fbpx

«Σύνορα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Gräns / Border)

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα φαντασίας
  • Παραγωγή: Σουηδία, Δανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αλί Αμπάσι
  • Με τους: Εύα Μέλαντερ, Ίρο Μιλόνοφ, Τζόργκεν Θόρσον, Στεν Λούγκρεν
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερης Ταινίας «Ένα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών

Η τερατόμορφη,  40χρονη Τίνα (Εύα Μέλαντερ – καταπληκτική!) εργάζεται στο τελωνείο του σουηδικού λιμένα, ελέγχοντας τους επιβάτες των πλοίων. Η εκ γενετής, βιολογική «ανωμαλία» της στα χρωμοσώματα δίνει την δυνατότητα στην γυναίκα να οσμίζεται, κυριολεκτικώς, από μακριά, όπως τα ζώα, την ανθρώπινη ντροπή, την ενοχή και την οργή, με αποτέλεσμα, δίχως να ψάξει τις αποσκευές των διερχομένων επιβατών, γνωρίζει για τον κάθε έναν ξεχωριστά εάν έχει διαπράξει κάποιο αδίκημα, όπως την μεταφορά λαθραίου αλκοόλ στις αποσκευές τους, που απαγορεύεται ρητώς και δια ροπάλου στην Σουηδία ή εάν πρόκειται να τελέσει κάποια εγκληματική πράξη. Η δε όσφρησή της είναι πάντα εύστοχη και αλάθητη.

 Η Τίνα συζεί στο σπίτι της με τον αραχτό, κατά τα άλλα ήσυχο ανθρωπάκο, τον Ρόλαντ (Τζόργκεν Θόρσον – καλός), που συστήνεται ως εκπαιδευτής σκύλων, συνεχώς ηττημένος στα καλλιστεία  των τετράποδων, που δεν την ενοχλεί και με ανύπαρκτη την μεταξύ τους ερωτική δραστηριότητα είναι μια συντροφιά κοντά της. Ο ηλικιωμένος χήρος, φερόμενος ως πατέρας της (Στεν Λούγκρεν – εξαιρετικός) βρίσκεται στην φροντίδα ενός οίκου ευγηρίας να πάσχει από ελαφριά μορφή γεροντικής άνοιας και η Τίνα, που τον αγαπάει τον επισκέπτεται αρκετά συχνά.

Το ετερόκλιτο ζευγάρι, Τίνα και Ρόλαντ, διαμένει σε σπίτι στο δάσος δίπλα στην λίμνη, όπου η απόλυτη επαφή της γυναίκας με την φύση, την γη (περπατάει συνεχώς ξυπόλυτη), το νερό και τα άγρια ζώα, αναζωογονεί τον ψυχισμό της. Κατά την διάρκεια της εργασίας της οσμίζεται έναν κοστουμάτο, «καθώς πρέπει» επιβάτη και στον έλεγχο που του γίνεται η Τίνα ανακαλύπτει πως ο εν λόγω κυριλέ τύπος μεταφέρει υλικό παιδικής πορνογραφίας. Ο ένοχος, έπειτα από τις ανακρίσεις, αποκαλύπτει την συμμετοχή του σε αισχρό κύκλωμα παιδόφιλων της χώρας. Η αστυνομία ζητάει την βοήθεια της Τίνας, που μπορεί και «μυρίζει» τους ενόχους και μαζί με τους ντεντέκτιβ θα ανακαλύψει την νοσηρή πηγή της σεξουαλικής κακοποίησης βρεφών.

Η ρουτίνα, αλλά και η ζωή της γυναίκας θα αλλάξουν συθέμελα όταν από το πόστο του ελέγχου της θα περάσει ένας όμοιος της, ένα «αρσενικό» δίχως μυρωδιά, ο επίσης τερατόμορφος Βορ (Ίρο Μιλόνοφ – πολύ καλός). Οι δυο τους θα κάνουν παρέα, θα του νοικιάζει το σπιτάκι δίπλα στο δικό της, θα ερωτευτούν και ο σκληροτράχηλος Βορ θα αρχίσει να αποκαλύπτει στην ευαίσθητη και φιλήσυχη Τίνα ποια ακριβώς είναι, από πού προέρχεται, το πως να συμπεριφέρεται στους κακούς ανθρώπους και ποιος τελικά είναι ο σκοπός της. Η Τίνα θα πρέπει να αποφασίσει να αποδεχθεί την φύση της ή να συνεχίσει να ζει όπως έχει μάθει ανάμεσα στους ανθρώπους.        

