ο Πλάτων στον «Τίμαιο», από τους Αρχαιοέλληνες Αιγαίους πήραν τον πολιτισμό. Τούτο καταφαίνεται και από τις επιδόσεις των στην ναυσιπλοία, αλλά και στις τέχνες (προηγμένη Κυκλαδίτικη τέχνη αγαλματιδίων). Τα προπαγανδιστικά μυθεύματα περί αφίξεως Ινδοευροπαλιων, Φοινίκων και άλλων («Μαύρη Αθηνά», Μπερνάλ), εκτός του ότι στερούνται λογικής και επαρκούς τεκμηρίωσης έχουν επιστημονικά καταπέσει, αφού και ο ίδιος παρεδέχθη ότι το κίνητρο του ήτο το κέρδος και η προσέλκυση της προσοχής.

Το πολλαπλά διαφημισθέν αφήγημα του Μεσοποταμίου Γιλγαμές, το οποίο θέλησαν να παρουσιάσουν σαν απόδειξη της παλαιάς πνευματικής ανάπτυξης των διαφόρων λαών της Μεσοποταμίας, είναι πολύ νεώτερο και κακότεχνο κατασκεύασμα, συντεθέν βάσει Ελληνικών παραδόσεων και μύθων. Πρόκειται πράγματι περί κακότεχνης αντιγραφής των αναφερομένων περί του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος, ο οποίος ας σημειωθή, είναι παλαιότερος του κατακλυσμού του Νώε, εάν έγινε φυσικά κι αυτός. Γιατί όλα τα γραφόμενα περί του κατακλυσμού του Νώε είναι τερατώδη, αντιεπιστημονικά και προσιδιάζοντα μόνον σε λαό που δεν είχε ιδέα περί της θαλάσσης και της ναυσιπλοϊας.

Αντίθετα από τα κείμενα των Ορφικών περί του κατακλυσμού του Ωγύγου πιστοποιείται ότι κανένας άλλος αρχαίος λαός δεν έχει παλαιότερες αναμνήσεις και επιστημονικές μαρτυρίες και ούτε έχει σημειώσει πνευματικές εκδηλώσεις και άλλες ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις (λ.χ. αστρονομικές παρατηρήσεις 11.000 ετών π.Χ.) όπως αυτές που περιέχονται στα αρχαία Ελληνικά κείμενα. Όπως μας πληροφορεί ο Έρμαν Ντίλς («Προσωκρατικοί», Κεφ. Ορφεύς, σελ. 3) οι Αιγαίοι Αρχαιοέλληνες έγραφον τις παρατηρήσεις των αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν επί λεπτών σανίδων, λίθων ή οστράκων (γραφή Δισπηλιού, Γιούρων, Αλοννήσου), γεγονός που μαρτυρεί ότι ήσαν εχέφρονες άνθρωποι (Homo Sapiens).

Το ερώτημα που γεννάται λοιπόν είναι γιατί είχαν αγνοήσει ή παραμερίσει τόσο σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία οι νεώτεροι δήθεν «σοφοί» ερευνητές της Δύσεως;

Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο το γεγονός, διότι η Ελληνική Προϊστορία καίει και προτιμούν να την αγνοούν, να την παραμερίζουν και όταν βγαίνει τυχαίως στην επιφάνεια να την αποσιωπούν ή να την παραχαράζουν ακόμη. Διότι στην περιοχή αυτή κατοικούσαν εχέφρονες άνθρωποι όχι προ 10, 20 χιλιετιών -όπως ισχυρίζονται για την Μεσοποταμία οι γνωστοί Φοινικιστές ή προ 35-40.000 ετών των Αφροκεντριστών- αλλά προ 100, 800.000 ετών, αλλά και εκατομμυρίων ετών, όπως απέδειξαν οι έρευνες των Πετραλώνων, της Τρίγλιας και της Πτολεμαΐδος, υπό του ανθρωπολόγου αρχαιολόγου κ. Άρη Πουλιανού.

