fbpx

«Παραμύθια της Χαλιμάς, ο κακός Σούπερμαν, ένα σουτιέν και η «γαλλική επέλαση»», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Οι σουλτάνοι και οι βεζίρηδες στα διάφορα χαλιφάτα της Ασίας ξόδευαν τις νύχτες τους ακούγοντας ευφάνταστα «παραμύθια» με πρωταγωνιστές γενναίους ήρωες, όμορφες γυναίκες, πολλά τζίνια, ταχυδακτυλουργούς, σαλτιμπάγκους, τέρατα, ληστές και τρελούς μάγους. Τα πιο όμορφα και γεμάτα ενδιαφέρον «παραμύθια» τα αφηγείτο η Χαλιμά.

Ιστορίες με τολμηρούς ναυτικούς, που ταξίδευαν στα αχαρτογράφητα πέρατα του κόσμου, καλόκαρδους κλέφτες που τους αξίωσε η μοίρα να συναντήσουν παγιδευμένα τζίνια, σκληρούς μάγους που ήθελαν εξουσία, γοργόνες που μιλούσαν την γλώσσα των ανθρώπων, μαγεία και ιπτάμενα χαλιά κρατούσαν το ενδιαφέρον αμείωτο των Σασσινίδων βασιλέων της Περσίας. Ένα παραμύθι δίχως τέλος για κάθε νύχτα, λέει ο μύθος, από την φαντασία της Χαλιμάς, γνωστή και ως Σεχραζάντ, για να μην την εκτελέσει ο χαλίφης το πρωί, περιμένοντας το επόμενο βράδυ να ακούσει την συνέχεια από τα χείλη της. Παραμύθια που κράτησαν ολοζώντανη την αγωνία του μονάρχη για χίλιες νύχτες και ακόμα μια, ώσπου η Χαλιμά κέρδισε επάξια την ζωή της.

Οι «Χίλιες και Μια Νύχτες» (Arabian Nights) είναι η συρραφή εκατοντάδων, φανταστικών μύθων περιπέτειας, δράσης, έρωτα και αγάπης των περιοχών της Περσίας, της Μεσοποταμίας, μετέπειτα των Ινδιών, των αραβικών και μογγολικών περιοχών, που αντικατέστησαν κατά την χρυσή εποχή του Ισλάμ το περίφημο έπος της «Αλεξανδρέττας» με τις ιστορίες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η «Αλεξανδρέττα», γνωστή και ως το «Μυθιστόρημα», ήταν οι ηρωποιημένες αφηγήσεις, οι γεμάτες ηρωισμό, δόξα, φαντασία και πλήθους αρετών, που γεννήθηκαν στον περσικό γεωγραφικό χώρο από τις «Φυλλάδες» του Μακεδόνα στρατηλάτη, τις οποίες επιμελούταν ο Καλλισθένης. Αμέτρητοι προφορικοί μύθοι από στόμα σε αυτί με κεντρικό ήρωα τον μεγάλο βασιλιά Ινσκεντερούν (Μέγας Αλέξανδρος) ενσωματώθηκαν στην περσική και την αραβική λαογραφία .

Ο Σεβάχ ο Θαλασσινός, ο Αλί Μπαμπά και οι σαράντα κλέφτες του, ο νεαρός και γενναίος κλέφτης της Βαγδάτης, ο Αμπντουλάχ ο Ψαράς μπορεί να προστέθηκαν μετέπειτα στο εν λόγω μυθικό έπος, που συγκέντρωσε σε βιβλίο πρώτος τον 10ο αιώνα ο Άραβας Ιμπν αλ Ναντίμ (πόσο κοντά είναι το αλ-Ναντίμ στο Αλαντίν), είναι όμως οι πιο διάσημες και αγαπητές στον δυτικό κόσμο από την μεγάλη και θρυλική μυθιστορία της Ασίας με τον τίτλο: «Χίλιες και Μια Νύχτες».

