fbpx

banner αεροδρομίου

 

«Παρανοϊκές μάνες και μούσκουλα κόντρα στην Γλυκιά Ζωή», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 1

«Πιστεύω τω φίλω. Πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις. Ο φίλος τον φίλον εν πόνοις και κινδύνοις ου λείπει. Τοις των φίλων λόγοις αεί πιστεύομεν…» Είναι η αρχή και οι τέσσερις, σταθερές προτάσεις του πρώτου κειμένου που άρχισε να συστήνεται σε εμάς η αρχαία ελληνική γλώσσα, για όσους θυμούνται, όταν περάσαμε κομπλαρισμένοι το κατώφλι του Γυμνασίου, πριν αρκετά χρόνια. Το αποστηθίσαμε σχεδόν το κείμενο. Ήταν τόσο δυνατό, που επιθυμούσαμε να το κάνουμε δικό μας. Νομίσαμε πως καταγράφηκε κυτταρικά και σφραγίστηκε ντιενεϊκά στα αξιακά κελύφη των συμπεριφορών μας. Τουλάχιστον έτσι θέλαμε να πιστεύουμε.

Σε συνέχεια της όποιας πορείας μας, στις ανταγωνιστικές περιόδους των ενηλικιώσεων μας, όταν η εγωπάθεια τυφλωμένη από την έπαρση μεγάλωνε και ολοένα ψήλωνε στην αρένα του χρόνου, όλα τα περί φιλίας και ειδικά τα περί φιλότητας, ανά πάσα στιγμή, μάτωναν και αιμορραγούσαν μέχρι θανάτου, στις ανίερες συγκρούσεις της καθιέρωσης με άλλα σκληρά και ανελέητα, ευτελούς δυναμικής αποφθέγματα, όπως «η κατσίκα του γείτονα να αποθάνει», «εγώ είμαι καλύτερος από σένα», «θα σου βγάλω το μάτι πριν βγάλεις το δικό μου».

Φτάσαμε, τελικά, να κοιταζόμαστε σαν τα αγρίμια που ανταμώνουν στα πυκνά, ανήλιαγα δάση και μυρίζονται γρυλλίζοντας, φέρνοντας βόλτες το ένα γύρω από το άλλο έως ότου στήσουν τα όρια της απρόσωπης δύναμης για να αισθάνονται ασφαλή και να ψελλίσουν, πιθανώς, μερικές ανθρώπινες λέξεις. Η μυσταγωγική πίστη της φιλίας γέμισε πυώδεις φλύκταινες ανασφάλειας, ψεύδους, δειλίας και ο λόγος του φίλου, του συντρόφου έγινε μια φούσκα από παραγεμισμένο, ψυχρό αέρα να μοσχοβολά λεηλατημένο, χέρσο βουνό.

Η εγωπάθεια εντός μας μετασχηματίστηκε σε αήττητη Τιτανίδα κατασπαράζοντας ως θεά του λευκού πηλού, πρωτίστως, τον ξενιστή και έπειτα το περιβάλλον του. Η εμπιστοσύνη στον φίλο, στον σύντροφο τρέχει καρατομημένη σαν την σφαγμένη όρνιθα στις πλακόστρωτες αυλές των ιδανικών και των ονείρων. Αστείο το θέαμα και ο τόπος μοσχοβολά βασιλικό, γαρδένια και νυχτολούλουδο. Η δυστυχία μου χορταίνει την ευτυχία σου. Έτσι λένε και είναι άσκοπη όλη η ανθρώπινη πορεία στον πανδαμάτορα χρόνο.

Ας ξεχάσουμε επιτέλους αυτό που συνεχώς σέρνουμε σαν λείψανο πίσω μας σηκώνοντας σκόνη στο ήδη θολό τοπίο και δικαιολογούμαστε φαντασμαγορικά, λέγοντας: «δεν μπορώ γιατί δεν έχω χρόνο!». Πάντα θα μπορούμε και, φυσικά, ποτέ δεν θα έχουμε χρόνο. Ξέχασες, πως από δημιουργίας του, ο χρόνος έχει εσένα και όχι εσύ αυτόν.

Και συνεχίζει εκείνο το απλό κείμενο της Α’ Γυμνασίου : «Ει κινδυνεύετε, ω φίλοι, τους των ανθρώπων τρόπους γιγνώσκετε. Οι μεν γαρ άπιστοι φίλοι ού μετέχουσι του κινδύνου, οι δε πιστοί συνκινδυνεύουσι τοις φίλοις.»         

