fbpx

«Στο καλό Γιώργο Μοσχίδη», της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

Δεν έχω συναντήσει στη δημοσιογραφική μου διαδρομή πιο ευγενικό και πιο σεμνό καλλιτέχνη από τον σπουδαίο Γιώργο Μοσχίδη.

Όπως εύστοχα σχολίασε ένας συνάδελφος, «αν ήταν στην Αγγλία σίγουρα θα είχε τιμηθεί με τον τίτλο του Sir». Μοναχικός εργάτης του θεάτρου δούλευε ακατάπαυστα με αγάπη και πάθος, ποιούσε ήθος επάνω και κάτω από το θεατρικό σανίδι, γιατί πίστευε ότι η τέχνη είναι το μέσο που αν όχι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, τουλάχιστον να τον ευαισθητοποιήσει και να ανοίξει δρόμους στην ανθρώπινη σκέψη.

Ήμουν στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι με τους δικούς μου, όταν πληροφορήθηκα την είδηση του θανάτου και η ψυχή μου γέμισε θλίψη. Τον θυμήθηκα να κοκκινίζει σαν παιδί, όταν του είχα ζητήσει συνέντευξη και να με αποζημιώνει με το χαμόγελο του, μια υπέροχη αίσθηση που επιδρούσε ευεργετικά σε μένα κάθε φορά που τον συναντούσα.

Ο Γιώργος Μοσχίδης δεν είχε κόμπλεξ, γιατί ήξερε ποιος ήταν. Στεκόταν πάντα πλάι στη νέα γενιά των ομότεχνών του και είχε την καλύτερη άποψη γι΄αυτή: «Είναι σίγουρο ότι μπορεί να κάνει πάρα πολύ σπουδαία πράγματα, γιατί η νέα γενιά είναι καλύτερη από την δική μας. Είναι ταλαντούχοι, πολύ πιο μορφωμένοι και πιο προχωρημένοι από εμάς. Ένα πράγμα είναι κατά κάποιον τρόπο μείον. Εμείς ανεβαίναμε τα σκαλάκια ένα – ένα, ενώ οι νέοι ανεβαίνουν λίγο περισσότερο από το ένα και αυτό ίσως να τους δυσκολέψει στην σταθερότητα.»

Αντίθετα δεν ήταν τόσο αισιόδοξος, ότι η Ελλάδα θα ορθοποδήσει: «Εγώ ανήκω σε μία γενιά η οποία φυλακίστηκε, εξορίστηκε, έχασε τον μπούσουλα που λένε. Λέγοντας ότι σκοτώθηκε και έμεινε απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα για έναν καλύτερο κόσμο. Και ρωτώ έγινε ο κόσμος καλύτερος;»

Και μπορεί να απόδρασε από αυτή τη ζωή ο Γιώργος Μοσχίδης σε ηλικία 87 χρονών από φυσιολογικά αίτια, παραμονή των Χριστουγέννων και να μας πλήγωσε τόσο, αλλά άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα στην τέχνη του εφήμερου, το θέατρο, με συγκλονιστικές ερμηνείες σε εκατοντάδες παραστάσεις από την 65χρονη διαδρομή του στο θεατρικό σανίδι.

Ο Γιώργος Μοσχίδης και η Φρίντα Λιάππα
Ο Γιώργος Μοσχίδης και ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος επίστηθιοι, αγαπημένοι φίλοι επί σειρά πολλών ετών

Οι νεώτεροι  θα τον θυμούνται από τις κωμωδίες του παλιού κλασικού Ελληνικού Κινηματογράφου πλάι σε μεγάλα ονόματα όπως του Λάμπρου Κωνσταντάρας και της Μάρως Κοντού.

Ο Γιώργος Μοσχίδης είχε γεννηθεί στην Καβάλα το 1931. Ο πατέρας του ήταν καπνεργάτης και η μητέρα του κόρη καπνεμπόρου. Είχε ξεκινήσει την καριέρα του ως ηθοποιός με περιοδεύοντες θιάσους, τα «μπουλούκια», όπως τα έλεγε ο ίδιος.

Την τέχνη του ηθοποιού την διδάχτηκε  στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Θεσσαλονίκης και έκανε την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση το 1952 στο έργο «Ρομάντζο» του Ε. Σέλντον με το Θίασο της Μαίρης Αρώνη- Βάσως Μανωλίδου.

Συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο, το Θέατρο Τέχνης με περισσότερες από 350 συμμετοχές σε θεατρικές παραστάσεις, αλλά και με το Ελεύθερο Θέατρο ενώ συμμετείχε και σε παραστάσεις αρχαίου δράματος και αττικής κωμωδίας.

Συνευρέθηκε  στη σκηνή με το Δημήτρη Χορν, την Έλλη Λαμπέτη, τον Γιάννη Φέρτη, τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο, με τον οποίο τους συνέδεε βαθιά φιλία. Συνεργάστηκε με κορυφαίους σκηνοθέτες κι υπηρέτησε όλα τα είδη του θεάτρου, αλλά διακρίθηκε κυρίως σε παραστάσεις αρχαίου δράματος. Είχε τιμηθεί με το Βραβείο «Αιμίλιος Βεάκης» για τη συνολική προσφορά του στο θέατρο, σημαντική ήταν όμως η προσφορά του και στον κινηματογράφο.

Στο σινεμά ξεκίνησε το 1958 στην ταινία του Λαμπρινού «Διακοπές στην Αίγινα» και την ίδια χρονιά έπαιξε στο ιστορικό δράμα του Γρ. Γρηγορίου «Ο Μιμίκος και η Μαίρη». Συμμετείχε σε 43 ταινίες, όπως «Κρίμα το μπόι σου» (1970), «Τι 30, τι 40, τι 50» (1972), «Αγάπη μου παλιόγρια» (1972) ,«Τον αράπη και αν τον πλένεις (1973)». Σημαντική ήταν και η παρουσία στις ταινίες του νέου ελληνικού κινηματογράφου και συγκεκριμένα στις ταινίες: «Τα Χρώματα της ίριδας (1975)»,  «Χάππυ Νταίη (1976)», «Ρόζα (1982)», «Ρεβάνς (1983)», «Η Παρεξήγηση (1983)», «Υπόγεια Διαδρομή (1983)» και  «Ζωή Χαρισάμενη (1993)».

Είχε τιμηθεί με το Βραβείο «Αιμίλιος Βεάκης» για τη συνολική του προσφορά στο θέατρο, είχε αποσπάσει το Βραβείο Β’ ανδρικού ρόλου στην ταινία «Χάππυ Νταίη» του Παντελή Βούλγαρη (Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης – 1976), και το Βραβείο Β’ ανδρικού ρόλου στην τηλεοπτική σειρά «Η αγάπη άργησε μια μέρα» (1998). Δίδαξε στις Δραματικές Σχολές του Εθνικού Θεάτρου, Γ. Θεοδοσιάδη και «Βεάκη» , ενώ πήρε μέρος στους συνδικαλιστικούς αγώνες του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (Σ..Ε.Η. ) και διετέλεσε γενικός γραμματέας του το 1975.