Το Χόλιγουντ βέβαια δεν έμεινε ανέπαφο σε αυτή την εξωτική και παραμυθένια φαντασία με τα κακόβουλα τζίνια, τους ληστές, τους χαλίφηδες, τους κακούς βεζίρηδες, το ονειρικό, πολύχρωμο περιβάλλον, το γεμάτο αρώματα, μπαχάρια, μετάξια και ανεκτίμητους θησαυρούς και το αραβο-περσικό έπος, τουλάχιστον οι πιο γνωστές ιστορίες της Χαλιμάς, πέρασαν στην μεγάλη οθόνη.

Ο Ντάγκλας Φέρμπανκς, καταχωρημένος στα κινηματογραφικά πράγματα ως ο πρώτος action man της 7ης Τέχνης, σε παραγωγή δική του γυρίζει το 1924 τον βωβό «Κλέφτη της Βαγδάτης» σε σκηνοθεσία Ραούλ Γουόλς και προκαλείται πανζουρλισμός, όπου ο διάσημος Αμερικανός ηθοποιός κρατάει τον ρόλο του ομώνυμου ήρωα. Αδιανόητα για την εποχή οπτικά εφέ, δράση, περιπέτεια, έρωτας, μαγεία και πολλά τέρατα φέρνουν την ταινία στο νούμερο 9 στην λίστα με τις 10 καλύτερες παραγωγές στην κατηγορία του φανταστικού σινεμά.

Το 1940 το μεγαλείο του «Κλέφτη της Βαγδάτης» ζωντανεύει ξανά στην μεγάλη οθόνη, όταν η Ευρώπη φλεγόταν από τον μεγάλο πόλεμο. Ο Αυστρο-ουγγαρέζος παραγωγός Αλεξάντερ Κόρντα άλλαξε περί τους έξι σκηνοθέτες για να τελειοποιήσει το φιλμ, το οποίο είναι το πρώτο στην ιστορία της 7ης Τέχνης που γυρίστηκε σε blue screens, λόγω των οπτικών εφέ. Αξέχαστος θα μείνει ο κλεφτάκος Αμπού, που τον υποδύεται ο Ινδο-αμερικανός ηθοποιός (Σαμπού Ντανταγκίρ), ενώ ο μπριλάντε, Γερμανός ηθοποιός Κόνραντ Βάιτ στον ρόλο του μοχθηρού βεζίρη Τζαφάρ με την συμμετοχή του επισφραγίζει το κινηματογραφικό επίτευγμα.

Το τεράστιο τρικουάζ τζίνι, που ξεπηδάει από το μαγικό λυχνάρι αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ερμηνευτικά ο μαύρος, Αμερικανός ηθοποιός Ρεξ Ίνγκραμ και οι τρεις επιθυμίες για δόξα, πλούτη, εξουσία είναι στην διάθεση του νεαρού Αμπού… τρεις, μόνο ευχές;;;

«Αλαντίν»

(Aladdin)

 

  • Είδος: Μουσική περιπέτεια (και μεταγλωττισμένο και σε 3D)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Γκάι Ρίτσι
  • Με τους: Ναόμι Σκοτ, Γουίλ Σμιθ, Μπίλι Μάγκνουσεν, Μένα Μασούντ, Μάργουαν Κενζάρι
  • Διάρκεια: 128΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Οι γνωστές, μαγικές περιπέτειες του γοητευτικού, καλόκαρδου αλητάκου του δρόμου Αλαντίν (Μένα Μασούντ), της θαρραλέας και αποφασιστικής πριγκίπισσας Γιασμίν (Ναόμι Σκοτ), φυσικά,  του σκωπτικού τζίνι (Γουίλ Σμιθ – καλός), αλλά και του μοχθηρού βεζίρη Τζαφάρ (Μάργουαν Κενζάρι).

Όλα τα παραπάνω με μουσική, τραγούδι και χορευτικά.

