fbpx

banner αεροδρομίου

«Συμπαθητικά και πανέμορφα «παράσιτα» που ευδοκιμούν σε περιόδους κρίσης», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 8

Ξεπεράστηκαν τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα, απεφάνθη προχθές ο κύριος Ανδρέας ο περιπτεράς, ακραιφνής φιλο-βασιλικός και νοσταλγός όχι του ροκ εν ρολ, αλλά του Παττακού και του Παπαδόπουλου όχι του Σπύρου «στην υγειά μας ρε παιδιά», αλλά του άλλου του Γεωργίου, του γνωστού της χουντικής επταετίας. Χρηματάκια, όμως, στην παλάμη από την πώληση των τσιγάρων δεν θωρεί και συνεχώς γκρινιάζει έξω από το «μαγαζί», όπως αποκαλεί το περίπτερο, που πραγματικά μοιάζει με σούπερ μάρκετ τσέπης. Το ποσοστό κέρδους μειωμένο στο επίπεδο της ακαμψίας και στην πίστα να φιγουράρει το πλαστικό χρήμα, αυτά τα άξια τέκνα των κάπιταλ κοντρολς αντί των μετρητών, οπότε, βάλε στην σούμα και την προμήθεια των τράπεζων, τελικά, «τρώει η φακή το λάδι» κατά το σοφόν και λαϊκότερον.

Στις κρίσεις της αλήθειας του, ενίοτε, ο 75χρονος, κύριος Ανδρέας έξω από το περίπτερο κρώζει ως λαβωμένος μαυροκόραξ:  «τι λες παλικάρι μου, ερχόντουσαν στο μαγαζί για εφημερίδες, τσιγάρα, πούρα οι κύριοι, δυο τρία περιοδικά οι κυρίες, σοκολάτες, αναψυκτικά, παγωτά τα πιτσιρίκια και άφηναν το πενηντάευρο για πλάκα. Τώρα, αέρας και λουκουμόσκονη. Καπνός, χαρτάκια, φιλτράκια, σκατάκια και ένα νερό για παρηγοριά. Αυτό είναι επιτάφιος όχι δουλειά!»

Το «μαυροκόραξ» στον κύριο Ανδρέα κολλάει μόνο εδώ από εμένα, γιατί το κανονικό του παρατσούκλι είναι: «βασιλιάς». «Μαυροκόραξ» καθότι δηλωμένος ρουφιάνος της αστυνομίας πόλεων στα νιάτα του ως κλασίκ περιπτεράς μισού αιώνα και βάλε, δεν το έκρυψε ποτέ άλλωστε. Παρότι τρεις φορές παραθέριζε στο νοσοκομείο με κατάγματα, σπασίματα, διασείσεις ως πληρωμές της νέμεσης από τα ρουφιανιλίκια του, μυαλό δεν έβαλε. Σε μια από τις τρεις «περιοδείες» του στα νοσηλευτικά ιδρύματα έχασε τον δεξί του όρχι γιατί «έδωσε» ψυχρά δυο κοπελιές στην ασφάλεια, παλιές γειτονοπούλες. Άγνωστο και μυστήριο το «γιατί» κάρφωσε τα κορίτσια στους μπασκίνες, εκεί κατά το 1972 και όπως αναφέρουν τα αδιάψευστα, ιστορικά κατάστιχα της γειτονιάς δεν μάθαμε ποτέ τον λόγο. Κατέφθασαν, όμως, κάτι χάι τάουερς οικοδόμοι με χέρια σαν κλαπέτα υδρορροής του Μόρνου, ποτίζοντας τον κύριο Ανδρέα πέντε ντεπόζιτα ξύλο, ώρα βραδινή στην άφωτη πλευρά του δρόμου προς το σπίτι του. Για τα δυο κορίτσια που έπεσαν στα χέρια της ασφάλειας δεν μάθαμε ποτέ κάτι διότι οικογενειακώς εξαφανίστηκαν, αλλά το βρωμόξυλο που εισέπραξε για το χαφιεδιλίκη ο κύριος Ανδρέας στάθηκε η αιτία της απώλειας του.  

