fbpx

«Πλανήτης δίχως Μπιτλς;», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Μουσική ταυτότητα ως έθνος, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής απόκτησαν από την τζαζ των μαύρων. Πριν από τα μελαγχολικά μπλουζ, τα νευρικά δωδεκάμετρα του Δέλτα του Μισισιπί (Delta Blues) και τις μαύρες Big Bands του Κότον Κλαμπ με τις νέγρικες φωνές να συνθλίβουν τα πεζοδρόμια, οι Αμερικάνοι έποικοι διασκέδαζαν με ένα υβρίδιο ευρωπαϊκής, λαϊκής μουσικής (περισσότερο ιρλανδικής προέλευσης), μετέπειτα κάντρι, ενώ η ανώτερη τάξη ίδρωνε με χάρη και συμπάθιο στις αγγλοσαξωνικές σάλες της αποικίας, χορεύοντας πληθωρικά βιενέζικα βαλς, χαριεντιζόμενοι σε ανιαρές καντρίγιες και βαρετές πόλκες.

Οι φυτείες στον Νότο αναστέναζαν τραγουδιστικά από το μαράζι και τον θρήνο των σκλάβων, ενώ ο βιομηχανικός Βορράς, επίσης, αγκομαχούσε μελωδικά, σαν τσιταρισμένο έμβολο ατμομηχανής, από τον πόνο των μαύρων, πρώην σκλάβων, εργατών που βίωναν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Όσο οι μαύροι των Νότιων Πολιτειών της Αλαμπάμα, της Τζόρτζια, του Σεντ Λούις και της Λουιζιάνα δημιουργούσαν τον σπαρακτικό θρήνο των μπλούζ και καθιέρωναν τον οδοντωτό, χορευτικό ήχο του Ράγκταϊμ (Σκοτ Τζόπλιν), τόσο οι μαύροι του Βορρά στην Φιλαδέλφεια, το Σικάγο και το Ντιτρόιτ μετασχημάτιζαν το θρήνο και τον εκστασιασμό σε έντεχνη τζαζ.

Σε μια από τις προσπάθειες να τα βρούνε οι «πάνω» με τους «κάτω» Αμερικάνους πριν ξεσπάσει ο εμφύλιος πόλεμος, δηλαδή ο τραχύς, βιομηχανικός Βορράς με την Νότια, αγροτική δύναμη των Η.Π.Α., μια επιτροπή, αποτελούμενη από την ελίτ της Ντίξι Λαντ (Dixieland – Συνομοσπονδιακά Κράτη νότια της γραμμής Mason-Dixon), επισκέφθηκε τις μεγάλες, εργοστασιακές μονάδες του Βορρά, που το 85% των εργαζομένων ήταν μαύροι σε άθλια κατάσταση και με μισθούς πείνας, αμειβόμενοι 50 έως 60% κάτω του νόμιμου, «λευκού» μεροκάματου.

Οι περισσότεροι από αυτούς τους «απελεύθερους» σκλάβους ήταν ανέστιοι και ζούσαν όλοι μαζί, φύρδην μίγδην κοινοβιακά, σε τεράστιους χώρους με τις οικογένειες τους, εκτεθειμένοι στο ψύχος, στις αρρώστιες και την πείνα.  

Οι Βόρειοι κόμπαζαν στους «απολίτιστους» και «βάρβαρους» Νότιους, όπως συνήθως αποκαλούσε ο Βορράς το Ντίξι, για την ελευθερία που «δημοκρατικά» χάρισαν στους σκλάβους. Οι Νότιοι όμως βλέποντας την ζοφερή εικόνα του εύρωστου, βιομηχανικού Βορρά με τους μαύρους σε ελεεινή κατάσταση, έβαλαν σπαρταριστά γέλια και σκωπτικά αποκρίθηκαν στους κυβερνητικούς Βόρειους: «Τουλάχιστον ο δικός μας Μπαρμπά Θωμάς έχει και μια καλύβα».