Με νέες ηχογραφήσεις των αυθεντικών τραγουδιών της πανέμορφης, πρώτης ταινίας animation Αλαντίν (1992) της Ντίσνεϊ που έχουν γράψει ιστορία, όπως το «A Whole New World» (Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού), αλλά και νέα τραγούδια, το soundtrack της νέας live-action ταινίας παραγωγής, πάλι, της Ντίσνεϊ ήρθε για να προσελκύσει στις αίθουσες μικρούς και μεγάλους θεατές. Καθώς ο χαρακτήρας του κλέφτη της Βαγδάτης είναι ένας νεαρός της πιάτσας, που μαζί με την συνεργό του μαϊμού κλέβει για να ζήσει, χαρίζει παράλληλα τροφή σε φτωχούς, η Ντίσνεϊ αποφάσισε να δώσει τα σκηνοθετικά ηνία στον αγαπητό, Άγγλο Γκάι Ρίστι («Σέρλοκ Χολμς», «Δυο Καπνισμένες Κάνες», «Η Αρπαχτή», «Κωδικό όνομα U.N.C.L.E.», «Βασιλιάς Αρθούρος: Ο Θρύλος του Σπαθιού»).

Όπου, δηλαδή, σοκάκι, ρούγα και αλάνια, ο Ρίτσι στήνει το δικό του πανηγύρι δράσης και περιπέτειας με τα παρκούρ, τις διαφυγές στα στενά, τα ακροβατικά, το νευρικό, δίχως ανάσα μοντάζ. Έτσι, τουλάχιστον μας έμαθε και για αυτό τον αγαπήσαμε, ακόμα και στην δική του εκδοχή που αφορούσε τον βασιλιά Αρθούρο υποστηρίζει το όλο θέμα. Εδώ όμως είναι ένα εξωτικό παραμύθι με την μαγεία του, τα σέα και τα μέα του και ως γνωστόν το σωστό συστατικό του καλού παραμυθιού, που έχει ανάγκη την φαντασμαγορία του, είναι η καλή αφήγηση και πάνω απ΄ όλα η ατμόσφαιρα. Πόσο μάλιστα όταν η ιστορία εκτυλίσσεται σε παραμυθένιο χαλιφάτο. Σε αυτά ο Ρίτσι, δυστυχώς, έχασε το τόπι.

Εφέ στο εφέ, οι φουλ έντονες χρωματικές στις εικόνες, ο γαλαζωπός Γουίλ Σμιθ ως τζίνι – ο άνθρωπος, πάραυτα το υποστηρίζει – τα τραγούδια και τα ερμαφρόδιτα χορευτικά στιλ Μπόλιγουντ και αμερικάνικου μιούζικαλ, καταλήγουν σε έναν αχταρμά, σε ένα επιφανειακό, κινηματογραφικό παραμύθι άνευ ψυχούλας.

Η υπογραφή του σκηνοθέτη Γκάι Ρίτσι είναι ανύπαρκτη και το δημιούργημα του άκρως φοβισμένο έως συμβατικό. Τα παραμύθια της Χαλιμάς, dear, όπως και κάθε παραμύθι θέλουν εσωτερική υπέρβαση και αυτό το στοιχείο στην ταινία λάμπει δια της απουσίας του.      

«Brightburn: Ζωντανή Κόλαση»

(The Mule)

 

  • Είδος: Θρίλερ τρόμου επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Γιαροβέσκι
  • Με τους: Ελίζαμπεθ Μπανκς, Τζάκσον Νταν, Ντέιβιντ Ντένμαν, Ματ Τζόουνς
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Κάπου στο Κάνσας, στην ήρεμη, αγροτική πόλη Μπράιτμπερν ζει αγαπημένα ένα ζευγάρι. Έπειτα από πολλές άκαρπες προσπάθειες να γίνει μητέρα η Τόρι (Ελίζαμπεθ Μπανκς), ξαφνικά το όνειρο της πραγματοποιείται με τον ερχομό ενός μυστηριώδους μωρού από τον ουρανό, τοποθετημένο σε ένα κέφυλος εν είδει κάψουλας.

O Μπράντον (Τζάκσον Νταν) μοιάζει να ενσαρκώνει ό,τι επιθυμούσε η Τόρι και ο σύζυγος της Κάιλ (Ντέιβιντ Ντένμαν). Ο μικρός είναι έξυπνος, ταλαντούχος και γεμάτος περιέργεια για τον κόσμο. Αλλά, όσο πλησιάζει την εφηβεία, ο Μπράντον γίνεται ευέξαπτος, αγενής και αρχίζει να εκδηλώνει σκοτεινές δυνάμεις που η Τόρι αμφιβάλλει για τον ίδιο της τον γιο.