Η απώλεια, βέβαια, του δεξιού όρχεως χαμήλωσε αισθητά το φλογερό, εθνικιστικό του ταμπεραμέντο και η αλήθεια είναι, ότι το έφερνε βαρέως που δεν ήταν το ζερβό «μπαλάκι», αλλά το δεξί, το καλό. Τέκνα, πάντως έφερε στην ζωή, τρία τον αριθμό, δυο αγόρια μια χαρά παλικάρια και μια θυγατέρα υπέροχη, τακτοποιημένα και τα τρία από εργασία, οικογένεια και πλούτη. Έξι οικόπεδα σπαρμένα σε διάφορα μέρη του ελλαδικού χώρου, 1.200 λιόριζες στην Κόρινθο, μισή πολυκατοικία στο Μπουρνάζι, δυο καταστήματα στο Κουκάκι και τρία εξοχικά στην Αρτέμιδα, όλα βγαλμένα από το περίπτερο – «μαγαζί», που το 1968 έστησε μπροστά έναν ανάπηρο πολέμου, ιερολοχίτη θείο του για να βγάλει την άδεια. Κάθε φορά, που καταβαίνουν οι λεβέντες του μαζί και η θυγατέρα του στο περίπτερο ο κύριος Ανδρέας τους φιγουράρει στα πέριξ, κερνώντας διάφορα από την καφετέρια και κορδώνεται σαν πετεινός. Διακρίνω όμως στους γηραιούς παρευρισκόμενους, που ξέρουν καλά τις ιστορίες περί του ενός όρχεως, να αστράφτουν τα χαμογελαστά πρόσωπα τους απέναντι στα τέκνα του Ανδρέα και να μπερδεύονται τα βλέμματα τους στο αμήχανο κενό κάπου μεταξύ ουρανού και γης.

Το παρατσούκλι «βασιλιάς» αντάμωσε τον κύριο Ανδρέα τον καιρό της μεταπολίτευσης, όταν ο Μίδας ο ευγενικός κουρέας της πλατείας, που άκουγε όπερα, διάβαζε τον Μαρξ και τον Πρόκλο μέχρι αποστήθισης, είχε άχτι ασίγαστο τον «μαυροκόρακα» περιπτερά. Ήθελε να του τα σούρει δυνατά και έξω από τα δόντια, όσο κρατούσε αχώνευτα μέσα του στα πέτρινα χρόνια της δικτατορίας για να τον κάνει ρεζίλι και να μάθει ο κόσμος το ποιόν του. Ο χαμηλότονος και λεπτεπίλεπτος κουρεύς Μίδας – ο θεός να τον συγχωρέσει – σε μια λεκτική ιδεολογική και ταξική διαμάχη με τον κύριο Ανδρέα τον αποκάλεσε τολμηρά «χαφιέ», «φασίστα» και «μονάρχι», ξεμπροστιάζοντας τον στους καταστηματάρχες που είχαν στήσει σιωπηρή κερκίδα. Ο Δημήτρης ο σερβιτόρος, παρακολουθώντας τους πολιτικούς διαξιφισμούς κουρέα και περιπτερά, άρπαξε το «μονάρχις» και στο πιτς φιτίλι το έφερε στο «βασιλιάς». Άρεσε στον κύριο Ανδρέα το παρατσούκλι, αν και ο επιθετικός χαρακτηρισμός του μπαρμπέρη Μίδα ήταν διαφορετικός και η στόχευση για αλλού, ο περιπτεράς ξετρελάθηκε να τον αποκαλούν «βασιλιά». Έχει μέσα της το γαλαζοαίματο η λέξη και νοιώθει μια ανάταση εσωτερική, εφόσον λατρεύει και τους άνακτες. Όσο για τον χαρακτηρισμό του «χαφιέ» και του «φασίστα» δεν ίδρωσε στάλα το αυτί του, διότι είναι βαθιά πεπεισμένος ότι είναι πατριώτης και επιτελεί εθνικό έργο για το καλό της πατρίδας.