Αυτά συνέβαιναν στις Βόρειες Πολιτείες της Αμερικής, που η χολιγουτιανή κινηματογραφία αποφεύγει να εκθέσει, προβάλλοντας μόνο την βαναυσότητα των περιοχών του Νότου προς τους μαύρους. Η ταινία docfiction του 1971, των Ιταλών ντοκιμαντεράδων Τζιαλτέρο Τζακοπέτι και Φράνκο Προσπέρι «Αντίο Θείε Τομ» (Addio zio Tom), αν και είναι μια γροθιά στο στομάχι του θεατή – παρότι το θέμα είναι ξεπερασμένο σήμερα, στην εποχή του προκάλεσε σοκ – ακόμα και αυτοί οι δυο κινηματογραφιστές ασχολήθηκαν με τους μαύρους του Νότου και όχι με αυτούς του Βορρά.

Οι Αφρικανοί, που δια της βίας σύρθηκαν από τους λασπόκαρδους Αγγλοσάξωνες, τους Ολλανδούς και τους Φράγκους, ως σκλάβοι αρχικά στην Ευρώπη και κατόπιν στην μεγάλη αποικία των Γουίνσδορ, που ονομάστηκε Η.Π.Α., δεν προσέδωσαν μόνο μουσική ταυτότητα στον Νέο Κόσμο, που έπασχε σοβαρά από πολιτιστικό υπόβαθρο. Καθάρισαν το τοπίο στον χορό, το τραγούδι και, βέβαια, τα κορμιά τους διασχίζουν μέχρι σήμερα ένδοξα κάθε μορφή αθλητικού στίβου.

Πώς θα ήταν, λοιπόν, ένας πλανήτης δίχως τους μαύρους των σπορ και φυσικά δίχως τους μαύρους των Τεχνών, που άπαντες οι λευκούληδες έμαθαν από τους άθλους τους και τους αντέγραψαν. Ιστορικά να το πιάσουμε το θέμα οι ξέφρενοι ρυθμοί του Ragtime γεννούν το τσάρλεστον, έπειτα το swing και τέλος αναδύεται το Rock & Roll και πάει λέγοντας. Όσο για το τραγούδι τον χορό και τον αθλητισμό, ε, τι να γράψουμε…

Γιάννη και Κώστα Αντετοκούνμπο ένα απέραντο ευχαριστώ!!!    

«Yesterday»

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί φαντασίας
  • Παραγωγή: Αγγλία(2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντάνι Μπόιλ
  • Με τους: Χιμές Πατέλ, Λίλι Τζέιμς, Εντ Σίραν, Κέιτ ΜακΚίνον
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ο μαυριδερός Τζακ Μάλικ (Χιμές Πατέλ- καλός), είναι ένας τραγουδοποιός που δεν καταφέρνει να ξεχωρίσει από τον σωρό και το όνειρό του να πετύχει στη μουσική βιομηχανία μοιάζει να απομακρύνεται συνεχώς. Ο άσημος τραγουδοποιός ζει σε μια μικρή Βρετανική πόλη και οι προσπάθειες του για να σταθεί στο κεφαλόσκαλο της επιτυχίας και της φήμης γρήγορα ξεθωριάζουν, παρά την αφοσίωση και την υποστήριξη της καλύτερης παιδικής του φίλης, Έλι (Λίλι Τζέιμς – καλή).

Μετά από ένα μυστηριώδες γενικό blackout, ο Τζακ πέφτει σε χωροχρονικό λούπινγκ και όταν συνέρχεται ανακαλύπτει ότι βρίσκεται σε έναν κόσμο, που οι Μπίτλς δεν υπήρξαν ποτέ στο διεθνές μουσικό προσκήνιο, ούτε καν στην ανθρώπινη συλλογική μνήμη. Τους θυμάται μόνο ο Τζακ, οπότε οικειοποιείται τα γνωστά χιτς.

Έτσι, λοιπόν ο νεαρός τραγουδιστής αρχίζει να ερμηνεύει τα τραγούδια του μεγαλύτερου συγκροτήματος όλων των εποχών στο Ίντερνετ, σε κοινό που δεν τους έχει ακούσει ποτέ, ενώ μοιράζει δωρεάν ένα σιντάκι με τις επιτυχίες του συγκροτήματος τραγουδισμένες από τον ίδιο.

