fbpx

«Περί τῶν περί τήν ζωήν, περί τῶν βιωτικῶν: Ὁ Ἐπίκουρος χαιρετᾶ τόν Μενοικέα», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἐκλεκτοί ἀναγνῶστες,

Το ὅτι μπαίνετε στόν κόπο νἀ ἀνοίξετε τά δημοσιεύματά μου γιά νά τά διαβάσετε μέ συγκινεῖ ἀφάνταστα, ἀλλά και με τιμᾶ. Ἔτσι, αἰσθάνομαι διπλή τήν ὑποχρέωσι νά σᾶς προσφέρω κάτι ἄξιον λόγου.

Γνωρἰζω κάλλιστα ὅτι οἱ διδάσκαλοί μας ἀδυνατοῦσαν, ἀκόμη καί ἄν κάποιοι πεφωτισμένοι ἀπό αὐτούς ἤθελαν, να μᾶς διδάξουν τόν Μεγάλο Ἐπίκουρο, και τοῦτο διότι ἦταν σαφῶς και κατηγορηματικῶς «ἀπαγορευμένος» ἀπό το Ὑπουργεῖο Παιδείας διότι ὑπῆρχε ἀρνητική παρέμβασις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Γιατί;

Μά φυσικά διότι οἱ θεωρεῖες καί οί ἀπόψεις του ἤρχοντο είς ἄμεσον ἀντίθεσιν με αὐτές τοῦ ἱερατείου.

Διαβάζοντας τὀ κατωτέρω ἑπόμενο κείμενο θα διαπιστώσετε την ἀλήθεια τῶν λεγομένων μου.

Δῶστε σημασία σέ δυό-τρείς προτάσεις, πού εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς διδασκαλίας του:

  • «…ἐνῶ ἡ εὐχαρίστησις εἰς τήν ζωήν δέν νοεἶται χωρίς ἀρετές…»
  • «…Ὅταν λοιπόν λέμε ὅτι ἡ ἡδονή εἶναι σκοπός τῆς ζωῆς, δέν ἐννοοῦμε βεβαίως τίς ἡδονές τῶν ἀσώτων καί τίς ἁπλές ἀπολαύσεις, τίς ὁποῖες κάποιοι λόγῳ ἀγνοίας ἤ διότι διαφωνοῦν μέ ἐμᾶς ἤ διότι δέν κατάλαβαν καλῶς, θεωροῦν ὅτι ἐννοοῦμε, ἀλλά τό νά μήν προξενοῦμε πόνο στό σῶμα μας καί νά μήν ταράζουμε τήν ψυχή μας».
  • «Γιατί καθόλου δέν μοιάζει μέ θνητόν ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ζεῖ έν μέσῳ ἀθανάτων ἀγαθῶν».

Εὐχαριστῶ γιά τήν προσοχή σας…

ΥΓ: Παρ’ὅτι προσφάτως ἡ μητέρα μου ἀπέδρασε εἰς ἄλλην ἐνεργειακήν πυκνότητα, εἶμαι πανευτυχῆς και ὑπερήφανος διότι εἶχα τό προνόμιον νά τήν ἔχω δίπλα μου 75 χρόνια. Λίγοι ἔχουμε τέτοια τύχη. Ὑπῆρξε σπουδαῖα γυναῖκα καί τῆς ὁφείλω πάμπολλα. Θά ἔπρεπε λοιπόν, κανονικά, να ἀλλάξω τό προσωνύμιόν  μου σέ κάτι πού θα ἀπέδιδε τιμή ἐξ ἴσου καί στούς δύο γεννήτορές μου. Προφανῶς ὅμως, δέν θέλω νά γίνω ἤ νά φανῶ οὔτε ὑπερβολικός, οὔτε «φιγουρατζής», γι αὐτό θα κρατήσω τό Εὐπάτωρ κλέβοντάς το ἀπό τόν δεκατετράχρονο Πτολεμαῖο τόν Εὐπάτορα, Πρίγκηπα τῆς Αἰγύπτου ἀπό τό 166 ἕως τό 152 π.Χ. 