Με την κυβέρνηση «πρώτη φορά αριστερά», έκλεισε το «μαγαζί» κοντά δυο μήνες, παραλύοντας τον κόμβο της πλατείας και τον κόσμο να τρέχει αλλού. Ήταν αποφασισμένος να μην ανοίξει το περίπτερο μέχρι να «ξεκουμπιστούν από την πατρίδα οι πλούσιοι, προδότες μπολσεβίκοι», διατυμπανίζοντας το απροκάλυπτα όπου στεκόταν και όπου βρισκόταν. Δεν χαμπάριαζε που οι άνθρωποι του έλεγαν, ότι τους έκοψε τα πόδια και πρέπει να τρέχουν μια στάση δρόμο για να ψωνίσουν.

Το περίπτερο σήκωσε ρολά όταν ο ένας από τους δυο νεαρούς, αυτός που κρατούσε την απογευματινό-βραδινή βάρδια, έφερε μαντάτο στον κύριο Ανδρέα από τα γραφεία του Δήμου που δουλεύει τα πρωινά ως καθαριστής. Το δημοτικό συμβούλιο, είπε ο νεαρός, κατόπιν καταγγελιών θα έδινε νέα άδεια χρήσης περιπτέρου στην πλατεία για την εξυπηρέτηση του κοινού. Σε τέσσερις ώρες το «μαγαζί» του «βασιλιά» ήταν ξανά ανοικτό. Ο αφελής και πωρωμένος κύριος Ανδρέας πανικοβλήθηκε στην ιδέα, πως οι «μπολσεβίκοι» θα του πάρουν το στέκι και την θέση θα την καταλάβει κάποιος «κόκκινος».

Καμία προϋπόθεση και προγραμματισμός, βέβαια, για νέα άδεια περιπτέρου δεν προέκυπτε από τον Δήμο, καθότι ήταν ένα άριστα, μεθοδευμένο μύθευμα του τετραπέρατου νεαρού για να συνεχίσει να δουλεύει στο «μαγαζί» και φυσικά να εξακολουθεί να επιδίδεται ασυστόλως στην «τέχνη» της κλοπής, όπως αποδείχθηκε μερικούς μήνες αργότερα από την λογίστρια κόρη του «βασιλιά».                  

Αξιολόγηση Ταινιών

 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 

    «Παράσιτα»

(Parasite)     

 

 

  • Είδος: Κοινωνική σάτιρα, δράμα
  • Παραγωγή: Κορέα (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μπονγκ Τζουν-χο
  • Με τους: Σονγκ Κανγκ-χο, Τσόι Γόο-σικ, Παρκ Σο-νταμ, Λι Σουν-κιούν
  • Διάρκεια: 131’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Χρυσός Φοίνικας Φεστιβάλ Κανών 2019

Η νότα του σκηνοθέτη προς τους δημοσιογράφους: «Όταν γράψετε την κριτική για την ταινία, προσπαθήστε να αποκαλύψετε όσο το δυνατό λιγότερα για την ιστορία, από τη στιγμή που τα δύο αδέρφια αναλαμβάνουν να εργαστούν ως καθηγητές ιδιαιτέρων μαθημάτων, κάτι που αποκαλύπτεται και στο τρέιλερ. Η διακριτικότητα σας θα είναι ένα εξαιρετικό δώρο στο κοινό και την ομάδα που έκανε αυτή την ταινία. Υποκλίνομαι και σας εκλιπαρώ όχι spoilers. Σας ευχαριστώ, Μπονγκ Τζουν Χο».

Σεβόμαστε την απαίτηση του δημιουργού και προστατεύοντας συγχρόνως την μαγεία του σινεμά γράφουμε την περίληψη.