 

 

  • Είδος: Δράμα, θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Σουηδία Γαλλία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ολιβιέ Μασέ-Ντεπασέ
  • Με τους: Βερλέ Μπετένς, Ανί Κοζένς, Μεχντί Νεμπού
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Danaos Films – Seven Films
  • Διακρίσεις: Bραβείο Κριτικής Επιτροπής 20ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Ελλάδος (2019)

Βρυξέλλες, αρχές της δεκαετίας του ’60 Η δεκαετία του ’60 στις Βρυξέλες  βρίσκει την Αλίς (Βερλέ Μπετένς  – καλή) και τη Σελίν (Ανί Κοζένς  – καλή), δυο στενές φίλες, να μένουν σε διπλανά σπίτια, μαζί με τις οικογένειές τους, και φαινομενικά να έχουν τις τέλειες ζωές. Οι άνδρες τους τις αγαπάνε, οι 7χρονοι γιοι τους, ο Μαξίμ και ο Τεό, είναι επίσης φίλοι. Παίζουν μαζί και τα γενέθλια πάρτι τους μαζί και άλλες δραστηριότητες που περνούν όμορφα με τους φίλους και τις οικογένειές τους.

Η τέλεια αυτή αρμονία διαταράσσεται όταν ο Μαξίμ, ο γιός της Σελίν, χάνει τραγικά τη ζωή του. Το ξαφνικό αυτό ατύχημα, θα φέρει αντιμέτωπες τις δύο οικογένειες και θα ταράξει τις ζωές τους. Τα συναισθήματα αγάπης θα δώσουν τη θέση τους στην καχυποψία και τη παράνοια. Οι δύο μητέρες θα ωθήσουν στα όρια τη φιλιά τους στην προσπάθεια τους να προστατέψουν τις οικογένειες τους.

«Πρόκειται για τη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του μυθιστορήματος «Derrière la Haine» (Πίσω από το Μίσος) της Βελγίδας συγγραφέως Μπάρμπαρα Αμπέλ, σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη. Ο 48χρονος Βέλγος κινηματογραφιστής της «Παράνομης» (2010), Ολιβιέ Μασέ-Ντεπασέ, δυστυχώς, πάσχει από το γνωστό σύνδρομο: έφτασα μια χαρά στην δροσερή πηγή αλλά γάργαρο νερό δεν ήπια γιατί την τελευταία στιγμή, γλίστρησα, έπεσα κάτω, έσπασα χέρια πόδια και έγινα εκατό κιλά αηδία.

Άπαντα πανέμορφα σε ατμόσφαιρα, άψογα δομημένα και άρτια τεχνικώς στην τρίτη κατά σειρά ταινία του Ντεπασέ, ταξιδεύουμε νοσταλγικά στο χιτσκοκικό περιβάλλον της δεκαετίας των σίξτις, κατά Βέλγιο μεριά, με τις υπέροχες χρωματικές στα πλάνα και με σχετική αγωνία από τις υπερ-προστατευτικές μανάδες, που δυσάρεστα γεγονότα τις μετασχηματίζουν σε εμμονικά, ψυχασθενή όντα. Μέχρι εκεί καλά.

Η ψυχονοητική μονομαχία που στήνει ο Βέλγος ανάμεσα στις δυο μητέρες, προσπαθώντας να εξακριβωθεί ποια από τις δυο είναι τελικά η παρανοϊκή που δημιουργεί το πρόβλημα, εκπνέει σύντομα.

Η δύσκολη διαδρομή που έχει επιλέξει στυλιστικά στην ταινία του ο σκηνοθέτης εμφανώς τον εξαντλεί, αναζητώντας να την κλείσει με τις λιγότερο δυνατόν απώλειες. Εκεί που επιβάλλεται να τοποθετηθεί το δια ταύτα στην πλοκή περί μητρότητας και τα θέματα ευλαβικά να ταξινομηθούν με εξυπνάδα, λογική και ειρμό στις θέσεις τους για να μπορούμε, διάολε, να δικαιολογήσουμε τα 97 λεπτά αναμονής, τότε ο φίλτατος Ολιβιέ Μασέ και Ντεπασέ χάνει τα αυγά και τα καλάθια, αποφασίζοντας να κορυφώσει τα του φινάλε του σε μια out of the blue σχηματική κατάσταση, που μοσχοβολά απειρία και απέραντο φράγκικο άρωμα μετριότητας και ακόμα παρακάτω.