Τις «πρωτότυπες» και εμπνευσμένες συνθέσεις του, ακούει ο διάσημος τραγουδοποιός της Αγγλίας Έντ Σίραν (παίζει τον εαυτό του), ο οποίος προσκαλεί τον Τζακ να σαπορτάρει μια συναυλία του στην οποία το πρόσωπο της βραδιάς γίνεται ο Τζακ και όχι ο Εντ Σίραν.

Πέφτουν οι δισκογραφικές εταιρείες επάνω του και με την βοήθεια της μάνατζερ Ντέμπρα (Κέιτ ΜακΚίνον – πολύ καλή), αρχίζει η μεταμόρφωση του Τζακ, που η φήμη του εκτοξεύεται στα ουράνια και ο ήχος των Μπίτλς για μια φορά ακόμα ξεσηκώνει την νεολαία.

Όμως, όσο πιο διάσημος γίνεται, τόσο κινδυνεύει να χάσει την Έλι, το μόνο πρόσωπο που πραγματικά πίστεψε σε αυτόν, ενώ παράλληλα προσπαθεί να ανακαλύψει, αφού δεν υπήρξαν ποτέ οι Μπίτλς, που στο καλό είναι τα μέλη του συγκροτήματος που στον κόμσο που βρίσκεται δεν έγιναν ποτέ διάσημοι.

Γοητευτική, γλυκιά, νοσταλγική η επιστροφή του Άγγλου σκηνοθέτη και παραγωγού Ντάνι Μπόιλ των επιτυχιών («Trainspotting 1 &2», «Η Παραλία», «127 Ώρες», «Slumdog Millionaire»).

Έπειτα από το χαμηλών προσδοκιών δεύτερο μέρος του «Τ2-Trainspotting» του 2017, προσγειώνεται ομαλά, χιουμοριστικά, και μελωδικά σε ένα εξυπνούλη σενάριο μουσικής και αγάπης από την καλή πένα του Ρίτσαρντ Κέρτις («Αγάπη Είναι», «Μπρίτζετ Τζόουνς», «Τέσσερεις Γάμοι και Μια Κηδεία», «Μια Βραδιά στο Νότινγκ Χιλ») απλά και μόνο ο Κέρτις και ο Μπόιλ να υπενθυμίσουν στους παλαιότερους και να ενημερώσουν τους νεότερους μουσικόφιλους, πως τα τραγούδια των Μπιτλς δεν γνωρίζουν εποχή, μήτε χρόνο, μήτε τόπο και είναι η επιτομή της ροκ, που μετασχημάτισε ριζικά τον χάρτη της σύγχρονης μουσικής.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο τα καταφέρνει καλά ο τηλεοπτικός, Αφρικανός, δεύτερης γενιάς Άγγλος ηθοποιός σαπουνόπερας Χιμές Πατέλ, λαμβάνοντας το βάφτισμα του πυρός, ερμηνευτικά, σε μεγάλου μήκους ταινία και μάλιστα υπό της σκηνοθετικής μπαγκέτας του σπουδαίου Ντάνι Μπόιλ.

Το εφεύρημα του Άγγλου σκηνοθέτη είναι, ότι ο Πατέλ ως Τζακ δεν είναι το όμορφο μουτράκι που συνδυαστικά με τα υπέροχα τραγούδια των Μπιτλς θα λιποθυμήσει ο κόσμος και δη ο κοριτσόκοσμος – εμφανισιακά είναι λίαν επιεικώς συμπαθής  – αλλά τον κυρίαρχο ρόλο της ταινίας τον κρατούν γερά οι διαχρονικές μελωδίες των «Σκαθαριών», που απ΄ όποιον κι αν είναι παιγμένες πάντα θα φυτεύονται βαθιά στο ανθρώπινο νοητικό και θα προκαλούν συγκίνηση, δέος, χαρά και φυσικά πανικό.