Η οικογένεια των Κιμ είναι αγαπημένη, αλλά είναι όλοι τους άνεργοι και το μέλλον τους διαγράφεται ζοφερό. Ο γιος της οικογενείας βρίσκει δουλειά ως καθηγητής ιδιαιτέρων αγγλικών μαθημάτων στην κόρη της πλούσιας οικογένειας Παρκ, ιδιοκτητών μια διεθνούς εταιρίας πληροφορικής, κι ελπίζει επιτέλους σε σταθερό εισόδημα. Μετά την πρώτη αυτή συνάντηση, ξεκινάει ένας χείμαρρος ατυχών συμβάντων, καθώς ο νεαρός καθηγητής αγγλικών συστήνει την αδελφή του ως σπουδαία παιδο-ψυχολόγο για να αναλάβει τον μικρό, αεικίνητο γιο της οικογένειας.   

Ο Χρυσός Φοίνικας του Φεστιβάλ Κανών 2019 και, πραγματικά, δικαίως κοσμήθηκε η ταινία με το συγκεκριμένο βραβείο. Από την αρχή έως το τέλος η ιστορία των «Παράσιτων» είναι ένα απίστευτο δοκίμιο επιβίωσης, σαν αυτό των «Μικρών Εξερευνητών» που σε μαθαίνει την χρήση των δυνατοτήτων της φύσης σε στιγμές «survivor». Ο Φρίντριχ Νίτσε στην «Γενεαλογία της Ηθικής» του, διατυπώνει με σαφήνεια τον διαχωρισμό ανάμεσα στον «αγαθό» και στον «ανδρείο» άνθρωπο.

Εδώ, λοιπόν, στην εξαιρετική ταινία του 50χρονου, Κορεάτη Μπονγκ Τζουν-χο ο βολεμένος, «αγαθός», φαινομενικά ασφαλής, μεγαλοαστός, πλούσιος άνθρωπος συναναστρέφεται τον πολυμήχανο, «ανδρείο», ευπροσάρμοστο άνθρωπο που θέλει να συνεχίσει να ζει πάση θυσία. Ο ταξικός διάκοσμος είναι ο γνωστός, δηλαδή, αυτός των οικονομικά εύρωστων ανθρώπων και αυτός των εντελώς πάμφτωχων, που ζουν στην κόψη του ξυραφιού. Κοινωνία ώρα μηδέν, τα παράσιτα ευδοκιμούν ένθεν και εκείθεν, ενώ τα ένστικτα έχουν τον πρώτο λόγο και στις δυο περιπτώσεις ανθρώπων, σε αυτή του βολεμένου και σε αυτή του πού την κεφαλήν κλίναι, «survivor».

Πανέξυπνη ταινία, που σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό, να κοιτάς την μεγάλη οθόνη σαν χάνος και να σιγο-ψιθυρίζεις «καλά, τι γίνεται εδώ;», προβληματισμό που θα τον ακούσεις και από τους διπλανούς σου. Ο Τζουν-χο δημιούργησε ένα κέντημα ψιλοβελονιά, απερίγραπτης λεπτομέρειας και φινέτσας, διατηρώντας όλους του κινηματογραφικούς κανόνες στο επίπεδο του άψογου, αρχής γενομένης από το σενάριο, γραμμένο από τον ίδιο, τα μεστά φωτογραφικά κάδρα του, την παραγωγή και τις εξαίσιες μεταβάσεις από την κωμωδία, στην καταμαύρη κωμωδία και από εκεί στο δράμα και τον τρόμο. Δεν είναι εύκολη υπόθεση αυτή η κραματοποίηση κινηματογραφικών ειδών δίχως να βγει κάποιο ελάττωμα στο προϊόν. Κι όμως ούτε ένα τόσο δα ψεγάδι!

Όλα στην εντέλεια, ρυθμισμένα με την ακρίβεια υποδεκάμετρου, ειδικά όταν κάποια στοιχεία στην πλοκή σου θυμίζουν άλλες ταινίες, ο Μπονγκ Τζουν-χο, αφήνει απλά να σου θυμίζουν και όχι να είναι ίδια με εκείνες, καθώς δραπετεύει με αριστοτεχνικό τρόπο από το ναρκοθετημένο χωράφι του κλισέ.