Δέν τόν πειράζει καθόλου, ἐάν ἐγώ γίνω ξαφνικά πρίγκηψ τῆς πέννας.

χαχαχα, θά γελάει καί τό παρδαλόν κατσίκιον…

Επίκουρος

Ὡς λέγει ὁ Ἀπολλόδωρος στά Χρονικά του, ὁ Ἐπίκουρος γεννήθηκε στήν Σάμο τό 342 πΧ. (ἤ τό 341 π.Χ.).

Στήν Μυτιλήνη καί τήν Λάμψακο δημιούργησε πρῶτα-πρῶτα σχολή ἐπί πέντε χρόνια πρίν πεισθῆ νά μετακομίση στήν Ἀθήνα ὅπου πέθανε τό 271 πΧ. 

Στήν Ἀθήνα ἡ σχολή του ὠνομάζετο «Κῆπος» ἐπειδή ἐστεγάζετο σέ ἀθηναϊκό περιβόλι.

Οἱ διδασκαλίες του σχετικῶς μέ τήν ζωή, τόν θάνατο, τήν ἀγάπη καί τήν εὐτυχία ἐθεωροῦντο «αἱρετικές – προκλητικές».

Παρ’ ὅλ’ αὐτά ὅμως, εἶχε πάμπολλους μαθητάς καί ἐπηρέασε σημαντικότατα τήν ἀνθρωπίνη διανόησι καί φιλοσοφική σκέψι.

Ἡ ἀτομική θεωρεία τοῦ Δημοκρίτου καί ὁ ὑλισμός τοῦ Ἐπικούρου προφανῶς καθιστοῦν ἀνέφικτα τά ὑπό τοῦ Ἑβραιοχριστιανισμοῦ ἰσχυριζόμενα περί τά μεταφυσικά, ὁπότε ὁ Ἐπίκουρος καί οἱ μαθητές του ἔπρεπε ἀπαραιτήτως  νά ἐξοντωθοῦν.

Ὁπότε, ἡ ἐπίσημος, ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεῖα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, προκειμένου νά μειώσῃ τό πνευματικό καί ἡθικό κῦρος τῶν Ἐπικουρείων καί  τῆς διδασκαλίας τους ἐσυκοφάντησε αὐτούς, διέσυρε τήν ζωή καί τήν βιογραφία τους καί «ἐβάπτισε» τήν ἀσκητική τους ἡθική σέ ἔκλυσι ἠθῶν, ξετσιπωσιά καί κτηνωδία.

Περί τῶν περί την ζωήν (περί τῶν βιωτικῶν)

Ὅποιος  εἶναι νέος δέν πρέπει νά διστάζει νά φιλοσοφῆ καί ὅποιος εἶναι γέρων δέν πρέπει νά κουράζεται νά φιλοσοφῆ. Διότι γιά κανέναν δέν εἶναι νωρίς καί γιά κανέναν δέν εἶναι ἀργά νά ένδιαφέρεται γιά τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς του. Ὅποιος ἰσχυρίζεται ὅτι δέν ἦλθε ἀκόμη ἡ ὥρα νά φιλοσοφῆ ἤ ὅτι ἡ ὥρα ἤδη πέρασε μοιάζει μέ κεῖνον πού ἰσχυρίζεται ὅτι δέν εἶναι ὥρα νά εἶναι κανείς εὐδαίμων ἤ ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα νά εἶναι εὐτυχής. Γι αυτό ὀφείλουν καί ὁ νέος καί ὁ γέρων νά φιλοσοφοῦν, ὁ ἕνας ὥστε ὅταν γεράσῃ νά παραμένει νέος ἀπό τά καλά πού πέρασε στό παρελθόν, ὁ ἄλλος δε, νά εἶναι ταὐτόχρονα νέος καί γέρων γιατί δέν φοβᾶται τό μέλλον. Γι αυτό πρέπει νά μελετοῦμε καί νοιαζόμαστε γι αὐτά πού μᾶς κάνουν εὐτυχεῖς, γιατί ὅταν ὑπάρχει ἡ εὐδαιμονία ἔχουμε τά πάντα, ἐνῶ ὅταν αὐτή ἀπουσιάζει κάνουμε τά πάντα γιά  νά τήν ἀποκτήσουμε.