Επίσης υπάρχει και μια εμφάνιση έκπληξη του υπέροχου ηθοποιού Ρόμπερτ Κάρλαϊλ (του οποίου, by the way, το όνομα είναι ακαταχώρητο στα credits της ταινίας), που κυριολεκτικώς ζωντανεύει όλο το σενάριο και κερδίζει τις εντυπώσεις. Αν και γνωρίζω πως στις κριτικές που θα διαβάσετε όλοι θα σπεύσουν να προκάμουν (μην χάσουν!), προσωπικά θα το κρατήσω «τάφος» την έκπληξη, έτσι για να πάτε να δείτε την ταινία, εσείς οι φανατικοί Μπιτλόβιοι και να περάσετε όμορφα με τις μουσικές του Τζον, του Πολ, του Τζορτζ και του Ρίνγκο.

Για την ιστορία να αναφέρουμε, πως ο μισός και πάνω οικονομικός προϋπολογισμός της παραγωγής ξοδεύτηκε στα πνευματικά δικαιώματα των γνωστών τραγουδιών των Μπιτλς που ακούγονται στην ταινία. Γουστόζικη και η αφίσα της ταινίας με τον Τζακ να διασχίζει την Abbey Road ολομόναχος με την κιθάρα κρεμασμένη στην πλάτη…Καλόόόόοό!!!    

«Το Ένστικτο της Ζωής»

(Animal)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα – θρίλερ
  • Παραγωγή: Αργεντινή, Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αρμάντο Μπο
  • Με τους: Γκιγιέρμο Φραντσέλα, Κάρλα Πίτερσον, Γκλόρια Καρά, Μαρτσέλο Σουμπιότο
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: Seven Films

Ο Αντόνιο (Γκιγιέρμο Φραντσέλα – καλός) είναι ευκατάστατος, συντηρητικός αστός που έχει την ζωή του άριστα ρυθμισμένη. Αγαπημένη, πενταμελής οικογένεια, καλή  δουλειά ως μάνατζερ παραγωγής στο εργοστάσιο παρασκευής κρέατος, όμορφο σπίτι, σύζυγο «αστέρι» δίπλα του, με την γιόγκα της και τις κοινωνικές δραστηριότητες και τέκνα μια χαρά και πάνω απ΄ όλα καλός άνθρωπος. Στο πρωινό τζόγκινγκ πέφτει ξαφνικά στον δρόμο ξερός και η ιατρική διάγνωση είναι νευρική ανεπάρκεια.

 Δυο χρόνια μετά ο Αντόνιο βρίσκεται στο ίδιο αστικό περιβάλλον με την οικογένεια δίπλα του υποστηρικτικά όσο εκείνος είναι αναγκασμένος να επισκέπτεται το νοσοκομείο και την μονάδα τεχνητού νεφρού μέχρι να βρεθεί συμβατός δότης για την απαιτούμενη μεταμόσχευση.

Η λίστα αναμονής μακριά, η γραφειοκρατία άκαμπτη και ο απελπισμένος νεφροπαθής, κατευθύνεται στην μαύρη αγορά, ανακαλύπτοντας μέσω Ίντερνετ ένα νεαρό, περιθωριακό ζευγάρι, που διατίθεται ο συμβατός, άνεργος Ελιάς να προσφέρει το νεφρό του στον πάσχοντα με αντάλλαγμα ένα σπίτι του γούστου της κοπέλας του, πλήρως επιπλωμένο. Ο Αντόνιο συμφωνεί.

Τα θέματα περιπλέκονται τόσο από την πλευρά του νεαρού δότη, όσο και από την οικογένεια του Αντόνιο, που για να σώσει την ζωή του είναι αναγκασμένος να ξοδέψει όλες τις οικονομίες του, εκπληρώνοντας την επιθυμία του Ελιά και της εγκύου Λούσι, παραλαμβάνοντας το πολυπόθητο νεφρό. Η φούσκα στην οποία ζούσε σκάει και ο θόρυβος είναι εκκωφαντικός.

Ο βραβευμένος με Όσκαρ, Αργεντινός σεναριογράφος για το «Birdman», Αρμάντο Μπο (εγγονός του διάσημου ηθοποιού Αρμάντο Μπο και γιος του επίσης ηθοποιού Βίκτορ Μπο), στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του χειρίζεται για μια ακόμα φορά το ανθρώπινο δράμα πίσω από την κοινωνική δυναμική της ψευδαίσθησης με καύσιμο την ζωή και τον θάνατο.