Από τον τρομακτικό «Επισκέπτη» του 2006, που τον πρωτογνώρισα, στην θριλερική «Μητέρα» του 2009 (δυστυχώς προβλήθηκε μόνο στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης) και από το δυστοπικό επιστημονικής φαντασίας «Snowpiercer» στην παραμυθένια, γιγαντιαία γουρούνα «Όκτζα» του 2017 με τα οικολογικά μηνύματα, ο Τζουν-χο δεν δημιούργησε κενά αμφισβήτησης στο σινεμά του. Αντιθέτως εκμεταλλεύτηκε κάθε ίντσα του ταλέντου του και σκηνοθετικά περισσότερο ώριμος από κάθε άλλη φορά, δομεί πανέμορφα το στοιχείο που λατρεύει και είναι αυτό της υπερβολής. 

Διαχειρίζεται εκπληκτικά τα κινηματογραφικά περιθώρια και τα όρια της υπερβολής, καταλήγοντας την στο σημείο να τον εξυπηρετεί ακούραστα σε ό,τι θέλει να περάσει στην ταινία του με όχημα τον ρεαλισμό ή την αλληγορία, ακόμα και κάποιες, παρατραβηγμένες ζεν σοφιστίες. Η υπερβολή στο σινεμά του Μπονγκ Τζουν-χο μετατρέπεται στο πιο σημαντικό δομικό υλικό, απογειώνοντας το είδος στους επτά ουρανούς. Είναι ένας ευφάνταστος ρεαλιστής γεμάτος κέφι και δύναμη. Επουδενί μην χάσετε την ταινία, είναι αυτό που χαρακτηρίζουμε απλά και δημιουργικά ως «σινεμά»!  

   «Συνώνυμα»    

(Synonymes)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Ισραήλ, Γαλλία (2019)
  • Σκηνοθεσία – Σενάριο: Ναντάβ Λαπίντ
  • Με τους: Τομ Μερσιέ, Κουεντίν Ντολμέρ, Λουίς Σεβιλότ
  • Διάρκεια: 123 λεπτά
  • Διάρκεια: 123’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Χρυσή Άρκτος Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου το 2019.

Ο νεαρός Ισραηλινός Γιόαβ, είναι αποφασισμένος να αποκηρύξει την εθνικότητα του και να γίνει Γάλλος. Στο Παρίσι, εγκαταλείπει τη γλώσσα του και με τη βοήθεια ενός λεξικού επιχειρεί με κάθε τρόπο να επινοήσει μια νέα ταυτότητα για τον εαυτό του.

Ο Ναντάβ Λαπίντ κερδίζει την Χρυσή Άρκτο στο 69ο Φεστιβάλ του Βερολίνου δημιουργώντας ένα περιπετειώδες υπαρξιακό χρονικό ενός ξένου που ψάχνει τον εαυτό του σε έναν άγνωστο τόπο, προσπαθώντας να αφήσει πίσω του όσα τον στοιχειώνουν.

Στο σημείωμα του σκηνοθέτη διαβάζουμε: Ο ήρωας της ταινίας ξεκινά ένα υπαρξιακό ταξίδι, βασισμένος σε μια ιδέα την οποία κυνηγά έως το τέλος. Μεταμορφώνεται νοητικά, σωματικά και πνευματικά, και μάλιστα σε καθημερινή βάση, καθώς περπατά στους δρόμους του Παρισιού, μουρμουρίζοντας συνώνυμα λέξεων. Αυτό που με ενθουσιάζει ως σκηνοθέτη είναι η δημιουργία μιας ταινίας πολύ σωματικής και ακατέργαστης, συμπαγούς και μερικές φορές ωμής, η οποία χρησιμεύει για να αναγεννηθούν ιδέες, να δημιουργηθεί χάος.  