Γι αὐτό καί συνεχῶς σέ προτρέπω αὐτά νά πράττης καί νά μελετᾶς, κατανοῶν ὅτι αὐτά εἶναι τά στοιχεῖα τῆς καλῆς ζωῆς.

Πρῶτον μέν θεωρῶν τόν Θεόν ἄφθαρτον καί εὐτυχῆ (μακάριον), ἔτσι ὅπως ἡ κοινή ἀντίληψις τοῦ κόσμου περί Θεοῦ εἶναι, οὐδέποτε προσάπτων πρός αὐτόν κάτι τό ὁποῖον δέν συνάδει μέ τήν ἀφθαρσίαν του ἤ τήν μακαριότητά του. Διότι οἱ Θεοί ὑπάρχουν, ἡ δέ γνῶσις περί αὐτῶν εἶναι σαφής. Δέν εἶναι ὅμως ἔτσι ὅπως οἱ πολλοί νομίζουν. (Θεοί μέν γάρ εἰσίν. Ἐναργῆς γάρ αὐτῶν ἡ γνῶσις. Οἴους δ’ αὐτούς “οἱ πολλοί νομίζουσιν, οὐκ εἰσίν”).

Διότι οἱ ἄνθρωποι δέν διατηροῦν σταθερές τίς ἀπόψεις πού ἔχουν περί Θεῶν. Ἀσεβῆς (ἄθεος) δέν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀναιρεῖ (ἀκυρώνει) τούς Θεούς τῶν πολλῶν ἀλλά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσάπτει (ἀποδίδει)  στούς Θεούς ἀπόψεις τῶν ἀνθρώπων. Διότι oἱ ὁμολογίες (ἀπόψεις) τῶν ἀνθρώπων περί θεῶν δέν εἶναι προαισθήσεις ἀλλά λανθασμένες εἰκασίες. Γι αυτό καί ἀπό τούς Θεούς προέρχονται καί τά μεγαλύτερα κακά ἀλλά καί οἱ μεγαλύτερες ὡφέλειες ἀπό τά “καλά”.  Καθ’ ὅσον οἱ θεοί, ὄντες  πλήρως ἐξοικειωμένοι μέ τίς ἴδιες ἀρετές τους ἀποδέχονται μόνον ἐκείνους πού τούς ομοιάζουν. Κάθε τι πού δέν εἶναι ἔτσι τό ἀπορρίπτουν θεωρώντας το ξένο (ἀλλότριο).

Συνήθισε στήν ἰδέα ὅτι ὁ θάνατος δέν μᾶς ἀφορᾶ  (μηδέν πρός ἡμᾶς εἶναι τόν θάνατον) ἀφού διά τῶν αἰσθήσεων ἀντιλαμβανόμαστε κάθε τι τό καλόν ἤ κακόν.

Θάνατος ὅμως εἶναι ἡ στέρησις τῶν αἰσθήσεων.

Ὁπότε, ἡ ὁρθή γνῶσις ὅτι ὁ θάνατος δέν μᾶς ἀφορᾶ μᾶς κάνει νά ἀπολαμβάνουμε τήν θνητότητα τῆς ζωής, διότι δέν μᾶς δίδει-προσφέρει χρόνον ἀλλά μᾶς ἀφαιρεῖ τόν πόθον γιά ἀθανασία.

Διότι δέν ὑπάρχει τίποτε τό δυσάρεστον (δεινόν)  στήν ζωή γιά ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει ὁρθῶς κατανοήσει ὅτι εἰς τήν μή ζωήν δέν ὑπάρχει τίποτε τό κακόν (δεινόν).

Εἶναι ἀφελῆς λοιπόν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι φοβᾶται τόν θάνατον διότι θά πονέσῃ ὅταν αὐτός (ὁ θάνατος) θά ὑπάρχῃ, ἐνῶ στήν πραγματικότητα πονᾶ τώρα πού τόν περιμένει.  Διότι ὅταν κάτι δέν μᾶς πονᾶ ὅταν πράγματι ὑπάρχει, δέν μπορεῖ νά μᾶς προξενῆ πόνο ὅταν ἁπλῶς τό περιμένουμε. 