Όταν ο Μπράντον αρχίζει να συμπεριφέρεται τρομαχτικά σε όποιον τον ενοχλεί, οι συμμαθητές και οι πιο κοντινοί του άνθρωποι βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο, αφού από παιδί θαύμα μεταμορφώνεται σε μοχθηρό εξολοθρευτή.

Παραγωγή με την υπογραφή του σκηνοθέτη Τζέιμς Γκαν (Φύλακες του Γαλαξία), αποτυπώνει μια ενδιαφέρουσα ιδέα, ότι μπορεί να υπάρχει και ένας φρικαλέος υπερήρωας, των ίδιων και απαράλλαχτων δυνατοτήτων με αυτές του Σούπερμαν, που αντί να σώζει ανήμπορους και να χρησιμοποιεί τα εξωγήινα ταλέντα του για το καλό της Γης, εξολοθρεύει μοχθηρά  οτιδήποτε δεν ταυτίζεται μαζί του.

Η γοητευτική σεναριακή ιδέα του «the dark side of a super heroe» πέφτει στα χέρια του άπειρου σκηνοθέτη Ντέιβιντ Γιαροβέσκι (επίσης συν-σεναριογράφος), που στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του (η πρώτη, πάλι ένα θρίλερ τρόμου επιστημονικής φαντασίας είναι με τον τίτλο «The Hive»), στερείται έντασης και ηλεκτρισμού στο νευρικό σύστημα της πλοκής, αποκαλύπτοντας ένα χωλό και προβλέψιμο θριλεράκι με μόνη διαφορά από τα υπόλοιπα του είδους, ότι ο πιτσιρικάς, ήρωας-σφαγέας κατάγεται από τα μακρινά άστρα.

Εν τω μεταξύ, το αστείο είναι, πως όλα είναι μια τέλεια αντιγραφή από το ιστορικό υπόβαθρο του Σούπερμαν (η αγροτική πόλη, υιοθετημένος από γονείς δίχως τέκνα, θαμμένο στον αχυρώνα βρίσκεται το μυστικό της καταγωγής του, κόκκινη μπέρτα, μητέρα που τον λατρεύει), με αποτέλεσμα να θυμώνεις για την έλλειψη έμπνευσης ως προς την εξέλιξη της ιδέας, αλλά και να σκέπτεσαι λογικά εάν τελικά η ταινία είναι μια σκοτεινή παρωδία για γέλια. Αλλά, δυστυχώς, δεν είναι για να γελάς, καθώς ο Γιαροβέσκι πουσάρει τα μάλα το δραματικό στοιχείο, ειδικά στο φινάλε.

Όταν η μωσαϊκή ιστορία: βρίσκω ένα μωρό από το πουθενά και το μεγαλώνω τοποθετηθεί σε καλύτερο πλαίσιο στο σύμπαν των horror films και ο σκηνοθέτης δεν παλιμπαιδίζει, τότε, πιθανώς με μεγάλη ευχαρίστηση να υπάρξει από τους θεατές μια καλύτερη ματιά στο θέμα.          

«Σκότωσα το Αφεντικό Μου»

(Rebelles)

 

  • Είδος: Κωμωδία, δράση
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Αλάν Μοντουί
  • Με τους: Σεσίλ Ντε Φρανς, Γιολάντε Μορό, Όντρεϊ Λαμί
  • Διάρκεια: 87’
  • Διανομή: Seven Films

Χωρίς δουλειά ή προσόντα γενικότερα, η Σάντρα (Σεσίλ Ντε Φρανς), μια πρώην νικήτρια καλλιστείων, μετακομίζει ξανά με τη μητέρα της, μετά από 15 χρόνια. Βρίσκει δουλειά σε ένα τοπικό εργοστάσιο κονσερβοποίησης ψαριών, αλλά δεν τα πάει καλά με το άξεστο αφεντικό της, ο οποίος στην προσπάθεια του να την βιάσει στα εργατικά αποδυτήρια, κατά λάθος η Σάντρα τον ευνουχίζει. Στην παραζάλη του γεγονότος ότι έμεινε χωρίς μόριο, ο άνδρας πέφτει από τις σκάλες και σκοτώνεται.