Με συγκρατημένη κινητικότητα ο φακός του δημιουργεί ένα εργόχειρο καταστάσεων, κεντώντας παράλληλα και με τα νήματα του θρίλερ για να καταλήξει σε ένα φιλμικό αποτέλεσμα, που, βέβαια, το έχουμε δει αρκετές φορές.

Ο Γκιγιέρμο Φραντσέλα με τα περίεργα, σχεδόν γυάλινα μάτια, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του Μπο και ως ο κυρίαρχος ήρωας της ιστορίας, που ανατρέπονται όλα τα δεδομένα της «τακτοποιημένης» ζωής του, νικάει το παρωχημένο και στέκεται αλώβητος έως το φινάλε της ταινίας. Με τον ελαφρύ, κοινωνικό διδακτισμό στο σενάριο, πως όλα δεν είναι χρήμα στη ζωή, αλλά και η πρόνοια πρέπει να είναι πιο ευαίσθητη σε τέτοιου είδους θέματα, οι υπερβάσεις στην πλοκή είναι σχεδόν αναμενόμενες.

Αυτό που ένας σεναριογράφος δεν προκύπτει και ευέλικτος σκηνοθέτης ή το αντίθετο, ο Μπο που κάνει την δουλειά των δυο εδώ, βλέπουμε την κυριαρχία της γραφής του, αλλά και την αδυναμία της προσαρμογής αυτής της δύναμης στην σκηνοθεσία. Λίγο το επιπόλαιο, λίγο το σάτρα πάτρα, το στήσιμο δεν ξεφεύγει από την τηλεοπτικά φιλοσοφία του «ψαγμένου» δράματος, παρότι τα πλάνα είναι κυρίως χολιγουτιανά, οι αδυναμίες είναι εμφανείς.

Ε, ο δικός μας Πάνος Κοκκινόπουλος δεν έχει κάτι να ζηλέψει από τον Αργεντινό Αρμάντο Μπο, τουλάχιστον σκηνοθετικά. Σεναριακά το «Τσεκούρι» του Κώστα Γαβρά και ο μετασχηματισμός του ανθρώπου σε κτήνος, εν ονόματι της επιβίωσης, σαφώς, είναι καθοριστικό σημείο αναφοράς στο κινηματογραφικό είδος.         

«Πρόσκληση σε Γεύμα Από Έναν Υποψήφιο Δολοφόνο»

(Murder by Death)

 

 

  • Είδος: Κωμωδία, αστυνομικό
  • Παραγωγή: Αγγλία, Ιρλανδία Η.Π.Α. (1976) – σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες
  • Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Μουρ
  • Με τους: Αϊλίν Μπρέναν, Τρούμαν Καπότε, Τζέιμς Κόκκο, Πίτερ Φολκ, Αλεκ Γκίνες, Ντέιβιντ Νίβεν, Πίτερ Σέλερς
  • Διάρκεια: 94΄
  • Διανομή: Seven Films

Οι πιο διάσημοι ντετέκτιβ του κόσμου προσκαλούνται σε μια μυστηριώδη, απομονωμένη έπαυλη για δείπνο, ένα επίσης μυστηριώδες βράδυ από έναν παράξενο, εκκεντρικό οικοδεσπότη.

Ο οικοδεσπότης ανακοινώνει στους προσκεκλημένους τους, ότι θα γίνει ένας φόνος μέσα στο σπίτι μέχρι τα μεσάνυχτα και εκείνοι καλούνται να λύσουν το μυστήριο. Η αμοιβή του νικητή είναι 1 εκατομμύριο δολάρια.

Την περιποίηση των καλεσμένων την αναλαμβάνει ο τυφλός μπάτλερ και η μουγκή μαγείρισσα.

Να ξεκινήσουμε, γράφοντας πως η «Πρόσκληση σε Γεύμα Από Έναν Υποψήφιο Δολοφόνο» αποτελεί μια από τις σπάνιες κινηματογραφικές εμφανίσεις του διάσημου συγγραφέα Τρούμαν Καπότε («Εν Ψυχρώ», «Πρόγευμα στο Τίφανις»), ο οποίος Καπότε υποδύεται τον εμπνευστή αυτής της πρόσκλησης και του δείπνου μετά φόνου.