Θάνατος και Ζωή - Γκουστάβ Κλιμτ

Τό πλέον φρικτόν, λοιπόν, ἐξ ὅλων τῶν κακῶν, ὁ θάνατος, δέν μᾶς ἀφορᾶ ἐπειδή ὅταν ἐμεῖς ὑπάρχουμε αὐτός δέν παρευρίσκεται, ὅταν δέ ὁ θάνατος ἔχει φθάση (ἐπέλθη) τότε ἐμεῖς δέν ὑπάρχουμε (τό φρικωδέστατον οὕν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐδέν πρός ἡμᾶς, ἐπειδῆπερ ὅταν μέν ἡμεῖς ὧμεν, ὁ θάνατος οὔ πάρεστιν, ὅταν δέ ὁ θάνατος παρήι, τόθ’ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν).

Ὁπότε ὁ θάνατος πραγματικῶς, δέν ἀφορᾶ οὔτε τούς ζωντανούς οὔτε τούς νεκρούς, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει διά τούς πρώτους οἱ δέ ἄλλοι δέν ὑπάρχουν πλέον.  Ἀλλά οἱ πολλοί θεωροῦν τόν θάνατον εἴτε ὡς τό μέγιστο τῶν κακῶν εἴτε ὡς ἀνάπαυσιν ἐκ τῶν  “κακῶν”  τῆς ζωῆς.

Ὁ σοφός ὅμως οὔ τε παραιτεῖται ἀπό τήν ζωή οὔ τε φοβᾶται τήν μή ζωή. Διότι οὔ τε τόν βαραίνει ἡ ζωή  οὔ τε θεωρεῖ κακό τό νά μήν ζῆ. Ὅπως δέ στό φαγητό του δέν προτιμᾶ τήν μεγάλη ποσότητα ἀλλά τό πλέον εὔγευστο γεῦμα, ἔτσι καί μέ τόν χρόνο, δέν προτιμᾶ νά ἀπολαύσει τόν μακρύτερο ἀλλά τόν καλύτερο.

Ὅποιος ὅμως πιστεύει ὅτι ὁ νέος πρέπει να ζῆ καλῶς ὁ δέ γέρων νά πεθαίνη καλῶς, εἶναι ἀνόητος-μωρός (εὐήθης), ὄχι μόνον διότι ἡ ζωή εἶναι καλή ἀλλά καί διότι ἡ ἔγνοια περί καλῆς ζωῆς ἤ περί καλοῦ θανάτου εἶναι μία καί ἡ  αὐτή. Πολύ χειρότερα ὅμως εἶναι καί μέ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι εἶναι καλύτερο νά μήν γεννηθῆς, κι ἄν γεννηθῆς τό ταχύτερο νά περάσης τίς πῦλες τοῦ Ἅδου. Ἐάν μέν τοῦτο έκ πεποιθήσεως λέγει, γιατί δέν ἀπέρχεται ἐκ τῆς ζωῆς ; Εἶναι ἐλεύθερος νά πράξη τοῦτο ἐάν πράγματι τό πιστεύει. Ἐάν ὅμως πρόκειται περί ἁπλῆς κοροϊδίας, τότε εἶναι ἀφελῆς χλεύη πρός πράγματα τά ὁποῖα δέν ἐπιδέχονται χλευασμό.

Ἀξίζει νά μνημονεύσουμε τό γεγονός ὅτι τό μέλλον οὔτε ὑπόκειται πλήρως εἰς τήν ἐξουσίαν μας οὔτε εἶναι πλήρως ἐκτός πάσης ἐπιρροῆς μας, καί ἔτσι, οὔτε νά ἀναμένουμε ὅτι κάτι θά γίνη οὔτε νά ἀπελπισθοῦμε ὅτι τοῦτο δέν θά γίνη.