Δύο κωλοπετσωμένες, γυναίκες συνάδελφοί της Σάντρα, που κι αυτές υποφέρουν από μυριάδες προβλήματα, είναι μάρτυρες του συμβάντος. Στα αποδυτήρια ανακαλύπτουν το σακ βουαγιάζ του αφεντικού γεμάτο ευρώ και αποφασίζουν να τα μοιραστούν, κρατώντας φυσικά τον θάνατο του  επτασφράγιστο μυστικό. Οι γυναίκες στήνουν τα όνειρα τους για το πως θα χρησιμοποιήσουν τα ουρανοκατέβατα ευρώ, τα οποία είναι πολλά, περιμένοντας την στιγμή να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες τους.

Τα χρήματα όμως ανήκουν στην τοπική μαφία, που εκτός των άλλων διακινεί ναρκωτικά και οι Αρχές, μαζί με τους μαφιόζους κυκλώνουν τις γυναίκες που προσπαθούν να γλυτώσουν.

Γαλλικό σινεμά, ξανά, με σεναριακό ιστό πλεγμένο ξανά γύρω από τα προβλήματα της σύγχρονης εργατικής τάξης, την φτώχεια, την ανεργία και την οικονομική ανέχεια. Αυτή την φορά όμως το όποιο μαύρο δράμα του θέματος μετασχηματίζεται σε μαύρη κωμωδία, ραντισμένο εξόφθαλμα και αρκετά αδέξια από το ταραντινιακό συστατικό: «τα σπάμε όλα και δεν καταλαβαίνουμε τίποτα».

Ο Γάλλος σκηνοθέτης Αλάν Μοντουί στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του ( συν-σκηνοθέτης της κωμωδίας «Vilaine») και ως συν-σεναριογράφος, στην προσπάθεια του να ξεφύγει από την μετριότητα μιας τηλεταινίας και να φτιάξει κάτι διαφορετικό γλιστράει άτσαλα στο υγρό σοκάκι του χιλιοειπωμένου θέματος και πέφτει με κωμικό τρόπο στην μαρμίτα του βαρετού.

Η  όμορφη Βελγίδα ηθοποιός Σεσίλ Ντε Φρανς («Για Καλό και Για Κακό», «Η Ζωή Μετά») πραγματικά γεμίζει την οθόνη, αλλά όταν το σενάριο και εν γένει όλο το ταινιακό οικοδόμημα σκορπίζεται σαν στάχτη κάτω από την φωτιά της απομίμησης, της χαζομάρας και της προχειρότητας, τα πάντα βυθίζονται στην ανελέητη κρίση της λήθης. Τελειώνει η ταινία και τα ξεχνάς όλα.

Ακόμα ένα φιλμικό ξεφόρτωμα από την υπερφίαλη Φραγκία για το φετινό, ελληνικό θέρος.    

«Το Πρόβλημά μου Είσαι Εσύ»

(En Liberte)

 

  • Είδος: Κωμωδία, δράση
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πιερ Σαλβαντορί
  • Με τους: Αντέλ Ενέλ, Οντρέ Τοτού, Πιο Μαρμέ, Νταμιέν Μπονάρ
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Spentzos Film

Η Ιβόν είναι μία νεαρή αστυνομικός που χάνει τον άντρα της Σαντί, επίσης αστυνομικό, εν ώρα καθήκοντος. Η χήρα τον τιμάει σαν ήρωα πιστεύοντας ότι υπήρξε ένας άμεμπτος υπηρέτης του νόμου, αφηγούμενη ηρωικές στιγμές εν ώρα καθήκοντος του άνδρα της στον μικρό της γιό, αλλά και η τοπική κοινωνία στήνει άγαλμα στον γενναίο αστυνομικό για τα κατορθώματα του.

Μία ημέρα η Ιβόν ανακαλύπτει εντελώς τυχαία ότι ο Σαντί δεν ήταν παρά ένας ακόμα διεφθαρμένος μπάτσος και ο κόσμος της καταρρέει. Αποφασίζει να αποκαταστήσει όλες τις αδικίες που διέπραξε αυτός και έτσι συναντάει τον Αντουάν που έμεινε οκτώ χρόνια αδίκως φυλακισμένος.