 

 

  • Είδος: Δράση, Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιτς
  • Με τους: Ντουέιν Τζόνσον, Τζέισον Στέιθαμ, Ίντρις Έλμπα, Βανέσα Κίρμπι, Έλεν Μίρεν
  • Διάρκεια: 135’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ο Χομπς (Ντουέιν Τζόνσον – ως έχει) και ο Σο (Τζέισον Στέιθαμ και αυτός ως έχει) είναι οι άσπονδοι φίλοι που θα αναγκαστούν να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να συμφωνήσουν σε μια άβολη συνεργασία για το γενικότερο καλό. Άλλωστε, ο κόσμος κινδυνεύει από τα σχέδια ενός αδίστακτου αναρχικού τρομοκράτη, του Μπρίξτον Λορ (Ίντρις Έλμπα – εκτός τόπου και χρόνου), ο οποίος είναι έτοιμος να εξαπολύσει μια ανυπολόγιστη βιοχημική καταστροφή που θα αφανίσει την ανθρωπότητα.

Σε συνεργασία με το δίδυμο Χομπς και Σο για την μεγάλη μάχη με τον αδίστακτο, μεταλλαγμένο τρομοκράτη, ρόλο-κλειδί έχει η πράκτορας της MI6, Χάτι (Βανέσα Κίρμπι), η οποία είναι η αδερφή του Ντέκαρντ Σο.     

Από το 2001 που ξεκίνησε, το συγκεκριμένο franchise και μετά από 8 πετυχημένες ταινίες, 5 δισεκατομμύρια εισπράξεις παγκοσμίως στο box-office, η σειρά ταινιών «The Fast & Furious» δημιουργεί το πρώτο της spin-off, στο ίδιο και απαράλλαχτο μοτίβο της άκρατης βαβούρας, της υπερφυσικής δράσης και της άμετρης κλωτσοπατινάδας με το δίδυμο – λίρα Αγγλίας για τα ταμεία – Τζόνσον και Στέιθαμ (Hobbs & Shaw, αντιστοίχως).

Το τί διαδραματίζεται σε αυτό το χρονικό διάστημα των 135 λεπτών προβολής είναι να το βλέπει η Marvel, η DC comics και να δακρύζουν. Απολύτως τίποτα το ανθρώπινο δεν συμβαίνει.

Όλα είναι υπερφυσικά, εξώκοσμα, πέραν πραγματικότητας και αληθοφάνειας σαν να μην ενδιαφέρει τον Ντέιβιντ Λιτς («Atomic Blonde», «Deadpool 2»), σκορδοκαΐλα του δηλαδή, εάν οι πρωταγωνιστές είναι ανθρώπινα όντα και όχι διαστημικές, άφθαρτες μηχανές.

Ο δε εξαιρετικός  Ίντρις Έλμπα νοιώθει τόσο άβολα στο set, μαζί του κι εμείς, ενώ υπάρχουν στιγμές που θες να τον φυγαδέψεις από τα πλάνα και να τον κρύψεις για να πάψει να ρεζιλεύει τον εαυτό του. Μπορεί να έχασε το κοστούμι του Μποντ, αλλά, θαρρώ, ότι αυτό ξεπερνάει και τον ίδιο ως ηθοποιό.   

 

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιταλία Γαλλία (1960) κόπια σε πλήρη ψηφιακή αποκατάσταση
  • Σκηνοθεσία: Φεντερίκο Φελίνι
  • Με τους: Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ανίτα Εκμπεργκ, Ανούκ Εμέ
  • Διάρκεια: 147’
  • Διανομή: Neo Films
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Κοστουμιών (Πιέρο Γκεράρντι) – Χρυσός Φοίνικας φεστιβάλ Κανών (1960) – Πρώτο Βραβείο Κριτικών Κινηματογράφου Νέας Υόρκης – Ιταλικό Χρυσό Κύπελλο Σκηνοθεσίας (Φεντερίκο Φελίνι) – Τρία βραβεία της Ένωσης Ιταλών Δημοσιογράφων (Ανδρικής Ερμηνείας –  Σεναρίου – Παραγωγής)

Ο Μαρτσέλο Ρουμπίνι (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι – καταπληκτικός!) είναι δημοσιογράφος στη Ρώμη της δεκαετίας του 1950 και καλύπτει τις κοινωνικές ειδήσεις: σταρ του κινηματογράφου, θαύματα και σκάνδαλα της αριστοκρατίας.

Ζητάει ένα βαθύτερο νόημα στην ζωή και νομίζει ότι το μυστικό της ζωής βρίσκεται στον πλούτο, ο οποίος κατά την γνώμη του απελευθερώνει τον άνθρωπο από την συμβατότητα της ζωής. Όταν όμως χάνει τον καλύτερό του φίλο, καταλαβαίνει ότι αλλού είναι το νόημα της ζωής.