Οι χαρακτήρες που απαρτίζουν την ντεντεκτιβική κομπανία είναι βασισμένοι στους γνωστούς, μυθιστορηματικούς χαρακτήρες των αμερικανικών noir  αστυνομικών διηγημάτων και αυτών της Αγκάθα Κρίστι, αλλά δεν φέρουν τα ίδια ονόματα.

Η ταινία του Αμερικανού, τηλεοπτικού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Μουρ, ο οποίος έφυγε από την ζωή σε ηλικία 56 χρόνων το 1896 είναι το ντεμπούτο του σε ταινία μεγάλου μήκους και μάλιστα το σενάριο το υπογράφει ο σπουδαίος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος, τετράκις υποψήφιος για Όσκαρ, Νίλ Σάιμον.

Το ενδιαφέρον είναι, πως η ταινία είναι κωμωδία-παρωδία των αστυνομικών ταινιών του είδος με πλοκή εντελώς αστεία, αλλά η επιτυχία της κρύβεται στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών.

Ο Νιλ Σάιμον, παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων στο πλατό, για να κάνει μικροαλλαγές στο σενάριο μη τυχόν δεν αρέσουν στον Άλεκ Γκίνες, ο οποίος υποδύεται εξαιρετικά τον τυφλό μπάτλερ. Θα περάσετε όμορφα.     

«Οι Αόρατες»

(Les Invisibles)

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Λουί-Ζουλιέν Πετί
  • Με τους: Οντρέ Λαμί, Κορίν Μασιέρο, Νοεμί Λόβσκι, Ντέμπορα Λουκουμόεβα, Σάρα Σούκο, Πάμπλο Πόλι
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Weird Wave

Με απόφαση του Δήμου, το κέντρο υποδοχής άστεγων γυναικών Envol πρόκειται να κλείσει.

Οι κοινωνικοί λειτουργοί έχουν μόνο τρεις μήνες στη διάθεσή τους για να επανεντάξουν στην κοινωνία, με κάθε τρόπο, τις γυναίκες που έχουν στη μέριμνά τους. Πλαστογραφούν, καταφεύγουν στο ψέμα και προσπαθούν να βρουν οποιοδήποτε «μέσο» για να ανασταλεί η απόφαση. Για αυτό το διάστημα, τα πάντα επιτρέπονται, αρκεί οι γυναίκες να «σωθούν».

Οι γυναίκες αποτελούν το 40% του άστεγου πληθυσμού της Γαλλίας. Δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει καθώς οι περισσότερες κρύβονται για να γλιτώσουν τη βία των δρόμων. Γι’ αυτό και γίνονται «αόρατες».

«Τον Αύγουστο του 2014 η Κλερ Λαζενί, που σκηνοθέτησε ένα ντοκιμαντέρ για τις άστεγες γυναίκες («Αόρατες γυναίκες, ζώντας στους δρόμους») μου έδωσε το βιβλίο που είχε γράψει προκειμένου να ολοκληρώσει το ντοκιμαντέρ της. Εκεί καταγράφονται οι συναντήσεις της Κλερ με κοινωνικές λειτουργούς και άστεγες γυναίκες, οι έρευνές της, οι εκπλήξεις που βίωσε κατά τη διάρκεια των ερευνών όπως και η γνωριμία και η σχέση της με τις γυναίκες αυτές.

Το βιβλίο με εξέπληξε ευχάριστα. Δεν είχε καμία σχέση με τον πραγματολογικό, κοινωνιολογικό και βαρύ τόνο που περίμενα πως θα έχει, λόγω του θέματος. Αντιθέτως, με συνεπήρε η πολύ ανθρώπινη ιστορία που έχει μέσα της όλα τα στοιχεία της ιλαροτραγωδίας.

