fbpx

«Περί ερώτων και ψυχανάλυσης εν μέσω τρόμου και ληστείας», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Κάποτε, ξεκλείδωνες όλο αγωνία χαράς το γραμματοκιβώτιο του σπιτιού και γέμιζες τα χέρια σου επιστολές με γραμματόσημα για όλη την οικογένεια από φίλους και γνωστούς της ημεδαπής και της αλλοδαπής. Μύριες ευχετήριες κάρτες την περίοδο των γιορτών, καρτ ποστάλ από ταξίδια αγαπημένων, καλαίσθητες προσκλήσεις σε πολιτιστικές εκδηλώσεις και, φυσικά, πολύχρωμους φακέλους με αρωματισμένες σελίδες ερώτων από το εκάστοτε «σπλάχνο», που ζούσε στο ίδιο ή σε όμορο προάστιο και το αντάμωνες μόνο το ευλογημένο Σαββατοκύριακο, ένεκα επιβεβαρυμμένου σχολικού προγράμματος μετά διαβασμάτων. Και έπρεπε να απαντήσεις γράφοντας, να τρέξεις στο ταχυδρομείο, να βάλεις γραμματόσημα και να τα στείλεις, περιμένοντας ξανά απαντήσεις. Οι φλύαρες τηλεφωνικές συνομιλίες ελέγχονταν με στρατιωτική πειθαρχία από τον πατριάρχη της οικογένειας αλλά και την σπαρτιάτισσα μάνα αγοριών, οπότε η τέχνη της γραφής ήταν σε ημερησία διάταξη και τα σπιτικά γραμματοκιβώτια είχαν λόγο ύπαρξης. Αλληλογραφία ονομαζόταν και μέσα της νανούριζε γόνιμα κάθε φανερό και μύχιο της οντότητας σου.

Τώρα, ξεκλειδώνεις με τρόμο το γραμματοκιβώτιο του σπιτιού και γεμίζεις τα χέρια σου από ψυχρούς λογαριασμούς, ειδοποιήσεις καθυστερήσεων πληρωμών, απρόσωπα και ακαλαίσθητα διαφημιστικά φυλλάδια delivery και στην καλύτερη των περιπτώσεων χαρτάκια από το ταχυδρομείο για να παραλάβεις προσωπικά και με ταυτότητα, πάλι, κάποιο έγγραφο από δημόσια υπηρεσία για να καταβάλλεις χαράτσια. Τα υπόλοιπα τα έχει αναλάβει το ηλεκτρονικό μέιλ.

Κάποτε, ως μαθητές του λυκείου, όλη την εβδομάδα μαζεύαμε πενηνταράκι προς πενηνταράκι, δραχμή προς δραχμή το χαρτζιλίκι για να γεμίσει το απαιτούμενο ποσό και να απολαύσουμε δυο κινηματογραφικές ταινίες: μια το Σάββατο έξι με οκτώ το βράδυ και άλλη μια την Κυριακή τέσσερις με έξι, μεσημερο-απογευματινή προβολή. Υπήρχε και η αθεράπευτη μανία της αγοράς βινυλίου, οπότε το δίλλημα: «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα» στο ταμειακό μας, δηλαδή, σινεμά ή μουσική βρισκόταν συνεχώς στο ικρίωμα. Τα βιβλία τα εξασφάλιζε η λατρεμένη, καθηγήτρια και οικογενειακή μας φίλη, η κα Νίκη Αλεξιάδου, που την ενημέρωνα μηνιαίως ποια είναι αυτά που με ενδιαφέρουν, συν τις δικές της, ιδιαίτερες λογοτεχνικές προτάσεις. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία αδελφός μου, ο Άγης, διέσωζε ενίοτε την κατάσταση του θλιβερού προϋπολογισμού μου, αφού πρώτα έβγαζε την ψυχή μου από κάθε οπή του κρανίου μου. Η ευλογημένη, σωτήρια γιαγιά Σόνια, την τελευταία, κρίσιμη στιγμή, σαν διπλός πράκτορας υπερδυνάμεων, έχωνε κρυφίως, λαμπερά, αναπάντεχα εικοσαρικάκια στο πάνινο πορτοφόλι.    