Πρέπει νά ἀναλογισθοῦμε ὅτι ἐκ τῶν ἐπιθυμιῶν μας ἄλλες εἶναι φυσικές καί ἄλλες ἀσήμαντες. Ἀπό τίς φυσικές κάποιες εἶναι άναγκαῖες ἐνῶ ἄλλες ἁπλῶς φυσικές.

Ἀπό τίς ἀναγκαῖες δέ, ἄλλες εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν εὐδαιμονία μας, ἄλλες γιά νά μήν ἐνοχλεῖται τό σῶμα μας, καί ἄλλες ἀναγκαῖες γι αὐτήν τήν ἴδια τήν ζωή μας.

Μία σοβαρή θεώρησις τῶν πραγμάτων ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι κάθε ἐπιλογή ἤ ἀποφυγή ἀνάγεται στήν ἡγεία τοῦ σώματος και τήν ἀταραξία καί μακαριότητα τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ τοῦτος εἶναι ὁ τελικός σκοπός τῆς ζωῆς.  Χάριν τούτου λοιπόν, τά πάντα πράττουμε, γιά νά μήν πονοῦμε καί νά μήν βρισκόμαστε σέ ταραχή. Ὅταν μᾶς συμβῆ αὐτό μία φορά τότε παύει ὁ χειμῶνας τῆς ψυχῆς. Τότε ὁ ἄνθρωπος δέν χρειάζεται νά αναζητῆ κάτι ἀγαθό πού θά τοῦ συμπληρώση τήν ψυχή καί τό σῶμα. Τότε ἔχουμε ἀνάγκη τήν εύχαρίστησι, ἀφοῦ χωρίς αὐτήν πονοῦμε. «Ὅταν ὅμως δέν πονοῦμε» τότε δέν ἔχουμε ἀνάγκη τήν εὐχαρίστησι, τήν ἡδονή. 

Διά τοῦτο λέγουμε ὅτι ἡ ἡδονή εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς μακαρίας ζωῆς. Καθ’ ὅσον αὐτήν συνειδητοποιήσαμε ὡς τό πρῶτον ἀγαθόν τῆς ζωῆς μας καί ἀπό αύτήν ξεκινοῦμε κάθε ἐπιλογή και ἀποφυγή, καί σ’ αὐτήν ἐπιστρέφουμε ἀφοῦ μέ μέτρον τήν αἴσθησιν κρίνουμε κάθε ἀγαθό. Καί ἐπειδή αύτή εἶναι τό πρῶτο καί ἔμφυτο ἀγαθό γι αὐτό καί δέν ἐπιλέγουμε τήν ὁποιανδήποτε ἡδονή ἀλλά συμβαίνει νά ξεπερνοῦμε πολλές ἡδονές ὅταν ἀπό αὐτές προκύπτει εἰς βᾶρος μας μία ὑπερβολή σέ ἐνοχλήσεις.

Καί πολλούς πόνους νομίζουμε ἰσχυροτέρους τῶν ἡδονῶν ἐπειδή ὅταν ἐπί πολύ χρόνον ὑποφέρουμε τόν πόνο ἀκολουθεῖ μία ἐντονωτέρα ἡδονή. Κάθε ἡδονή λοιπόν, δεδομένου ὅτι ἔχει μία φύσιν ἡ ὁποία μᾶς ταιριάζει, εἶναι ἕνα ἀγαθόν, παρ’ ὅλα αὐτά δέν ἐπιλέγουμε ὁποιανδήποτε ἡδονή. Ὅπως, παρ’ ὅτι κάθε πόνος εἶναι ἕνα κακό, δέν εἶναι πάντα δυνατή  ἀποφυγή του. Μέ τήν σύγκρισι καί καταμέτρησι ὅσων μᾶς συμφέρουν καί ὅσων δέν μᾶς συμφέρουν, μπορεῖ κανείς νά κρίνει. Διότι σέ ὁρισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιοῦμε τό ἀγαθόν ὡς κακόν καί τό κακόν τοὔμπαλιν ὡς ἀγαθόν.