Επομένως οι Αμερικανικές έρευνες στο σπήλαιο Φράχθυ της Ερμιονίδος, οι οποίες έφεραν στο φως στοιχεία του πολιτισμού προ 25 χιλιάδων ετών, έρχονται να αποδείξουν την ύπαρξη και την συνέχεια της αναπτύξεως του ανθρώπου στον Ελλαδικό χώρο. Τα κενά που σήμερα υπάρχουν σε μακρές περιόδους της ιστορίας δεν σημαίνουν αρνητική ύπαρξη ζωής, αλλά μάλλον έλλειψη συστηματικών ερευνών στην περιοχή αυτή αλλά και σε άλλες περιοχές και χώρες.

Επίσης η γενεαλογική μας βίβλος η οποία δεν διασώζεται σήμερα έχει χαθεί. Και πως να μην έχει χαθεί αφού και αυτή καίει και τσουρουφλίζει τους διαστρεβλωτές της Ιστορίας μας. Πρόκειται για το έργο «ΜΕΓΑΛΑΙ ΗΟΙΑΙ» οι οποίες αναφέρουν μιά γενεαλογία μητριαρχική χιλιάδες χιλιάδων χρόνων πριν βασισμένη στις μητέρες του Ησιόδου του οποίου μόνο μικρά αποσπάσματα σώζονται, και βέβαια αποτελούν ταμπού ευρισκόμενα στην απαγορευμένη βιβλιοθήκη του Βατικανού μετά την έρευνα του γράφοντος όπως και τα Αριμάσπεια έπη.

Αλλά ας αναγνώσουμε τις διηγήσεις του Αριστέα του Προκοννήσιου για τους προαναφερθέντες μυθικούς λαούς.

Ο Άριστέας ο Προκοννήσιος

Ο Άριστέας ο Προκοννήσιος ήταν Αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής, γιος του Διμοχάρους Καυσιρόβιου, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο ή, κατά μία εκδοχή από το λεξικό Σουίδα, του Δημοχάρου. Ο Αριστέας γεννήθηκε στην Προκόννησο ή, κατά τον G. Huxley, στην Αρχαία Προκόννησο (την σύγχρονη Αλώνη, που οι Τούρκοι την ονομάζουν Πασαλιμάνι), μια από τις πρώτες αποικίες της Μιλήτου στην Προποντίδα, δηλαδή τη Θάλασσα του Μαρμαρά, της οποίας το νεώτερο όνο­μα προέρχεται από την αφθονία μαρμάρου στην περιοχή, πράγμα που μας οδηγεί στη σκέψη ότι έπρόκειτο άρχαιόθεν για έναν εξαιρετικά ενεργειακό τόπο, που επηρέαζε δυναμικά τους κατοίκους της ευρύτερης πε­ριοχής.

Ο πατέρας του Αριστέα Καυστρόβιος, το πιθανότερο, ανήκε σε μία ανώτερη οικογένεια αριστοκρατών του νησιού. Από το όνομα του πατέρα του, που παραπέμπει στον ποταμό Κάυστρο (το ποτάμι γνωστό σήμερα ως KucuK Μenderes, που βρίσκεται κοντά στην Έφεσο) φαίνεται ότι η γε­νιά του προερχόταν από την Ιωνία. Αν ο πα­τέρας του ήταν, όπως αναφέρει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος από τους πρώτους αποίκους της Προποντίδας τους λεγόμενους ιστορικούς χρόνους (περίπου το 850 – 950 π.Χ.), τότε ο Αριστέας έζησε και συνέγρα­ψε τα έπη του κατά τον 9ο αι. π.Χ.

Αυτή η χρονολογία συμφωνεί και με τον Ηρόδο­το, που υπολόγισε το χρονικό διάστημα των 290 χρόνων ανάμεσα στην τελευταία εμφά­νιση του Αριστέα στη Προκόννησο και στην επόμενη εμφάνιση του στη Νότια Ιταλία, η όποία αγγίζει τα όρια του θρύλου, βεβαί­ως, αφού είχαν περάσει πάνω από 3 αιώνες από τη περίοδο κατά την οποία έδρασε και έγραψε ο αινιγματικός αυτός ποιητής. Πάντως, το πότε ακριβώς έζησε δέν είναι εξακριβωμένο, οφείλω να το πώ. Θά επανέλθω σ’ αυτό το ζήτημα της χρονολό­γησης του βίου του και σε άλλα σημεία.

