fbpx

banner αεροδρομίου

«Τά Φοινικηία Γράμματα», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

 

 

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἀπό τήν Ἑλληνική μας παράδοσι καί τήν παγκόσμιον Ἱστορία, μᾶς εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Τῦρος ἦταν ἀποικία Ἑλληνική (Πελασγική) καί οἱ κάτοικοι εἶχαν προσβάσεις σέ πηγές γνώσεως τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας, καί ἀπό πιθανῶς ἕως ἀσφαλῶς, ἦσαν καί γνώστες τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Οἱ λοιποί κάτοικοι τῆς Φοινίκης ἦσαν Σύριοι ἤ Παλαιστίνιοι, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν σέ σκηνές ὡς εἴθισται μέ τούς παλαιούς κτηνοτρόφους λαούς.

Εἶναι ἰδιαιτέρως περίεργος ἡ ἀναφορά ὁρισμένων μᾶλλον ἀδαῶν, δῆθεν ἀρχαιολόγων, ἤ φιλολόγων, εἰς τούς λαούς τῆς Συρίας και τής Έλλάδος άκόμα, ὅτι δῆθεν ἦσαν οἱ σχεδιαστές ἤ δημιουργοί ἀλφαβήτου, ἀπό τούς ὁποίους οἱ Ἕλληνες ἔλαβαν το ἀλφάβητο.

Προφανῶς πρόκειται περί φαιδροῦ ἀστείου. Εἶναι ὡσάν καθηγητής Μαθηματικῶν τοῦ Πολυτεχνείου ἤ Πανεπιστημίου νά ζητήση ἀπό ἀγράμματον ἐργάτη νά τοῦ ἐξηγήση τί θά πῆ ὁλοκλήρωμα ἤ ἀπειροστικός λογισμός ἤ τί εἶναι ἡ κβαντομηχανική.

Ἀπό πότε οἱ σκηνῖτες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θά μποροῦσαν νά συγκριθοῦν μέ τούς προηγμένου πολιτιστικοῦ καί μορφωτικοῦ ἐπιπέδου Ἕλληνες καί τούς μετέχοντας τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας;

Ἐδῶ, δέν μπορῶ νά μήν κάνω μία παρέκβαση καί ἀναφορά σέ ἕνα θέμα, πού, ὁσάκις ἀναφύεται, μέ κάνει νά αἰσθάνομαι ὅτι ὡς Ἕλληνες δυστυχῶς δέν ἀντιδροῦμε πάντοτε ὡς θά ἔδη, ὅπως θά‘πρεπε δηλαδή.  Συγκεκριμένως, ἀναφέρομαι στήν ψευδή φήμη ὅτι οἱ Ἕλληνες παρέλαβαν τήν γραφή καί τό ἀλφάβητο ἀπό τούς Φοίνικες.

Παρακολουθεῖστε τώρα τό πῶς συμβαίνουν μερικές φορές τά λάθη, ἀδικαιολόγητα ὅμως γιά ἐπιστήμονες.

Το πρώτο γραπτό κείμενο, η επιγραφή του Δισπηλιού της Καστοριάς

 

Ἡ λέξις βιβλίον εἶναι ὑποκοριστικόν τῆς λέξεως βίβλος καί εἶναι τό ὑλικόν πάνω στό ὁποῖον ἐγράφοντο τά γράμματα. 

Βίβλος ἤ βύβλος (κάποια στιγμή καθωρίσθη ὡς «βύβλιον» τό ἄγραφον καί «βιβλίον» τό γεγραμμένον).  Βίβλος, λοιπόν ἤ βύβλος εἶναι ὁ ἐσωτερικός φλοιός τοῦ παπύρου ἀπό τίς ἴνες τοῦ ὁποίου κατεσκευάζοντο σχοινία, ἱστία, στρώματα, χαρτί. Ἡ  χρῆσις εἶναι γνωστή καί στόν Ὅμηρο, ὁ ὁποῖος τόν ἐξοπλισμό τοῦ πλοίου τόν χαρακτηρίζει  «ὅπλον νεός βύβλινον».  Ἥ πόλις Βύβλος εἶναι  «Κρόνου κτίσμα, ἀπό Βύβλης τῆς θυγατρός Μιλήτου» καί  «Μίλητος υἱός Ἀπόλλωνος καί Ἀρείας, κτίσας τήν Μίλητον»  (Στέφ.. Βυζάντιος). 