Καί τήν αὐτάρκειαν θεωροῦμε ὅτι εἶναι μέγα ἀγαθόν, ὄχι πάντως γιά νά ἱκανοποιούμεθα μέ ὀλίγα, ἀλλ’ ὥστε, ὅταν δέν ἔχωμεν τά πολλά, νά μᾶς φθάνουν τά λίγα, γνησίως πεπεισμένοι ὅτι τήν πολυτέλεια ἀπολαμβάνουν γλυκύτερα ἐκεῖνοι πού ὀλιγώτερον τήν ἀπεζήτησαν καί ὅτι κάθε τι τό φυσικόν εἶναι εὔκολον νά αποκτηθῆ ἐνῶ τό ἄσκοπον δύσκολον νἀ ἐπιτευχθῆ, καί ὅτι ἕνας λιτός χυλός τήν ἰδίαν ἡδονήν μπορεῖ νά προσφέρη μέ ἕνα πολυτελές δεῖπνο, ὅπως ὅταν ἀφαιρεθεῖ ὁ πόνος ὅλα εἶναι καλά, καί τό νερό καί τό ψωμί προσφέρουν ὑψίστη ἡδονή ὅταν κάποιος τά χρειάζεται. Τό νά συνηθίσει λοιπόν κάποιος στό ἁπλό καί ὄχι πολυτελές φαγητό τοῦ προσφέρει ὄχι μόνον καλήν ὑγείαν ἀλλά καί τόν καθιστᾶ ἀκούραστο καί ὑπομονετικό ἔναντι τῶν ἀναγκαίων ἀσχολιῶν τῆς ζωῆς καί τόν κάνει τήν μέν πολυτέλεια νἀ ἀπολαμβάνει ὡς διαλείμματα, ἔναντι δέ τῆς ἐναλλαγῆς τῆς τύχης, ἄφοβο.

 

Ὅταν λοιπόν λέμε ὅτι ἡ ἡδονή εἶναι σκοπός τῆς ζωῆς, δέν ἐννοοῦμε βεβαίως τίς ἡδονές τῶν ἀσώτων καί τίς ἁπλές ἀπολαύσεις, τίς ὁποῖες κάποιοι λόγῳ ἀγνοίας ἤ διότι διαφωνοῦν μέ ἐμᾶς ἤ διότι δέν κατάλαβαν καλῶς, θεωροῦν ὅτι ἐννοοῦμε, ἀλλά τό νά μήν προξενοῦμε πόνο στό σῶμα μας καί νά μήν ταράζουμε τήν ψυχή μας.

Διότι δέν γεννοῦν εὐχαρίστηση εἰς τήν ζωή οὔτε τό ποτό, οὔτε οἱ διασκεδάσεις, οὔτε οἱ ἀπολαύσεις παιδιῶν καί γυναικῶν, οὔτε τά ψάρια, οὔτε ἄλλες πολυτέλειες στό τραπέζι, ἀλλά ἕνας νηφάλιος λογισμός ὁ ὁποῖος ἐρευνᾶ  εἰς βᾶθος τίς αἰτίες γιατί κάτι μᾶς ἀρέσει ἤ δέν ἀρέσει καί ἀπομακρύνει κάθε σκέψη ἡ ὁποία δημιουργεῖ ταραχή εἰς τήν ψυχήν μας.

Ἀρχή ὅλων τούτων καί μέγιστον ἀγαθόν εἶναι ἡ φρόνησις. Διά τοῦτο, καί ἀπό τήν φιλοσοφία ἀκόμη τιμιώτερον (σπουδαιότερον) εἶναι ἡ φρόνησις, ἐκ τῆς ὁποίας ἐκπηγάζουν ὅλες οἱ ἄλλες ἀρετές, καί ἡ ὁποία διδάσκει ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά ζῆ κανείς καλά ἐάν δέν ζῆ φρονίμως, μέ κάλλος καί δικαίως, ἐνῶ καί ἡ φρόνισις, τό κάλλος καί τό δίκαιον οὐδεμίαν ἔχουν ἀξίαν ἐάν ἡ ζωή δέν εἶναι γλυκειά, διότι συνυπάρχουν οἱ ἀρετές μέ τήν εὐχαρίστησιν στήν ζωήν ἐνῶ ἡ εὐχαρίστησις εἰς τήν ζωήν δέν νοεἶται χωρίς ἀρετές.

