fbpx

banner αεροδρομίου

 

«Πού Χάθηκες, Μπερναντέτ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Αξιολόγηση Ταiνιας

* * * * *  Αριστούργημα

* * * * Εξαιρετική

* * * Ενδιαφέρουσα

* * Προβληματική

* Αδιάφορη

@ : Κάκιστη

 

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ
  • Με τους: Κέιτ Μπλάνσετ, Μπίλι Κρούνταπ, Κρίστεν Γουίγκ, Έμα Νέλσον
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Odeon

Η δυναμική και μποέμισα Μπερναντέτ Φοξ (Κέιτ Μπλάνσετ – απίθανη όπως πάντα!) ζει άεργη μια υπέροχη ζωή στο καινούργιο, τεράστιο σπίτι της στο Σιάτλ μαζί με τον σύζυγο της – ιδιοκτήτη εταιρείας λογισμικού -, τον  Έλγκι (Μπίλι Κρούνταπ – καλός) και την 13χρονη, έξυπνη κόρη της, Μπι (Έμα Νέλσον –καλή), η οποία είναι τάλε κουάλε η μητέρα της σε νεαρή ηλικία.

Το μόνο που απουσιάζει από την Μπερναντέτ είναι η περιπέτεια. Πρώην σπουδαία αρχιτέκτων, η μοναδική καταγεγραμμένη γυναίκα στην δεκάδα των σπουδαίων, Αμερικανών αρχιτεκτόνων, που άλλαξαν την φιλοσοφία στα οικιστικά δεδομένα, αποφάσισε κάποια στιγμή να αφήσει πίσω της το δημιουργικό της επάγγελμα, τα χρήματα, την δόξα και να απομονωθεί στο Σιάτλ.

Όταν η Μπερναντέτ εξαφανίζεται πριν από ένα προγραμματισμένο οικογενειακό ταξίδι στην Ανταρκτική, μπαϊλντισμένη από την μετριότητα και την ανθρώπινη βλακεία, η 13χρονη κόρη της θα κάνει τα πάντα για να την εντοπίσει, ανακαλύπτοντας στην πορεία συγκλονιστικά στοιχεία από το παρελθόν της μητέρας της.

Σενάριο βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Μαρία Σεμπλ, που κυκλοφόρησε το 2012 και ένα χρόνο μετά η Annapurna Pictures και η Color Force εξασφάλισαν τα δικαιώματα για την μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο, σε σκηνοθεσία και σενάριο του 59χρονου Τεξανού, υποψήφιου για Όσκαρ Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ («Μεγαλώνοντας» – 2014).

Το plot είναι βατό, απλό, κατανοητό και πραγματεύεται την εγκλωβισμένη δημιουργικότητα εμπνευσμένων, ευφυών ανθρώπων, που εγκατέλειψαν τον επαγγελματικό στίβο λόγω υπαρξιακών απόψεων – εδώ είναι η αρχιτέκτων Μπερναντέτ – και αναγκάστηκαν να βιώνουν μια συμβατική ζωή πολιορκούμενοι ανηλεώς από την βαρεμάρα και την κοινωνική ρηχότητα. Ο Λόρενς Φίσμπερν το διατυπώνει μοναδικά στην ταινία: «Όταν οι δημιουργικοί άνθρωποι σταματούν να δημιουργούν, είναι επικίνδυνοι για την κοινωνία». Και αυτό γίνεται. Η Μπερναντέτ είναι μια κινούμενη βόμβα που την ενοχλούν τα πάντα και οι πάντες.

Υπέροχα και ωραία έως εδώ και η Μπλάνσετ (μέγιστη κινηματογραφική περσόνα πια) ερμηνευτικά υποστηρίζει άψογα τον χαρακτήρα της ηρωίδας (ευκολάκι για την Κέιτ), με καλογραμμένους διαλόγους και πολιτισμένη, ενδιαφέρουσα κόντρα ανάμεσα στο καταξιωμένο θηλυκό και το επίσης, έξυπνο αρσενικό, που έχει δίπλα του μια θρυλική αρχιτέκτονα, ρισκάροντας, επίσης, επαγγελματικά στον χώρο της τεχνολογίας (παίζει αδιόρατα η ζήλεια από την πλευρά του αρσενικού, δίχως να είναι αυτοσκοπός). Μαζί με δυο τρία ευχάριστα και καλά κινηματογραφημένα περιστατικά, που εξηγούν τους λόγους της ανίας που νοιώθει η εγκλωβισμένη Μπερνανέτ, η ταινία του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ ρολάρει primavista, δίνοντας, μάλιστα, όμορφους τόνους στην ψυχοσύνθεση της ευφυούς γυναίκας, που βρίσκεται σε δημιουργική ακαμψία.

Η συνταγή χαλάει, όταν μετά από ένα σοβαρό γεγονός με το FBI, που κινδύνεψε το ζευγάρι να χάσει όλη την περιούσια του και ευθυνόταν η Μπερναντέτ, ξεκινάει η άνευ προηγουμένων αμερικανιά και το κινηματογραφικό όνειρο στοιχειώνεται άδοξα σε γλυκανάλατη περιπέτεια αναζήτησης της αρχιτεκτόνισσας κατά μεριά του Νότιου Πόλου και της Ανταρκτικής, ψάχνοντας εκεί η κυρία τον χαμένο της εαυτό.

Ενώ ο  Λινκλέιτερ το έχει το θέμα με τις οικογενειακές διαφορές, την σχέση του ζευγαριού που βρίσκεται σε ελώδη κατάσταση, όπως το «Πριν τα Μεσάνυχτα», καταφέρνοντας να βγάζει μια γλυκιά θεατρικότητα, στα τελευταία 45 λεπτά, περίπου, της ταινίας χάνει τον προσανατολισμό του και βουτάει λαίμαργα στα ζαχαρένια βάζα της κομεντί. Η Μπλάνσετ απτόητη, απλά κερδίζει επάξια τον μισθό της και τους θεατές.