Τό ὑδροχαρές φυτόν «πάπυρος» ἔδωσε στήν Δύσι τήν λέξιν γιά τό «χαρτί» papier, papel, paper… ἡ δέ περγαμηνή τῆς Περγάμου ( πέργαμα σημαίνει Ἀκρόπολις), τούς τίτλους εὐγενείας  «parchemins»  ( Εὐγενεῖς ἦσαν αὐτοί πού εἶχαν περιποιημένο γένι καί μουστάκι: εὐ –γενεῖς).  Οἱ Γάλλοι, οἱ Ἰταλοί και οί Ἱσπανοί τά βιβλία τους τά ὀνομάζουν Livre  καί  libro ἐκ τοῦ λατινικοῦ librum, πού καί αὐτό  προέρχεται ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λέπυρον = ἐξωτερική μεμβράνη, λέπος, λέπι, «ὁ εὐκολοχάρακτος ὑμήν πού ὑπάρχει στό ἐσωτερικόν τοῦ φλοιοῦ τῶν δένδρων». 

Τό βιβλίον Ἀγγλικά λέγεται book καί Γερμανικά Buch.  Ἀπό τό λατινικόν fagus πού εἶναι ἡ Ἑλληνική φαγός ἤ φηγός, ἡ ἱερά δρῦς τοῦ Διός. Ἀπό τόν φλοιό τῆς φηγός κατεσκεύαζαν πινακίδες γραφῆς (πίναξ = σανίς πχ. πινακίς τοῦ Δισπηλιοῦ τῆς Καστοριᾶς τοῦ 5250 πΧ.  Ἐπίσης ἡ λέξις σέλμα=σανίς, ἐξ οὖ καί ἡ σελίς). Γράφει ὁ Πλούταρχος εἰς τόν Βίον τοῦ Πύρρου : ἐπῆρε «φλοιόν δρυός καί ἐνέγραψε, πόρπῃ, γράμματα». Ἡ  ἔκφρασις «φύλλο χαρτί» διατηρῆ τήν ἀνάμνησιν τοῦ γραψίματος ἐπάνω σέ πλατειά φύλλα διαφόρων δένδρων: «πεταλισμός καί ἐκφυλλοφορία».  Ἐχρησιμοποιοῦντο κυρίως φύλλα φοινικοδένδρων, ἐπειδή εἶχαν μεγάλη ἔπιφάνεια

Ὁ Σουΐδας ἀναφέρει: «οἱ Κρῆτες λέγουν ὅτι τά γράμματα ὡνομάσθησαν φοινικήια ἀπό τοῦ γράφειν ἐν πετάλοις φοινίκων».   In palmarum foliis primum scriptitatum, deinde arborum libris = πρῶτα  ἔγραφαν σέ πέταλα φύλλων καί κατόπιν σέ φλοιούς δένδρων.  

Σίβυλλα, στήν ΑΙΝΕΙΑΔΑ (Γ’44) λέγει: «foliisque mandat notas et nomina» = ἐπάνω σέ φύλλα στέλνει μηνύματα καί ὁνόματα. 

Γι αὐτό καί πολλές πινακίδες τῆς ἀρχαιότητος ἔχουν τό σχῆμα φοινικοφύλλου.

Ἀπό ἐδῶ, λοιπόν, βγαίνει ἡ παρεξήγησις, ἡ παρανόησις. Τό φοινικόφυλλο ἔγινε Φοινίκη καί Φοίνικες.  Ὁποῖον τραγικόν λάθος. Τοὐλάχιστον ἄς μήν ξαναγίνη ἀπό ἐμᾶς πιά!

Ό Σουΐδας ἀκόμη ἀναφέρει: «Μουσαῖος Θηβαῖος Θαμῦρα υἱός, γεγονῶς πολλῶ πρό τῶν Τρωϊκῶν, ἔγραψε μέλη καί ἄσματα».