Γιατί, ποιός νομίζεις ὅτι εἶναι καλλίτερος ἀπό αὐτόν πού καί τούς θεούς σέβεται, καί τόν θάνατον δέν φοβᾶται καθόλου, καί τόν σκοπόν τῆς φύσεως ἔχει κατανοήσει καί θεωρεῖ ὅτι ὅλα τά ἀγαθά εἶναι εὔκολο νά τά πλησιάσει καί νά κατακτήσει, ἐνῶ ταὐτοχρόνως ξεπερνᾶ σύντομα τά κακά καί τούς πόνους;

Τήν δέ ἄποψιν κάποιων, πού θωροῦν μάλιστα ὅτι αὐτή δεσπόζει ὅλων, «ὅτι κάποια πράγματα εἶναι ἀναγκαία», κάποια ἄλλα τυχαῖα ἐνῶ ἄλλα ἐξαρτῶναι ἀπό ἐμᾶς, γιά μέν τήν ἀνάγκη ἐμεῖς δέν εὐθυνόμεθα, διά τήν τύχην εἶναι ἀδύνατον νά τήν προβλέψουμε, ἐνῶ διά τά δικά μας ὑπάρχει ἡ μομφή ἤ ὁ ἔπαινος.

Γιατί ὁ μῦθος ἀφήνει τήν ἐλπίδα ὅτι μπορεῖ κανείς νά ἐξευμενίσει τούς θεούς μέ τήν λατρεία, ἐνῶ ἡ φυσική εἰμαρμένη (ἀναγκαιότης) δέν ὑποκύπτει εἰς τίς δεήσεις. Τήν δέ τύχη ὅμως, ὁ σοφός ἄνθρωπος, οὔτε θεωρεῖ θεόν, ὅπως πολλοί νομίζουν – διότι τίποτε δέν πράττεται ἀπό θεό ἐκτός τάξεως-, οὔτε ἀβέβαιον (ἀστάθμητον) αἰτίαν τῶν πραγμάτων. Οὔτε πιστεύει ὅτι ἀπό τύχη δίδονται εἰς τούς ἀνθρώπους τά ἀγαθά ἤ τά κακά γιά νά ζῆ ὁ ἄνθρωπος εὐτυχισμένος, παρ’ ὅλον ὅτι ἀπό τύχη ξεκινοῦν τά μεγάλα καλά ἤ δεινά στήν ζωή. Θεωρεῖ ὅτι εἶναι ὀρθότερο νά σκέπτεται ὀρθά καί ἄς μήν πετυχαίνει, παρά νά ἔχῃ ἐπιτυχία χωρίς να ἔχη δώσει προσοχή στήν σκέψη του.

Εἶναι καλλίτερο νά ἀποτύχῃ σέ προσπάθεια τήν ὁποίαν εἶχε σκεφθεῖ ὀρθῶς παρά νά ἐπιτύχη ἐπί λανθασμένης σκέψεως.

Αὐτά τά σπουδαῖα ἔλεγε ὁ μέγας Ἐπίκουρος ἀλλά μέ τοῦτα καί μέ κεῖνα θἄκλεινε τό μαγαζάκι τῆς γωνιᾶς πού πουλάει ἠθικές ἀξίες περιτυλιγμένες σέ βλακώδη παραμυθάκια. Πάει, δέν τήν γλυτώνω, θά μέ κάψουν στήν πυρά καί εἰς τόν αἰώνα τόν ἄπαντα στήν κόλασί τους.

Εὐτυχῶς ὄμως, θἄχω πολύ καλές παρέες ἐκεί. πνευματώδεις, ἐξύπνους καί δημιουργικούς νόες, καί σίγουρα κανέναν ἀπό τά ἱερατεῖα.

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άρθρου είναι από τις «Μάσκες» του Μιλανέζου γλύπτη  Adolfo Wildt (1 Μαρτίου 1868 – 12 Μαρτίου 1931), «Parsifal – Il Puro Folle» (1930).