Η ύπαρξη του Αριστέα ακροβατεί μεταξύ του θρύλου και της ιστορικής πραγματικότητας, με το όνομά του να συνδέε­ται τόσο με την ποιητική δημιουργία, όσο και με αφηγήσεις υπερφυσικού χαρακτήρα, στις όποιες του αποδίδονται ξεχωριστές και «μα­γικές» δυνάμεις, καθώς και η ιδιαίτερη ιερα­τική σχέση του με τον Απόλλωνα. Το ταξίδι του Αριστέα είναι περίεργο, γιατί είναι  το αποτέλεσμα ενός παράξενου συνδυασμού: ενώ  κάποια στοιχεία που περιέχονται στο  έργο του είναι πολύ ακριβή και επιβεβαιωμένα από την ιστορική έρευνα, άλλα πιθανός να είναι φανταστικά και ανήκουν καθαρά στη σφαίρα του μύθου. Επίσης, ο ίδιος ο συγγραφέας είναι περικυκλωμένος από ένα θαυμαστό φωτοστέφανο που τον μετατρέπει σε μία μυθική φιγούρα.

Ο Αριστέας, σε διήγηση την οποία παραθέτει ο Ηρόδοτος ως προερχόμενη από την Κύζικο και την Προκόννησο είχε επισκεφτεί κάποτε ένα εργαστήριο καθαρισμού ρούχων όπου και ξαφνικά πέθανε. Ο ιδιοκτήτης έκλεισε το εργαστήριο και κατευθύνθηκε προς τις οικίες των συγγενών του ποιητή για να τους ενημερώσει, με την είδηση να εξαπλώνεται γρήγορα σε όλη την πόλη. Κάποιος ταξιδιώτης όμως από την Κύζικο – ο οποίος είχε καταφθάσει από το επίνειο της τελευταίας, Αρτάκη – διέψευσε αυτή την πληροφορία, καθώς είχε δει και συνομιλήσει με τον Αριστέα στην πόλη του. Μπροστά στην επιμονή του τελευταίου, οι συγγενείς επισκόπησαν το εργαστήριο όμως δεν βρήκαν το σώμα του ποιητή ούτε ζωντανό ούτε νεκρό.

Επτά χρόνια μετά, ο Αριστέας επανεμφανίστηκε στην πόλη του και συνέγραψε τα Αρμάσπεια έπη οπότε και εξαφανίστηκε για δεύτερη φορά. Τριακόσια έτη αργότερα, σύμφωνα με την εκτίμηση του Ηρόδοτου για το χρονικό διάστημα που είχε περάσει από τη δεύτερη εξαφάνιση του ποιητή, ο Αρι­στέας εμφανίστηκε σε όραμα στους κατοί­κους του Μεταπόντιου της Ιταλίας και τους παρήγγειλε την ανέγερση ενός ιερού προς τιμήν του Απόλλωνος. Παράλληλα, τους είπε να τοποθετήσουν στο ιερό αυτό και ένα δικό του ανδριάντα. Ο Θεός Απόλλων τους είχε κάνει τη τιμή και είχε έπισκεφθεί μόνο τη πόλη τους από όλες τις πόλεις της Με­γάλης Ελλάδας, σύμφωνα με τα λεγόμενα του φασματικού Αριστέα, ο οποίος είχε ακολουθήσει τον Θεό μεταμορφωμένος σε κο­ράκι.