Ατόφιο διαμαντάκι του φανταστικού σινεμά, ένα απίθανο, τρομακτικό παραμύθι που αναπνέει και τρέφεται, εξ΄ ολοκλήρου, στο ρεαλιστικό, ανθρώπινο σύμπαν. Ταινία γεμάτη ζωή, ρυθμό, ένταση, αγωνία και έκδηλο συναίσθημα, ικανό να σου σφίξει το στομάχι κόμπο. Ένας υπέροχος μετασχηματισμός πανάρχαιων δοξασιών με επικίνδυνα τέρατα και ανατριχιαστικά πλάσματα της «φαντασίας», που όταν τα διαβάζουμε ή όταν τα ακούμε εν είδει αφήγησης μας δημιουργούν ρίγη. Υπάρχουν στην εποχή μας, ζουν ανάμεσά μας, φέρονται και ντύνονται ανθρώπινα για να καταφέρουν να επιβιώσουν, αλλά δεν ξεχνούν τι είναι, από που προέρχονται και τι πρέπει να κάνουν.

Ο 42χρονος, Ιρανός σκηνοθέτης Αλί Αμπάσι στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας του (Shelley -2016), δεν απομακρύνεται διόλου από το προσωπικό του ύφος και συνεχίζει όπως και στην πρώτη του ταινία να διευθετεί με ευφυΐα και μαστοριά την ευαίσθητη συνορογραμμή που πραγματεύεται ανάμεσα στον άνθρωπο και στο «τέρας». Πεδίο δράσης τρανό χρησιμοποιεί τον μυθικό τρόμο και την ανθρώπινη φρίκη, δίχως να υποπίπτει στα ολισθήματα του κλισέ, της χαοτικής δομής ή του παρωχημένου.

Δεν είναι αποκρουστικό το θέμα, αντιθέτως διακρίνεται από πρωτόγονο ερωτισμό, δεν στοχεύει στο λατρευτικό τέμενος του αίματος, διασχίζει διακριτικά το παράδοξο με πλούσιο συναίσθημα και γοητεύει με την ιδιαίτερη σχοινοβασία του στο πεδίο των επιλογών της σκοτεινής και της φωτεινής όχθης, αλλά και την συνύπαρξη των μυθικών πλασμάτων με τους ανθρώπους, γιατί εκτός από τις καλές νεράιδες, τους μονόκερους, τα καλοπροαίρετα ξωτικά και τους νάνους υπάρχει και η σκοτεινή πλευρά του παραμυθιού, που ποτέ δεν έγινε αποδεκτή από τα ανθρώπινα, φοβισμένα ώτα και τις «πειραγμένες» αισθήσεις.  

Καταπληκτικός μάστορας, σπουδαίος στυλίστας της εικόνας ο Αμπάσι, έχοντας στα χέρια του το διήγημα του άκρως εμπνευσμένου, Σουηδού συγγραφέα του μεταφυσικού τρόμου Τζον Αβίντε Λίντγκβιστ (το καταπληκτικό βιβλίο του «Άσε το Κακό να Μπει» – γυρίστηκε σε ταινία το 2008 σε σκηνοθεσία του Τόμας Άλφρεντσον), καταφέρνει να ισορροπήσει με ρεαλισμό την σεναριακή αφήγηση ακριβώς στο γράδο της αποδοχής της ιστορίας από τους θεατές, δίχως η πλοκή να χάσει χιλιοστό ενδιαφέροντος, από ρυθμό, αγωνία και τακτοποιημένη φαντασία, αλλά και να μην εμβαπτισθεί το θέμα του συγγραφέα Λίντγκβιστ στην κολυμπήθρα του παρατραβηγμένου.

Η δουλειά στο μακιγιάζ του Γκόραν Λάνστρομ και της Πάμελα Γκόλνταμερ, αλλά και στις αλλαγές σε πρόσωπο, μαλλιά και σώμα, τόσο πάνω στην υπέροχη, 44χρονη, Σουηδή ηθοποιό Εύα Μέλαντερ (υποδύεται την τερατόμορφη Τίνα) – η οποία παρεμπιπτόντως είναι μια χαρά γυναίκα -, όσο και στον πληθωρικό, Φιλανδό ηθοποιό Ίρο Μιλόνοφ («Η Πιο Ευτυχισμένη Μέρα στη Ζωή του Όλι Μάκι» – 2016), που υποδύεται τον, επίσης, τερατόμορφο Βορ και άλλα διάφορα κόλπα, χάρισαν στα «Σύνορα» του Αλί Αμπάσι μια υποψηφιότητα στα  Όσκαρ 2019 στην Κατηγορία του Μακιγιάζ –Κομμώσεις. Η ταινία δεν πέρασε απαρατήρητη στο φεστιβάλ των Κανών, αποσπώντας το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στην κατηγορία «Ένα Κάποιο Βλέμμα».

Στην ταινία του Αλί Αμπάσι διαισθάνθηκα μια βαθιά ζεστασιά τόσο στο φανταστικό, όσο και στο ρεαλιστικό πεδίο που κινείται η πλοκή. Άλλωστε τα πιο όμορφα και συναρπαστικά παραμύθια είναι πάντα τρομακτικά και διαβάζονται, ακούγονται ή βλέπονται, όπως στην περίπτωσή μας, είτε με βροχή και καταιγίδες, είτε κάτω από τον ήρεμο, έναστρο, καλοκαιρινό ουρανό.