O Αντουάν, όμως μετά τη άδικη καταδίκη του δεν πιστεύει πια στην δικαιοσύνη και πλέον έχει σαλτάρει. Μιλάει με τον εαυτό του και ρέπει προς την παρανομία, ενώ αγαπάει την αδελφή του Αγκνές . Η αστυνόμος Ιβόν θα κάνει τα πάντα για να τον επαναφέρει στον σωστό δρόμο με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Γαλλική ταινία του Γαλλου-Τυνήσιου σεναριογράφου και σκηνοθέτη Πιερ Σαλβαντορί («Κορίτσι για Σπίτι», «Σε Μια Αυλή στο Παρίσι»), με θέμα την αναθεώρηση των καταστάσεων στην ζωή των ανθρώπων και την επαναφορά της δικαιοσύνης στα λάθη.  

Παραγωγή που δεν διαφέρει καθόλου από τις δικές μας του συρμού, με την σουρεαλιστική και υπερεαλιστική διάθεση, ραντισμένες από κωμικές χρωματικές που αγγίζουν την διάσταση της μπαλαφάρας.

Η Οντρέ Τοτού ξανά στον ρόλο, της καλόκαρδης και εύθραυστης αδελφής, ξανά ο έρωτας ρυθμίζει τις δυναμικές, ξανά μια γαλλική ταινία κενή εντυπώσεων.    

«Το Σουτιέν»

The Bra

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Γερμανία, Αζερμπαϊτζάν (2018)
  • Σκηνοθεσία : Βάιτ Χέλμερ
  • Με τους: Μίκι Μανόλοβιτς, Ντενί Λαβάν, Παθ Βέγκα
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Filmtrade

Ένα εμπορικό τρένο διασχίζει μια ατελείωτη, εύφορη κοιλάδα στους πρόποδες του Καυκάσου. Στην καμπίνα του οδηγού ο μηχανοδηγός Νουρλάν. Μέρα με τη μέρα οδηγεί το τραίνο διασχίζοντας ένα προάστιο του Μπακού, όπου τα κτήρια είναι τόσο κοντά στις γραμμές που αναγκάζεται να περνά ξυστά από τις αυλές και τα κτίσματα. Κάθε φορά που το τρένο πλησιάζει, οι άνδρες που πίνουν τσάι και οι γυναίκες που απλώνουν τα ρούχα τρέχουν να το αποφύγουν, μαζεύοντας στα γρήγορα τα υπάρχοντα τους.

Ο Αζίζ, ένα μικρό ορφανό παιδί, όταν βλέπει το πράσινο φως να ανάβει, τρέχει με τη σφυρίχτρα του κατά μήκος των γραμμών και ειδοποιεί τους κατοίκους να μαζέψουν τα πράγματα τους και να μπουν στα σπίτια τους. Ό,τι δεν προλαβαίνουν να μαζέψουν και τα παρασύρει το τρένο, ο Νουρλάν τα συγκεντρώνει στο τέλος της διαδρομής: Φτερά κοτόπουλων, παιδικές μπάλες, ακόμα και σεντόνια, που τα οποία χρήσιμα τα παραδίδει ο ίδιος στους κατόχους τους.

Την τελευταία μέρα πριν τη συνταξιοδότησή του, ο μηχανοδηγός βρίσκει σκαλωμένο στο τρένο ένα κάπως ιδιαίτερο σουβενίρ: ένα δαντελωτό, γαλάζιο σουτιέν. Η σκέψη του σουτιέν αναστατώνει τον Νουρλάν που πια δεν μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια. Η απέραντη μοναξιά του τον οδηγεί να επιστρέψει στη γειτονιά και να αναζητήσει την ιδιοκτήτρια του στηθόδεσμου, χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα για να πλησιάσει τις κυρίες των διαφόρων ηλικιών.