Οι Μεταποντίνοι εφάρμοσαν τις απατήσεις του φάσματος του Αριστέα, κατόπιν επιβεβαίωσης από το μαντείο των Δελφών, οπότε και ο ανδριάντας του ποιητή δέσποζε έκτοτε στην αγορά της πόλης. Τα στοι­χεία αυτά ανευρίσκονται στο κείμενο του Ηροδότου, και εν μέρει και στον Πλίνιο (ΦΙ 7.174), οπότε θα πρέπει να τά λάβουμε σο­βαρά υπόψη, αφού ο Πλίνιος ήταν σε θέση να διασταυρώσει αν π.χ. υπήρχε ανδριάντας του Αριστέα στο Μεταπόντιο. Ο δε Στωικός ιστορικός, γεωγράφος Στράβωνας από την Αμάσεια υποστηρίζει ότι ο Αριστέας, σύμφωνα και με άλλους ιστορικούς, ήταν δάσκαλος του Ομήρου.

Ο Στρά­βων αναφέρει τον Αριστέα ως μάγο – «γόης ανήρ», στο αρχαίο κείμενο. Σέ άλλα αρχαία κείμενα πάλι, ο Αριστέας εμφανίζεται ως «Φοιβόληπτος», διαπνεόμενος, δηλαδή, από το πνεύμα του Φοίβου. Έδρασε ως ιεροφάντης του Απόλλωνα αλλά κυρίως έμεινε γνωστός για την εκστατική του ικανότητα να στέλνει το αιθερικό σώμα του (ψυχή) σε άλλους τόπους. «… Άριστεου τοΰ Προκοννησίου φασί τήν ψυχήν έξιέναι, ότε έβούλετο, καΐ έπανιέναι πάλιν…» (Διογένης Λαέρτιος Βίοι Φιλοσόφων).

Ο Ηρόδοτος επίσης μιλά για την ικανό­τητα του «φοιβόληπτου» ποιητή να πέφτει σε έκσταση, αλλά ο Μάξιμος ο Τύριος είναι εκείνος πού δίνει τη πλήρη περιγραφή του Αριστέα ενώ βγαίνει από το σώμα του για να δει όλο τον κόσμο αποπάνω.

«Το σώμα του Αριστέα παραμένει ακίνητο, ο ίδιος αναπνέει, αλλά το σώμα του είναι αδύ­ναμο, σχεδόν νεκρό. Όμως, το πνεύμα του, έχοντας εγκαταλείψει το σώμα του, ταξι­δεύει στους αιθέρες σαν πουλί και βλέπει τα πάντα απ’ όπου περνάει, γνωρίζοντας έτσι και τις διάφορες φυλές των άνθρώπων. Κά­ποια στιγμή, επιστρέφει και ξαναμπαίνει στο σώμα του, ξυπνά και αφηγείται τα όσα είδε καί βίωσε.»

H περιγραφή αυτή του Μάξιμου μας βάζει σε υποψίες πώς ο Αριστέας θα πρέπει να ήταν κάτοχος της μυστικής γνώσης κάποιων εσωτεριστικών ασιατικών μαγικοθρησκευτικών πρακτικών (Σαμανισμος π.χ.). Μήπως λοιπόν είχε μυηθεί στο δρόμο του για την Ύπερβόρεια -στην οποία ίσως και να μην έφθασε ποτέ- καθώς περνούσε από τους απίστευτους εκεί­νους λαούς, και κυρίως από τους Ισσηδόνες και τους Αριμασπούς;

Ο φοιβόληπτος Άριστέας και ο Κόρακας

Ο Αριστέας επειδή υπήρξε ιερέας του Απόλλωνα και, σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρί­ες, είχε την ικανότητα του λεγομένου αστρι­κού ταξιδιού, έπεφτε σε έκσταση και μπορούσε να «στείλει» το ενεργειακό του σώμα σε άλλους τόπους, ίσως και σε άλλες διαστά­σεις. Αλλά γιατί είχε επιλέξει την μορφή του κόρακα για να ακολουθήσει τον Απόλλωνα στο Μεταπόντιο;

Ο Κόρακας  αντιπροσώπευε το ιερό πτηνό του θεού Απόλλωνα σε συνδυασμό με το μαντικό του χάρισμα, καθώς ο Φοίβος είχε μεταμορφωθεί σε κόρακα κατά τη Γιγαντομαχία. Σύμφωνα με τον μύθο της Κορωνίδος1 και της απιστίας της προς τον Απόλλωνα, όταν ο κόρακας ανέφερε στον θεό τα δυσάρεστα νέα, ο Απόλλωνας άλλαξε το χρώμα του από ασημένιο σε μαύρο  (Οβίδιος, Μεταμορφώσεις).