Ὁ Πολύαινος (στά Στρατηγήματα ΣΤ,52) ἀφηγεῖται ὅτι ὁ Σίσυφος, παπποῦς τοῦ Ὅδυσσέως, ἐπειδή ὁ Αὐτόλυκος (ὁ ἄλλος παπποῦς, πατέρας τῆς μητέρας του), τοῦ ἔκλεπτε τάς βόας, ἐνέτηξε εἰς τήν χηλήν τῶν βοῶν (ἐχύτευσεν εἰς τίς ὁπλές τῶν βοδιῶν του) λειωμένο μολύβι, ὅπου ἐχάραξε γράμματα ἐκτυποῦντα «ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ ΕΚΛΕΨΕΝ», κατηγοροῦντα εἰς τούς γείτονες τήν κλοπήν τοῦ Αὐτολύκου. Αὐτό δέν εἶναι μόνον μαρτυρία γραφῆς ἀλλά καί μαρτυρία ἐκτυπώσεως… !

Ὁ δέ Διογένης ὁ Λαέρτιος δικαίως διαμαρτύρεται είς τό ἔργον του  «Βίος Φιλοσόφων» (Α,3):  «Λανθάνουσι δ’αὐτούς τά τῶν Ἑλλήνων κατορθώματα, ἀφ’ ὥν μή ὅ τι γε φιλοσοφία, ἀλλά καί γένος ἀνθρώπων ἦρξε, βαρβάροις προσάπτοντες». (προσάπτουν, αποδίδουν εις τους βαρβάρους, τα των Ελλήνων κατορθώματα).

«Ἄτοπον γάρ τόν θεμέλιον τῆς Ἕλληνικῆς διαλέκτου, βαρβάρων εὑρήμαστα λέγειν» ἀναφέρει στά «Προλεγόμενα» του ὁ βυζαντινός γραμματικός μέ τό  ὄνομα Χοιροβοσκός.  

Θά κλείσω τό θέμα αὐτό ὑπενθυμίζοντας, ὅτι θά ἦταν παράλειψις νά μήν ἀναφερθῆ ὅτι οἱ παλαιότερες ἐπιγραφές κινεζικῆς ἀνάγονται στό 1450 π.Χ., ἐνῶ τά πιό παληά γραπτά μνημεἰα τῆς ἑβραϊκῆς χρονολογοῦνται γύρω στό 700 π.Χ. Τά ἀρχαιότερα κείμενα τῆς Ἀγγλικῆς ἀνάγονται στόν 8ον μ.Χ. αἰῶνα, τῆς Γερμανικῆς στόν 4ον αι. μ.Χ.  (εἶναι ἡ μετάφρασις τῶν Γραφῶν ὑπό τοῦ Βισιγότθου Ἐπισκόπου Οὐλφίλα πού ἔζησε ἀπό τό  311 ἕως τό 382 μ.Χ. καί μάλιστα χωρίς τά Βιβλία τῶν Βασιλειῶν, διότι ἤθελε νά ἀποφύγη τήν πολεμική ἔξαψι  τῶν πολεμοχαρῶν ὁμοφύλων του), τῆς δέ Γαλλικῆς ἀνήκουν στόν 9ον  αι. μ.Χ. (Les Serments de Strasbourg).

Τα παλαιότερα ίσπανικά κείμενα ἀνάγονται στόν 10ον αι. μ.Χ. καί τά πορτογαλλικά στόν 12ον αι. μ.Χ. Οἱ ἀρχαιότερες έλληνικές ἐπιγραφές εἶναι τοῦ 5.250 π.Χ, όπως η πινακίδα τοῦ Δισπηλιοῦ τῆς Καστοριᾶς, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἡ πρώτη γραφή τοῦ κόσμου. Ή κροκάλη τῆς Καυκανιᾶς (Μυκηναϊκή ἐπιγραφή σχεδόν σύγχρονος τοῦ Δισπηλιοῦ) καί τό ὄστρακο τοῦ 5.500 π.Χ. μέ Ἑλληνική γραφή πού ἀνευρέθη στά Γιοῦρα ἀπό τόν ἀρχαιολόγο Ἀδαμ. Σάμψων. Στήν ἐπιφάνειά του διακρίνονται εὐκρινῶς τά γράμματα Α, Υ, Δ,  ἄγνωστον βεβαίως μέ ποίαν φωνητικήν ἀξίαν.

Εἶναι γνωστή ἡ λατρεία μου πρός τἠν έλληνικήν γλῶσσαν, πού τείνει νά γίνη μονομανία. Δέν μέ πειράζει καθόλου. Κάποιοι  πρέπει νά διατηρήσουμε τό πᾶθος αὐτό, γιά νά διατηρηθῆ καί ἡ φλόγα τῶν σχετικῶν γνώσεων, γιά νά μήν σβήσουν τελείως.