Ο πρωταγωνιστής ίσως να υποφέρει από κάποιο μετατραυματικό στρες, ωστόσο είναι η ίδια η ζωή που του το προκαλεί και για αυτό προσπαθεί να ξεφύγει από το παρελθόν του, αποκηρύσσοντας εβραϊκές λέξεις και ανακαλύπτοντας νέες, γαλλικές… Την ίδια στιγμή, η ταυτότητα του είναι βαθιά εγγεγραμμένη στο σώμα του και αυτό φαίνεται παντού πάνω στο κορμί του. Ενδεχομένως γι’ αυτό προσπαθεί να το καταστρέψει ευθύς εξαρχής: πρώτα εκθέτοντας το στην παγωνιά – εν είδει συμβολικού θανάτου – έπειτα μένοντας χωρίς τροφή και, τέλος, εκδίδοντας το. Παρ’ όλες τις προσπάθειες, το σώμα του αρνείται να εξαφανιστεί και, ακριβώς τη στιγμή που το έχει ευτελίσει, περιέργως, αρχίζουν εβραϊκές λέξεις να βγαίνουν πάλι από το στόμα του. Αυτός ο χαρακτήρας είναι ένα είδος περιπλανώμενου σχίσματος.

Η ταινία βασίζεται στα προσωπικά μου βιώματα, δεκαεπτά χρόνια πριν. Σχεδόν κάθε σκηνή της ταινίας έχει όντως συμβεί στην πραγματικότητα, αλλά παράλληλα θέτει και υπαρξιακά ερωτήματα που αφορούν καθέναν μας: κατά πόσο είμαστε σκλάβοι του παρελθόντος μας και του τόπου καταγωγής μας, αντί για ελεύθερα πλάσματα; Θέλουμε στα αλήθεια αυτή την ελευθερία; Μπορούμε πραγματικά να μεταμορφωθούμε σε κάποιον άλλον;

«Επικίνδυνες Κυρίες»  

(Hustlers)         

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Λορίν Σκαφάρια
  • Με τους: Κόνστανς Γου, Τζένιφερ Λόπεζ, Τζούλια Στάιλς, Λίλι Ράινχαρτ, Λίζο, Κάρντι Μπι
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

Μια παρέα από γυναίκες στρίπερς στην Νέα Υόρκη που κατά  την περίοδο της  οικονομικής κρίσης του 2008 βλέπουν τους πελάτες τους και τα εισοδήματά τους να εξανεμίζονται. Με αρχηγό τη φιλόδοξη χωρισμένη μητέρα Ντέστινι (Κόνστανς Γου – καλή) και με τη βοήθεια της βετεράνου στρίπερ Ραμόνα (Τζένιφερ Λόπεζ – καλή)  θα ενώσουν τις δυνάμεις τους κλέβοντας και εξαπατώντας πλούσιους άντρες της Γουόλ Στριτ.

Το σχέδιο τους δουλεύει με μεγάλη επιτυχία μέχρι που τα πράγματα αρχίζουν να βγαίνουν εκτός ελέγχου.

Σενάριο βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα που δημοσιεύθηκαν σε άρθρο της δημοσιογράφου Τζέσικα Πλέσερ στο New York Magazine με τον τίτλο: «The Hustlers at Scores». Μια παρέα από θεογκόμενες στρίπερς αποφασίζουν να «ελαφρύνουν» τους τραπεζικούς λογαριασμούς των golden boys και να πιάσουν την καλή. Ε, και; Μπράβο και μια χαρά έπραξαν. Ωραίες γυναίκες δίπλα σε μπουνταλάδες, φλώρους άνδρες, που μόνο στον ύπνο τους συναναστρέφονται τέτοιες υπάρξεις, αδειάζουν τα πορτοφόλια τους, φουλ ναρκωμένοι από υπνωτικά.

Η κατασκευασμένη κατάρρευση της Lehman Brothers και η φτωχοποίηση της Αμερικής, μετέπειτα της Ευρώπης, ενεργοποίησε το δαιμόνιο, γυναικείο μυαλό και τα κορίτσια της πιάτσας είπαν να βγάλουν λεφτουδάκια, στοχοποιώντας άνδρες. Τώρα, εάν μέσα στα θύματα υπήρξαν και παράλληλες απώλειες, δηλαδή κάποιοι οικογενειάρχες με υποθήκες, απλήρωτα δάνεια και οικογενειακές υποχρεώσεις που έκαναν την εταιρική πιστωτική κάρτα χαρτοπόλεμο για τα μάτια μιας Ντάιμοντ και μιας Ντέστινι, ας πρόσεχαν τα αγοράκια που άπλωναν τα χέρια και τα ποδαράκια τους.     