Ντυνόμασταν με στολή εξόδου. Πραγματική ιεροτελεστία: Το καθαρό τζιν, το μακό με την στάμπα του Frank Zappa and the Mothers ή αυτή των Thin Lizzy, ενώ πεντακάθαροι, να μοσχοβολούμε από πάνω μέχρι κάτω, άλλοτε στους πιπεράτους συνδυασμούς της «Brut», που η μάνα μου φώναζε πως μυρίζω σαν αράπης (Αιγυπτιώτισσα ούσα), κι άλλοτε στα ανάλαφρα και αέρινα αρώματα της «Eau Sauvage», που άρεσε στο «πρόσωπο».

Εκείνη, ανάλογα των περιστάσεων (καταλαβαίνεται τι εννοώ), ενδεδυμένη με ολόσωμο φόρεμα ή τζιν σωλήνα να τονίζει τα καλλίγραμμα κάτω άκρα της, περιποιημένα μαλλιά να μοσχοβολούν όλες τις εποχές του χρόνου και διακριτικά ριγμένες επάνω της οι μεθυστικές στάλες του «Opium» ή του μοιραίου «Magie Noire» ετοιμοπόλεμες ώστε να στείλουν τις αισθήσεις σου, άνευ επιστροφής, στον ουράνιο θόλο του διονυσιασμού.

Το σύνηθες και «ιπποτικό» της καλής συμπεριφοράς εκείνης της εποχής, όταν ήσουν με την αγαπημένη σου σε έξοδο όχι πάντα πετυχημένο και εξασφαλισμένο,  ήταν το αρσενικό να βάλει το εισιτήριο της καλής του μαζί με το αναψυκτικό των δυο καλαμακίων στην φιάλη και από ένα σακουλάκι με σποράκια. Το ποπ κορν εκείνων των εποχών δεν τρώγονταν με τίποτα, καθώς έμοιαζε να δοκιμάζεις κόντρα πλακέ σε μικρές μπουκιές, ενώ για τα τσιπς χρειαζόσουν την Ερυθρά Θάλασσα για να ξεδιψάσεις. Το δε μαγευτικό κωκ ή το σαγηνευτικό σάμαλι, που το λαχταρούσαμε και οι δυο μας, ήταν απλησίαστα. Κάποιες φορές μοιραζόμασταν ένα τεμάχιο οι δυο μας.

Εάν δε, η ταινία που καιγόσουνα να δεις παιζόταν σε κινηματογραφική αίθουσα εκτός του προαστίου σου, ο προϋπολογισμός επιβαρυνόταν με τα κόμιστρα των μέσων μαζικών μεταφοράς. Πλήρωναν τότε, διάολε, συνειδητοποιημένα οι άνθρωποι στα λεωφορεία και σπανίως, έως καθόλου, λειτουργούσαν στο τζαμπέ και στο λαθραίο. Όμορφες, μεγάλες στιγμές ζωής, τρανά και υπέροχα όλα τους σε αέναη κίνηση, ζωντανή και θυελλώδης η αίσθηση των μικρών άθλων.

Τώρα, την ταινία που θέλεις, διακαώς, να δεις την κατεβάζεις μηχανικά από τα τορεντάδικα, παραγγέλνεις στο σουβλατζίδικο «Τα Τρία Μαχαιρώματα» τα τοξικά πιτόγυρα σου με τα υγρά παρελκόμενα και στρώνεσαι σαν την όρκα στον καναπέ με το σώβρακο, την άθλια αθλητική φόρμα ή την πυζάμα για να την δεις μόνος ή με το ταίρι σου. Άντε, έχεις ρίξει και ένα ντουζάκι προηγουμένως για να φύγει κάπως η οσμή της σκλαβιάς από πάνω σου.     

«Ποια Νομίζεις Ό,τι Είμαι»

(Celle Que Vous Croyez)

 

 

  • Είδος: Ερωτικό, κοινωνικό
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο, (2019)
  • Σκηνοθεσία: Σαφί Νεμπού
  • Με τους: Ζιλιέτ Μπινός, Νικόλ Γκαρσιά, Φρανσουά Σιβίλ
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Rosebud 21

Η Κλερ (Ζιλιέτ Μπινός) είναι μία χωρισμένη μητέρα δύο παιδιών και καθηγήτρια πανεπιστημίου, η οποία μόλις έχει χωρίσει από τον νεαρό εραστή της, Λουντό.