Κατά μία αλλά εκδοχή του μύθου, ο κόρακας στάλθηκε με ένα κύπελλο στο στόμα του για να φέρει νερό από μία δυσπρόσιτη για τους ανθρώπους περιοχή, απαραίτητο όμως για να τελεσθεί θυσία προς τον Θεό. Καθυστέρησε όμως σε μία συκιά μέχρι που τα σύκα της ωρίμασαν και μετά επέστρεψε στον Απόλλωνα με ένα νερόφιδο στα νύχια του και ένα ψέμα στο στόμα του, δικαιολογούμενος ότι το φίδι υπήρξε η αιτία της καθυστερήσεώς του. Ο Απόλλων τότε τιμώρησε τον κόρακα καρφώνοντας τον για πάντα στον ουρανό (αστερισμός του Κόρακα) μαζί με το κύπελλο (ο αστερισμός Κρατήρ) και το νερόφιδο (την Ύδρα). Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος αναφέρει τον αστερισμό του Κόρακα που συνορεύει με άλλους 3 αστερισμούς, την Παρθένο, τον Κρατύρα και τη Υδρα.

Ο κόρακας επίσης θεωρείται το Ιερό πουλί του Μίθρα αλλά και του Όντιν, τον Δία της Σκανδιναβικής αρχαίας θρησκεί­ας. Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Αριστέας είχε πάει στο Μεταπόντιο, μεταμορφωμένος σε κοράκι, ως απεσταλμένος του Απόλλωνα. ‘Άλλωστε, σε πολύ αρχαίους χρόνους, το κοράκι ήταν ο αγγελιαφόρος των Θεών, (σύμφωνα δε με τον Νόννο του πρώτου δωδεκάθεου).

Ας μη ξεχνάμε ότι ο Αριστέας είχε ταξιδέψει για να βρεί τους Υπερβορείους, τους λάτρεις του Απόλλωνα, που θεωρούσαν και εκείνοι το κοράκι Ιερό πτηνό. Και όχι μόνο αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι, που θα τους διαβάσουμε στα άρθρα που θα ακολουθήσουν και θά διαπιστώσουμε πόσο οι θρύλοι τους μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά και με τα λεγό­μενα του Αριστέα.  Πόσο περίεργο είναι να βλέπουμε τόσες κοινές παραδόσεις σε τόσο απομακρυσμένους μεταξύ τους λαούς. Πά­ντως, ως συμπέρασμα προκύπτει ότι μάλλον, η Ιστορία της μακρινής και Απώτατης Αρχαι­ότητας του κόσμου μας έχει γραφτεί, αθέλητα ή ηθελημένα, λάθος.

Παραπομπή (1)

Στην ελληνική μυθολογία, η Κορωνίς ήταν κόρη του Φλεγύα, βασιλιά των Λαπιθών στη Θεσαλία. Η Κορωνίς ήταν η μητέρα του θεού της Ιατρικής, του Ασκληπιού, τον οποίο γέννησε με τον Απόλλωνα.

Οι μυθολογικές εκδοχές σχετικά με την Κορωνίδα ποικίλλουν, με ορισμένα κοινά βασικά σημεία, όπως τον βίαιο θάνατό της. Σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, ο Απόλλωνας σκότωσε την Κορωνίδα εξαιτίας μιας απιστίας της, αλλά έσωσε το παιδί τους (τον Ασκληπιό) από το σώμα της, που είχε αρχίσει να καίγεται στην πυρά. Κατά τον Πίνδαρο και τον Ησίοδο ο μύθος σχετίζεται με τη θεσσαλική πόλη Λακέρεια. Εκεί, στους πρόποδες του Πηλίου, η Κορωνίς ενώθηκε με τον Απόλλωνα. Σύμφωνα με άλλη παράδοση αυτό έγινε στην Τρίκκη, τα σημερινά Τρίκαλα, στις όχθες του ποταμού Ληθαίου. Τέλος, αναφέρεται ότι η Κορωνίδα γέννησε τον Ασκληπιό στην Πελοπόννησο, όπου είχε ακολουθήσει τον πατέρα της σε κάποια εκστρατεία του (στην Τρίκκη της Μεσσηνίας ή στην Επίδαβρο ή στην Αρκαδία).