Το out of the blue της υπόθεσης στην ταινία της μετριότατης σκηνοθέτιδας Λορίν Σκαφάρια είναι, ότι βάζει την pole dancer Τζένιφερ Λόπεζ με το εξωτικό όνομα Ραμόνα να ασκεί, αλάνικα μεν, κριτική δε κοινωνική στις Η.Π.Α., του στιλ: «Όλη η χώρα είναι ένα στριπτιτζάδικο», «πάρτους τα λεφτά αφού μας τα έχουν πάρει» κι άλλα τέτοια δυναμικά, φυσικά, εν μέσω αγορών πανάκριβων, γυναικείων επώνυμων αξεσουάρ, ενδυμάτων και υποδημάτων.

Ο λόγος που έγινε ταινία τελικά αυτό το γεγονός άνευ σημασίας, είναι ο χορός της J.Lo στην μπάρα (pole dancing) με τα νέα «πειραγμένα» οπίσθια της σε εκπληκτικές performance. That’s all!

 «Maleficent: Η Δύναμη του Σκότους»    

(Maleficent: Mistress of Evil)   

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019) με ελληνικούς υπότιτλους, μεταγλωττισμένη και 3D
  • Σκηνοθεσία: Χοακίμ Ρένινγκ
  • Με τους: Τερέζα Μαχόνι, Αντζελίνα Τζολί, Ελ Φάνινγκ, Μισέλ Φάιφερ, Τζούνο Τεμπλ
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

H Mαλέφισεντ (Αντζελίνα Τζολί – καλή) και η βαφτιστήρα της Ορόρα (Ελ Φάνινγκ – καλή) έρχονται αντιμέτωπες με περίπλοκους οικογενειακούς δεσμούς -που ενώ τις φέρνουν κοντά την ίδια στιγμή τις ωθούν σε αντίθετες κατευθύνσεις- με αφορμή μία γαμήλια τελετή και την εμφάνιση απρόσμενων συμμάχων και σκοτεινών, πρωτόγνωρων δυνάμεων.

Ο μεγάλος εχθρός της Μαλέφισεντ είναι η διπρόσωπη βασίλισσα Ίνγκριθ (Μισέλ Φάιφερ – καλή), που προσπαθεί αν κρατήσει μακριά την Ορόρα από την νονά της Μαλέφισεντ.

Έπειτα από την μεγάλη εισπρακτική επιτυχία του 2014, το ντισνεϊκό, κινηματογραφικό παραμύθι αποκτά sequel με πρωταγωνίστρια ξανά την Αντζελίνα Τζολί, αλλά δίχως τον εμπνευσμένο και δις βραβευμένο με Όσκαρ στα Ειδικά Εφέ Ρόμπερτ Στρόμπεργκ, του οποίου σκηνοθετικό ντεμπούτο είναι η  Mαλέφισεντ. Στο σκηνοθετικό τιμόνι μπαίνει τώρα ο Νορβηγός σκηνοθέτης Χοακίμ Ρένινγκ του τελευταίου, «πεθαμένου»,  κεφαλαίου των «Πειρατών της Καραϊβικής: Η εκδίκηση του Σαλαζάρ», αλλά και του «Κον Τίκι».

Εφέ στο φουλ, περιπέτεια και δράση, μαγεία, μυθικά πλάσματα και νεράιδες θα κρατήσουν, πιθανώς, το ενδιαφέρον των μικρών θεατών σε εγρήγορση με την Αντζελίνα πιο σατανική από ποτέ.

Ένα παραμύθι ειπωμένο από φλύαρο αφηγητή που δημιουργεί περισσότερο θόρυβο παρά ατμόσφαιρα.