Στο διαδίκτυο, όμως, έχει επινοήσει μία άλλη, πιο επιθυμητή περσόνα για να κατασκοπεύσει τον πρώην της: αυτή είναι η Κλάρα, μία όμορφη και ξέγνοιαστη 20άρα, που σύντομα θα γνωριστεί με τον φίλο και βοηθό του Λουντό, Aλεξ.

Η επικοινωνία τους ξεκινά αθώα, γρήγορα όμως η έλξη τους είναι ακαταμάχητη και ο Aλεξ πιέζει την Κλερ να συναντηθούν από κοντά. Εγκλωβισμένη στο πλασματικό της «πρόσωπο», η Κλερ είναι σε αδιέξοδο. Πού, όμως, σταματά το ψέμα και πού ξεκινά η αλήθεια;

Ακόμα μια γαλλική ταινία επικεντρωμένη στις σχέσεις γυναίκα και άνδρα, μάλιστα ώριμης γυναίκας και νεαρού και το σεξ με την γνωστή φράγκικη διαχείριση του θέματος στα όρια της κινηματογραφικής εμμονής, όπως άλλωστε μας έχουν συνηθίσει.

Ο «Θεϊκός Μαρκήσιος» Ντε Σαντ το είχε ξεκαθαρίσει το διαστροφικό τοπίο για τους συμπατριώτες του από το 1780, οπότε οι όποιες γαλλικές, σεξουαλικές εμμονές είναι καθ΄ όλα εύλογες και κατανοητές. 

Η ταινία του Γάλλου σκηνοθέτη Σαφί Νεμπού, έπειτα από το καλοβαλμένο «Στα Δάση της Σιβηρίας» του 2016 και με σενάριο βασισμένο στην νουβέλα της βραβευμένης γαλλίδας συγγραφέως Καμίλ Λορένς σχεδιάζει την ψευδαίσθηση του άλλου εαυτού και στη συνέχεια της εξαπάτησης, λειτουργώντας ακριβώς στην οριογραμμή του πόθου, του έρωτα αλλά και της μοναχικότητας, «ράβοντας» αφοδράριστη όλη την ταινία πάνω στην Μπινός.

Ενδιαφέρουσα η σκηνοθεσία, καλή η κίνηση της κάμερας και κλισαρισμένες ανατροπές στο φινάλε εμπλουτίζουν το «Ποια Νομίζεις Ό,τι Είμαι» με ελαφρά ραντίσματα αγωνίας. Η Μπινός, που ωθεί το ερμηνευτικό της βάρος στην αλέα των εκφράσεων με την επιφάνεια του προσώπου της σε πρώτο πλάνο διασχίζει τον δίαυλο των σεναριακών εκπλήξεων ικανοποιητικά, ψάχνοντας όμως ακόμα την μεγάλη ταινία στην περίοδο της ώριμης καριέρας της.  

«Polaroid»

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία : Λαρς Κλέβμπεργκ
  • Με τους: Κάθριν Πρέσκοτ, Γκρέις Ζαμπρίσκι, Σαμάνθα Λόγκαν
  • Διάρκεια: 88’
  • Διανομή: Odeon

Η μοναχική έφηβη Μπερντ Φίτσερ (Κάθριν Πρέσκοτ), που θέλει να γίνει φωτορεπόρτερ, δεν έχει ιδέα για τα κρυφά μυστικά που τυλίγουν τη vintage Polaroid τύπου SX-70, φωτογραφική μηχανή που βρήκε τυχαία ο φίλος της σε ένα παζάρι και της την χάρισε. Όποιος φωτογραφίζεται όμως εξοντώνεται από μια σκοτεινή οντότητα που εμφανίζεται στη φωτό.

Σιγά σιγά οι φίλοι της Μπερντ δολοφονούνται τραγικά, οπότε μαζί τον Κόνορ (Τάιλερ Γιανγκ), το αγόρι που πάντα ήθελε να έχει, προσπαθούν να ανακαλύψουν την πηγή του προβλήματος για να εξοντώσουν την σκοτεινή και απόκοσμη σκιά, που κομματιάζει αδιακρίτως τους νέους και φίλους της Μπέρντ.    

Από τον παραγωγό των ταινιών τρόμου: «Σήμα Κινδύνου» και «Η Κατάρα» Κρις Μπέντερ και σκηνοθέτη τον Νορβηγό Λαρς Κλέβμπεργκ να ντεμπουτάρει σε μεγάλου μήκους ταινία, η «Polaroid» κινείται αρκετά έντιμα στο έδαφος του εφηβικού σπλάτερ με ελεγχόμενα jump scares και μετρημένες τις ποσότητες αίματος στα κινηματογραφικά καρέ.