Με ένα πρόλογο, επτά καταλυτικά κεφάλαια και ένα επίλογο, στιγμές γεμάτες από σημαντικές συναντήσεις, ο Μαρτσέλο αρχίζει να αλλάζει σκεπτικό και οπτική.

Το πρώτο μεγάλο αριστούργημα του Φεντερίκο Φελίνι, που τον καθιέρωσε στο διεθνές κινηματογραφικό στερέωμα. Η θρυλική ταινία «La Dolce Vita» είναι ο προθάλαμος του κορυφαίου «8 ½» (1963) με τον ίδιο ήρωα, παρόμοιες προβληματικές και τις ξεκάθαρες αποστάσεις του Φελίνι από τον κινηματογραφικό νεορεαλισμό. Στην Ιταλία έσπασε τα ταμεία με 13.617.148 θεατές, ενώ στην Γαλλία για μη γαλλική παραγωγή έφτασε τους 2.956.094 θεατές.

Η αστική παρακμή αντικατοπτρίζεται με στυλ στην λεία επιφάνεια ενός αξιακού συστήματος  άνευ ήθους και ιερότητας, όπως ακριβώς το άγαλμα του Ιησού που εγκαταλείπει την πόλη μεταφερόμενο σε ένα ελικόπτερο και τις καμπάνες να κτυπούν σαν ένα θρησκευτικό σχόλιο του Φελίνι στην έναρξη της ταινίας, ότι κάθε τι το αγνό είναι πια παρελθόν.

Όσο για την μυθική σεκάνς της ταινίας στην Φοντάνα ντι Τρέβι, για την ιστορία να γράψουμε, ότι γυρίστηκε σε μια εβδομάδα τον μήνα Μάρτιο, όταν ακόμα οι νύχτες στην ιταλική πρωτεύουσα είναι ακόμα πολύ κρύες. Σύμφωνα με τον Φελίνι, σε συνέντευξή του στον γνωστό δημοσιογράφο της νυχτερινής Ρώμης, Κοστάντσο Κονσταντίνι, αναφέρει, ότι η εκρηκτική ηθοποιός Ανίτα Έκμπεργκ βρισκόταν μέσα στο κρύο νερό μόνο με το μαύρο φόρεμά της για ώρες δίχως να αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα, συνηθισμένη στα κρύα, Σουηδή ούσα.

Ο δε Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, από την άλλη, έπρεπε να φορέσει δυο και τρία αδιάβροχα κάτω από τα ρούχα του για να ζεσταθεί και ακόμα τουρτούριζε από το κρύο. Για να δώσει το τελικό πλάνο της σκηνής και ενώ ένοιωθε σαν να είναι χωμένος σε κατάψυξη, ήπιε, σχεδόν, ένα μπουκάλι βότκα, μέθυσε εντελώς και γύρισε την σκηνή που έμεινε στο πάνθεον του παγκόσμιου σινεμά.

Στην ταινία ακούγεται, βέβαια, για πρώτη φορά ο όρος «paparazzo» που αφορά τους «δαιμόνιους» φωτογράφους, όταν προσπαθούν να «κλέψουν» φωτογραφικά προσωπικές στιγμές από τις διασημότητες.

Σε ερώτηση στον Φελίνι για την λέξη «paparazzo», ο σκηνοθέτης απάντησε, ότι προέρχεται από τον φωτογράφο φίλο του δημοσιογράφου Μαρτσέλο, τον Παπαράτσο (υποδύεται στην ταινία ο ηθοποιός Γουόλτερ Σαντέσο) και είναι μια καλαβρέζικη ερμηνεία της ιταλικής λέξης «passero», που σημαίνει «σπουργίτης». Όπως ο ίδιος ο Φελίνι είχε πει, ότι: «Οι φωτογράφοι που χορεύουν και διασκεδάζουν γύρω από τις διασημότητες και τους σταρς, θυμίζουν σπουργίτια».

Για την μουσική του Νίνο Ρότα, τα λόγια περισσεύουν και ο μέγιστος Νίνο θαυματοποιεί και εδώ. Από τα πρώτα μέτρα των μουσικών θεμάτων του score, άλλοτε ελεγειακά, άλλοτε νευρικά και μοντέρνα με ηλεκτρική κιθάρα, άλλοτε το γνωστό του ξέγνοιαστο τσιρκολέτο, άλλοτε αναγεννησιακά και ρομαντικά με τα πειθαρχημένα πνευστά του ανοίγουν αισθαντικά τους ταξιδιάρικους, νοσταλγικούς διαύλους στο υπέροχο σύμπαν της αξέχαστης «Γλυκιάς Ζωής».