Ο Πίνδαρος αναφέρει ότι ο Ασκληπιός δεν ήταν καν γιος της Κορωνίδας, αλλά της Αρσινόης, και τον παρέλαβε η Κορωνίς όταν αυτός ήταν νήπιο. Επειδή η Κορωνίς φοβήθηκε ότι θα την άφηνε ο Απόλλωνας, δημιούργησε ερωτικό δεσμό και με τον Ίσχυ, γιο του Ελάτου. Μόλις το έμαθε αυτό ο Απόλλων, είτε από τις μαντικές του ικανότητες, είτε επειδή του το είπε το ιερό πτηνό του, ο κόρακας, τόξευσε την Κορωνίδα με τα βέλη της Αφροδίτης. Μάλιστα, σύμφωνα με τον μύθο, όταν ο κόρακας ανέφερε στο αφεντικό του τα δυσάρεστα νέα, ο Απόλλωνας άλλαξε το χρώμα του από ασημένιο ή λευκό, που υποτίθεται ότι ήταν μέχρι τότε, σε μαύρο (Οβίδιος, Μεταμορφώσεις).

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι, σύμφωνα με βοιωτικό μύθο, υπήρχαν δύο Κορωνίδες, αδελφές, η Μητιόχη και η Μενίππη, κόρες του Ωρίωνα, που ζούσαν στον Ορχομενό. Κάποτε, όταν οι Ορχομένιοι θέλησαν να ελευθερωθούν από μια επιδημία που τους είχαν στείλει οι θεοί για άγνωστο λόγο, οι Κορωνίδες θυσιάστηκαν με τη θέλησή τους. Ο Άδης και η Περσεφώνη παρέλαβαν από την πυρά τα καιόμενα σώματα των δύο αδελφών και τα μετέφεραν στα έγκατα της Γης, ενώ από την πυρά ανέβηκαν προς τα ουράνια δύο κομήτες. Ο βοιωτικός αυτός μύθος φαίνεται ότι αποτελεί μεταγενέστερη ανάπλαση του παλαιού θεσσαλικού.

Τέλος, στον μυθικό Διονυσιακό Κύκλο, η Κορωνίς εμφανίζεται ως νύμφη, μία από τις Υάδες, που ανέθρεψε μαζί με τις αδελφές της Φιλία και Κλείδη τον Διόνυσο με εντολή του Δία. Αργότερα, όταν ο Βούτης απήγαγε την Κορωνίδα και την εξανάγκασε να τον παντρευτεί, τιμωρήθηκε από τον Διόνυσο, που του εμφύσησε ιερή μανία (τρέλα).

Στο επόμενο 2ον Μέρος: Τα Αριμάσπεια Έπη

Πηγές:

  • Ηρ. 4.13.
  • Ηρ. 4.27.
  • Ηρ. 3.116.
  • Διόδ. Σ. 2.43.5.
  • Σχόλ. στον Πίνδ., Ολ. 3.24.137.
  • Ευστ., Σχόλ. στο Διον. Περ. 31.
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Ντορέτα Πέππα : Αριμάσπεια έπη – Αριστλεας ο Προκονήσιος
  • Δοκίμιο του Alberto Bernabé, “Un extraño viajero: Aristeas de Proconeso”, στο βιβλίο, Viajes en el Mediterráneo, Madrid, Editorial Universitaria, Ramón Areces
    Ηρόδοτος, Μελπομένη 
  • Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος
  • Ερευνα -συλλογή πληροφοριών Γιώβη Βασιλική
  • West, S., “Herodotus on Aristeas
  • Δημήτριος Σαραντάκος : Οι πρώτες Αρχαίες Ελληνικές Εξερευνήσεις
  • Phillips, E.D., “The Legend of Aristeas
  • Huxley, G., “Aristeas and the Cyzicene
  • J.D.P. Bolton [Aristeas of Proconnesus (Oxford 1962)],    
  • Σ. Δωρικου & Κ. Χατζηγιαννάκη. Ελληνοππελασγικά γλωσσικά στοιχεία στις Υπερβόρειες Ευρωπαικές Γλώσσες
  • Τσαβέλλα-Evjen, Χ., Τα πτερωτά όντα της προϊστορικής εποχής του Αιγαίου (Αθήνα 1970),
  • Αισχ., Πρ. 802-806· Παυσ. 1.24.5· Πλίν., ΦΙ. 7.2.10· Solin. 15.20-22.
  • Παναγιώτης Λέντζος. Η κυριαρχία των Κιμμερίων στον Β Εύξινο πόντο και η υπο των Σκυθών διώξεις τους.
  • Richard Μπρεζίνσκι, Mariusz Mielczarek, Gerry Embleton, Οι Σαρμάτες 600 π.Χ.-450 μ.Χ. (με σειρά Men-at-Arms 373), Oxford: Osprey Publishing , 2002. ISBN 9781841764856 .
  • Davis-Kimball, Jeannine. 2002. “Πολεμιστές Γυναίκες: Αναζήτηση ενός αρχαιολόγου για κρυφές Ηρωίδες της Ιστορίας . Warner Books, Νέα Υόρκη. πρώτη έκδοση, 2003. ISBN 0-446-67983-6 (PBK).
  • Tadeusz Sulimirski , “Οι Σαρμάτες” (vol. 73 στην σειρά “Αρχαίοι λαοί και τόποι») London: Thames & Hudson / Νέα Υόρκη: Praeger, 1970.
  • Αλέξανδρος Guagnini (1538-1614), “Sarmatiae Europeae
  • Ηρόδοτος «Ιστορίαι»  4. 110-116 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Πολύβιος «Ιστορία»  20.4-6 38.1 Τύμφη. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889
  • Πλίνιος «Φυσική Ιστορία» 4.80 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905
  • Βαλέριος Φλάκος Αργοναυτικά 6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914
  • Ηροδότου Ιστοριών πρώτη επιγραφομένη Κλειώ Ι, 215-216
  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969
  • Παυσανίας, Ἀττικά 24.6.5. Εκδώσεις Κάκτος
  • Διονύσιος ο Περιηγητής. Οἰκουμένης Περιήγησις,. Εκδώσεις Κάκτος
  • Ηρoδώτου Ιστορια  3.116 Εκδώσεις Κάκτος
  • Wells. Academik Greek Dictionaries and Encyclopedias
  • Νόννος, Διονυσιακά 48. 395 ff, 48. 449 ff
  • Ηρόδοτος, Ιστοριών 3. 116. 1, 4. 13. 1, 4. 27. 1, 4. 79. 1, 4. 152. 4 
    Invisible Lucans team. Περιοδικό Μυστήρια
  • Στράβων, Γεωγραφικά 8. 3. 12 
    Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις 1. 24. 6, 8. 2. 7, 1. 31. 2 
    Φιλόστρατος, «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» 3. 48, 6. 1 
  • Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.12.7.
  • Αριστοφάνου Ερήνης στ.1270
  • Ηροδότου Ιστορια 4,6
  • Στράβων , Γεωγραφία , 11.8.1
  • Γεωργιάδης, Θανάσης (2002). Περίπλους Ευξείνου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα
  • Τ. Sulimirski. Οι Σμαρτιανοί στη σειρά Αρχαίοι λαοί και μέρη (Θάμς & Hudson, 1970).
  • ED Phillips, “Ο μύθος του Αριστέα: Γεγονός και φαντασία στις πρώιμες ελληνικές έννοιες της Ανατολικής Ρωσίας, της Σιβηρίας και της εσωτερικής Ασίας” Artibus Asiae 18,2 (1955), σελ. 161-177
  • Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περι-ελλαδικών φύλων, Δημητρίου Δ. Ευαγγελίδη