Αρχικά ήταν 15λεπτη μικρομηκάδικη του ίδιου σκηνοθέτη και για την ατμόσφαιρα που κτίζει στο είδος ο Κλέβμπεργκ, ως πρώτη του απόπειρα δεν είναι τσαπατσούλικη. Παρότι ο χρόνος επιμηκύνθηκε στο εξαπλάσιο σχεδόν και το σενάριο άνοιξε, υπήρχε η περίπτωση να χάσει το τόπι.

Η ιδέα του σεναρίου αρχικά, όπως και στην μικρού μήκους είναι του Λαρς Κλέβμπεργκ, αλλά την σεναριακή πένα στην μεγάλου μήκους την κρατά ο τηλεοπτικός Μπλερ Μπάτλερ.

Οι φωτισμοί είναι άκρως παρατραβηγμένοι (παντού ημίφως, ακόμα και στα εστιατόρια), η φωτογραφία καλή, η πλοκή έχει ενδιαφέρον και το στόρι τρώγεται. Περισσότερο δούλεμα ήθελε το υπόβαθρο του κακού ως προσπάθεια αποστολής μηνυμάτων για την σχολική παρενόχληση και βία.

Ευχάριστη η παρουσία του Μιτς Πιλέτζι (ο Σκίνερ των X-Files) στον ρόλο του σερίφη.     

«Η Γνωριμία της Σάρκας»

(Carnal Knowledge)

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (1971) – επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Μάικ Νίκολς
  • Με τους: Τζακ Νίκολσον, Αν Μάργκρετ, Αρτ Γκάρφανκελ, Κάντις Μπέργκεν
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Διακρίσεις: Χρυσή Σφαίρα Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Αν Μάργκρετ)
  • Η ταινία προβάλλεται: Σινέ «Ριβιέρα» (Εξάρχεια) – Σινέ «Θησείο» (Θησείο)

Η ιστορία ακολουθεί τις ερωτικές περιπέτειες δύο συγκάτοικων του κολεγίου Άμχερστ σε μια περίοδο 25 ετών: από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ο Σάντι (Αρτ Γκαρφάνγκελ- καλός), που σπουδάζει ιατρική είναι ο τύπος του ευγενικού και παθητικού άνδρα, ενώ ο Τζόναθαν (Τζακ Νίκολσον – απίθανος!), που σπουδάζει οικονομικά είναι αυτός του σκληρού και κυνικού αρσενικού.

Ο Σάντι ειδωλοποιεί τις γυναίκες, ενώ ο Τζόναθαν τις αντικειμενοποιεί, χρησιμοποιώντας συχνά τον όρο «ballbuster» (αμείλικτες) για να περιγράψει τις γυναίκες ως όντα με κύρια ευχαρίστηση στο να αρνιούνται την ευτυχία και την ικανοποίηση στους άνδρες, έχοντας μοναδικό σκοπό τον γάμο και την αποκλειστικότητα.

Ταινία αναφορά στον ηλεκτρισμένο και συνάμα αιματηρό διάλογο των ερωτικών σχέσεων ανδρός και γυναικός, που άνοιξε με τόλμη το θέμα ο Νίκολς σε μια εποχή που η αμερικανική, κοινωνική ταυτότητα βυθιζόταν ξανά αβοήθητη στο έλος του συντηρητισμού και του επιφανειακού καθωσπρεπισμού.

Βραβευμένος με το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας (Τα Απομεινάρια μιας Ημέρας), ο Γερμανός σκηνοθέτης Μάικ Νίκολς (6 Νοεμβρίου 1931 – 19 Νοεμβρίου 2014) παίρνει στα χέρια του την ιστορία του βραβευμένου με Πούλιτζερ καρτουνίστα Τζουλς Φάιφερ (γραμμένο για θεατρική παράσταση) και την απογειώνει σκηνοθετικά, κυριολεκτικώς, στο μεγάλο πανί. Επιλέγει τον 34χρονο, τότε, Τζακ Νίκολσον για τον βασικό ρόλο του Τζόναθαν, καθώς άφησε άριστες εντυπώσεις με την εμφάνιση του το 1969 στο «Easy Rider» του Ντένις Χόπερ, για να γίνει «Η Γνωριμία της Σάρκας» το εφαλτήριο μιας μεγάλης καριέρας του ηθοποιού.