Οι γυναίκες αυτού του βιβλίου ήταν εξαιρετικά πολυεπίπεδες, συγκινητικές και ενίοτε αστείες, παρά την τραγική τους πορεία. Ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου μέσα σε δύο ώρες, νιώθοντας ταυτόχρονα τόσο προβληματισμένος όσο και χαρούμενος που, άμεσα, ζήτησα από την παραγωγό μου να μεριμνήσει τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου.

Ήμασταν πεπεισμένοι πως αυτές οι γυναίκες, οι τόσο εύθραυστες και αγωνιστικές συνάμα, θα αποτελούσαν το ιδανικό θέμα μιας ταινίας. Ανάμεσά τους βρίσκουμε γυναίκες όπως η Κατρίν, που έχει περάσει τα 50 και κοιμάται οπουδήποτε και η Ζουλί, που στα 25 της, αρνείται να αποδεχθεί την κατάστασή της», γράφει ο σκηνοθέτης Λουί-Ζουλιέν Πετί.

«Αnnabele Comes Home»

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Γκάρι Ντάουμπερμαν
  • Με τις φωνές των: Πάτρικ Γουίλσον, Βέρα Φαρμίγκα, ΜακΚένα Γκρέις, Μάντισον Άιζμαν, Κέιτι Σαρίφ
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Tanweer

Αποφασισμένοι να εμποδίσουν την Annabelle από το να προκαλέσει τον όλεθρο, οι δαιμονολόγοι Εντ (Πάτρικ Γουίλσον) και Λορέν Γουόρεν (Βέρα Φαρμίγκα) κλειδώνουν τη δαιμονική κούκλα στο δωμάτιο με τα καταραμένα αντικείμενα, την τοποθετούν με ασφάλεια σε μία προθήκη και ζητούν την ευλογία ενός ιερέα.

Μία δαιμονική νύχτα τρόμου παραμονεύει όταν η 10χρονη κόρη τους, Τζούντι, και οι φίλες της επισκέπτονται το δωμάτιο, ξυπνάνε την Annabelle και όλα τα κακά πνεύματα που κατοικούν εκεί.

Στη νέα ταινία, η περιβόητη κούκλα έχει πολλούς φίλους και οι δημιουργοί είχαν στη διάθεση τους καταπληκτικούς χαρακτήρες για να εμπνευστούν, λίγοι εκ των οποίων είναι άνθρωποι.

Ο Πάτρικ Γουίλσον, που επιστρέφει στον ρόλο του Εντ Γουόρεν, λέει ότι ο ίδιος και η συμπρωταγωνίστρια του Βέρα Φαρμίγκα «αγαπάμε αυτούς τους ρόλους γιατί ξέρουμε ότι θα έχουμε δράμα με πολύ τρόμο, πολύ σκοτάδι, αλλά και στιγμές που δείχνουμε την άλλη πλευρά αυτού του ζευγαριού. Ειδικά σε αυτή την ταινία, ο ρόλος μας είναι κυρίως αυτός των τρυφερών γονιών της Τζούντι».

Δίπλα στον Γουίλσον, η Φαρμίγκα που υποδύεται τη Λορέν Γουόρεν για τέταρτη φορά προσθέτει ότι αυτό που της αρέσει σε αυτές τις ιστορίες «είναι η αγνότητα της αγάπης τους και πόσο συνδεδεμένοι είναι , πώς ισορροπούν μεταξύ τους. Αυτό και η ιδέα ότι η πίστη τους τούς δίνει δύναμη, σε αντίθεση με το σκοτάδι που αντιμετωπίζουν».

Ο σκηνοθέτης Γκάρι Ντάουμπερμαν απόλαυσε τη συνεργασία με τη Φαρμίγκα και τον Γουίλσον: «Η ευκαιρία να τους σκηνοθετήσω ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Ξέρουν αυτούς τους χαρακτήρες πολύ καλά και έχουν φοβερές ιδέες  για το πώς να δουλέψουν πάνω σε μία σκηνή. Ήταν πολύ υποστηρικτικοί. Δεδομένου ότι αυτή ήταν η πρώτη μου ταινία, ήταν υπομονετικοί και συνεργάσιμοι και ήταν ωραίο που τους είχα κοντά μου».