Οι ακροάσεις με την Τζέιν Φόντα, την Νάταλι Γουντ, την Ρακέλ Γουέλς και την Ντάιαν Κάνον, για το ποια θα αναλάβει τον ρόλο της Μπόμπι κράτησαν έξι μήνες, για να καταλήξει ο Νίκολς στην υπέροχη, ερωτική και ευαίσθητη κοκκινομάλλα Αν Μάργκρετ, ερμηνεία που της πρόσφερε την Χρυσή Σφαίρα Β΄ Γυναικείου Ρόλου. Μοναδική σκηνή στο παγκόσμιο κινηματογραφικό πάνθεον είναι ο εκρηκτικός διάλογος του Τζακ Νίκολσον με την Αν Μάργκρετ στο υπνοδωμάτιο, που όλη η Αμερική εκείνη την εποχή ακούει, βλέποντας σοκαριστικές αλήθειες, ειπωμένες έξω από τα δόντια.

Στο Άλμπανι της Τζόρτζια, μάλιστα, στις 13 Ιανουαρίου 1972, ένας κινηματογράφος που πρόβαλε την ταινία, η τοπική αστυνομία εξέδωσε ένταλμα έρευνας για το σινεμά και κατάσχεσε την κόπια, ενώ ο υπεύθυνος του κινηματογράφου καταδικάστηκε για το έγκλημα της «διανομής άσεμνου υλικού». Εν τω μεταξύ η ταινία, οπτικά δεν προβάλει κάτι το σοκαριστικό, αλλά ό,τι διαπραγματεύεται είναι απίστευτα διαχρονικό και βασανιστικά πραγματικό. Ιστορικά να αναφέρουμε, ότι είναι η πρώτη ταινία διεθνώς που παρουσιάζει on screen, την χρήση προφυλακτικού για την ερωτική πράξη. Μην την χάσετε!!!!

«Sex και Ψυχανάλυση»

(Sibyl)               

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ζιστίν Τριέτ
  • Με τους: Βιρζινί Εφιρά, Αντέλ Εξαρχόπουλος, Γκασπάρ Ουλιέλ, Σάντρα Ούλερ
  • Διάρκεια: 100΄
  • Διανομή: Spentzos Films

Η Σιμπίλ (Βιρζινί Εφιρά) είναι μια ψυχοθεραπεύτρια που έχει κουραστεί να κάνει αυτή τη δουλειά και αποφασίζει να τα παρατήσει και να επιστρέψει σε αυτό που την παθιάζει όσο τίποτα, την συγγραφή.

Όμως η τελευταία της ασθενής, η Μαργκό (Αντέλ Εξαρχόπουλος), μια μπερδεμένη ανερχόμενη ηθοποιός αποδεικνύεται ότι αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πηγή έμπνευσης για το βιβλίο της. Ενθουσιασμένη σε βαθμό εμμονής, η Σιμπίλ  εμπλέκεται όλο και περισσότερο στην θυελλώδη ζωή της Μαργκό. 

Είναι η τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία για την 41χρονη, Γαλλίδα σκηνοθέτιδα Ζιστίν Τριέτ, δεύτερη όμως, μετά την «Victoria» (δεν πέρασε από την ελληνική διανομή), που βάζει τον γυναικείο ψυχισμό απέναντι από τον φακό της και πρώτη ταινία της Τριέτ που η σκηνοθέτις συστήνεται στο κινηματογραφόφιλο κοινό της χώρας μας.

Αδύναμη σκηνοθετικά ταινία, αρκετά ορμητική ως προς το κοινωνικό, προσκήνιο της αναθεώρησης αρκετών γυναικείων θεμάτων με το σενάριο να σκοντάφτει αισθητά τόσο στην μπερδεμένη δραματουργία και την χαμένη γραμμή των ισορροπιών, όσο και σε αυτή την επιθυμιών.  

Πέρα από την καλή αισθητική της σκηνοθεσίας, τις όμορφες παρουσίες της Βιρζινί Εφιρά και της Αντέλ Εξαρχόπουλος πραγματικά, δεν με έπεισε πουθενά. Μπερδεμένη ηρωίδα η Μαργκό, μπερδεμένη και η σκηνοθέτις Ζιστίν Τριέτ, τουλάχιστον ακόμα.       

«Η Ληστεία της Μαφίας»

(Vault)

 

 

  • Είδος: Δράση
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τομ ΝτεΝούτσι
  • Με τους: Τσαζ Παλμιντέρι , Γουίλιαμ Φορσάιθ, Κλάιβ Στάντεν, Σαμίρα Γουάιλι , Θίο Ρόσι, Ντον Τζόνσον
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Tanweer

Συμμορία από μικροεγκληματίες αποπειράται να κάνει τη μεγαλύτερη ληστεία στην ιστορία της Αμερικής, κλέβοντας πάνω από 30 εκατομμύρια δολάρια από τη μαφία στην πιο μικρή πολιτεία των ΗΠΑ, το Ρόουντ Άιλαντ.

Για την εποχή της, ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη ένοπλη ληστεία στην ιστορία των ΗΠΑ, με κάποια στοιχεία να λένε ότι έκλεψαν πάνω από 30 εκατομμύρια δολάρια σε ρευστό, χρυσό, ασήμι και κοσμήματα.

Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν ξέρει ακριβώς πόσα χρήματα υπήρχαν στο θησαυροφυλάκιο. Μέχρι σήμερα, οι αρχές δεν έχουν ανακαλύψει την περιουσία που κλάπηκε εκείνο το ήσυχο πρωινό του καλοκαιριού του 1975.

Καθαρόαιμο heist movie και ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης Τομ ΝτεΝούτσι, που γεννήθηκε στο Ρόουντ Άιλαντ την δεκαετία του ’80 μελέτησε εκτενώς το οργανωμένο έγκλημα για χρόνια.

Αναφέρει ο Τομ ΝτεΝούτσι: «Είμαι ένας Ιταλοαμερικανός από το Κράνστον, μία περιοχή του Ρόουντ Άιλαντ, όπου ζουν κυρίως Ιταλοαμερικανοί, και από τη στιγμή που δεν είχαμε επαγγελματικές, αθλητικές ομάδες, μεγαλώσαμε παρακολουθώντας τους γκάνγκστερς αντί τους αθλητές. Ενηλικιώθηκα ακούγοντας ιστορίες για αυτούς τους πληθωρικούς τύπους από τους θείους μου, τα ξαδέλφια μου και τα άλλα παιδιά. Αυτοί οι γκάνγκστερς ήταν σαν θρύλοι στη γειτονιά. Είχα ακούσει πολλές ιστορίες, αλλά χωρίς καμία αμφιβολία αυτή η ληστεία ήταν η πιο θρυλική. Τόσο απλή. Τόσο επικερδής. Για να μην αναφέρω, ότι οι πραγματικοί άνθρωποι της ιστορίας ήταν φοβεροί χαρακτήρες. Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν μερικά από αυτά που συνέβησαν, γιατί ήταν εντελώς τρελά. Αλλά τότε το οργανωμένο έγκλημα ήταν μεγάλο ζήτημα στο Ρόουντ Άιλαντ. Ήταν σαν την Άγρια Δύση και για μένα αυτή είναι η πιο σπουδαία ιστορία εγκλήματος που έχει ειπωθεί, οπότε ήθελα να τη διηγηθώ κι εγώ».

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στην Προβιντένς στο Ρόουντ Άιλαντ, μόλις λίγα μέτρα μακριά από το σημείο που ο αρχιμαφιόζος Ρέιμοντ Πατριάρκα ασκούσε την εξουσία με πυγμή. Η Προβιντένς ήταν το νούμερο τρία στην οργάνωση της μαφίας, μετά το Σικάγο και τη Νέα Υόρκη. Ο σκηνοθέτης και η ομάδα παραγωγής συμβουλεύτηκαν τους ιστορικούς της πόλης και τα αρχεία της αστυνομίας για να αναπαραστήσουν σωστά την εποχή.

Τα κουστούμια της ταινίας ντύνουν τους ρόλους με τον πληθωρικό χαρακτήρα της δεκαετίας του ’70. Η ενδυματολόγος Μάουρα ΜακΚάθρι και η ομάδα της πέρασε ώρες σε μαγαζιά με παλιά ρούχα και έψαξε σε ιδιωτικές συλλογές για να βρει τα κατάλληλα κομμάτια. Σε μερικές περιπτώσεις, η ομάδα χρησιμοποίησε παλιό ύφασμα για να ράψει ειδικά κουστούμια