Η ταινία είναι βωβή μηδέ άηχη. Δεν έχει διαλόγους, διατηρώντας παράλληλα όλους τους φυσικούς ήχους που περιβάλλουν την ιστορία. Κατά βάση η ταινία του 51χρονου Γερμανού σκηνοθέτη  Βάιτ Χέλμερ διαθέτει μια γοητεία, καθώς το κάθε τι που συμβαίνει στα 90 λεπτά προβολής διεκπεραιώνεται σιωπηλά με έμφαση στην σωματική κίνηση και τις γκριμάτσες, όσο αφορά την ερμηνευτική του θέματος.

Με συναίσθημα, χιούμορ, αλλά και βαθιά πίκρα, ο Σέρβος ηθοποιός Μίκι Μανόλοβιτς, γνωστός από τις ταινίες του Εμίρ Κουστουρίτσα («Underground» και «Άσπρο Γάτος Μαύρος Γάτος»), στον ρόλο του μηχανοδηγού Νουρλάν αγκαλιάζει καταλυτικά το βλέμμα του θεατή, δίνοντας μια πνοή ζωής στις κινηματογραφικές φόρμες του Ζακ Τατί. Δεν είναι, βέβαια, ο Ιλό, αλλά ο ευσυνείδητος μηχανοδηγός που βιώνει απέραντα την μοναξιά, ψάχνοντας να βρει την συντροφικότητα και την αγάπη στην ξεκούραστη σκιά μιας γυναίκας, ενώ τα χρόνια και η προχωρημένη ηλικία έχουν νικήσει τον ζήλο. Υπ΄ όψιν, ότι στο σενάριο, παρά τον «πικάντικο» τίτλο της ταινίας «Το Σουτιέν» δεν υπάρχει ίχνος χυδαιότητας και σεξουαλικών στιγμών, αλλά μόνο ερωτισμό.   

Η μαγευτική φωτογραφία του Φελίξ Λίμπεργκ, η υπέροχη μουσική του Σιρίλ Μοράν, αντικαθιστούν την ανθρωπολαλιά, φτιάχνοντας ο Βάιτ Χέλμερ, πάντα στο δικό του σύμπαν, μια διαφορετική ταινία, ποιητική, ατμοσφαιρική, σκερτσόζικη, ολίγον παραμυθένια και γόνιμα μελαγχολική.       

«Ο Παραλίας»

(The Beach Bum)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Χάρμονι Κορίν
  • Με τους: Μάθιου ΜακΚόναχι, Σνουπ Ντογκ, Ζακ Εφρον, Άιλα Φίσερ, Τζίμι Μπάφετ
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Odeon

Ο ξεπεσμένος ποιητής Μούντογκ (Μάθιου ΜακΚόνεχι – βολεμένος και ρόλος με πατήματα για τον υπέροχο ηθοποιό), που ζει πλέον ανάμεσα σε ποτάμια αλκοόλ, σύννεφα καπνού χασισιού και τα μαλακά μαξιλάρια της πλούσιας γυναίκας του (Άιλα Φίσερ) στο Μαϊάμι, χάνει την γυναίκα του σε αυτοκινητικό ατύχημα ενώ είναι «κομμάτια» και οι δυο τους από την ντρόγκα και το πιώμα.  

Η διαθήκη της πλούσιας αναφέρει πως η μισή περιουσία της θα περάσει στον Μούντογκ, μόνο, εάν και εφόσον στρωθεί να ξαναγράψει μια μεγαλειώδη ποιητική ανθολογία, ενώ η άλλη μισή μεταφέρεται στα χέρια της κόρης του. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο ασυμβίβαστος ποιητής θα βρεθεί άστεγος και θα πρέπει να τελειώσει το βιβλίο του ώστε να αντιμετωπίσει την οικονομική καταστροφή.

Σε αυτό το ταξίδι έμπνευσης θα τον βοηθήσουν οι φίλοι του: ένας πυρομανής (Ζακ Έφρον), ένας καπετάνιος με εμμονή στα δελφίνια (Μάρτιν Λόρενς), ένας ευγενικός ειδήμων του χόρτου (Snoop Dogg) και ένας παγκοσμίου φήμης τραγουδιστής που έχει κάνει καριέρα με το στυλ του μποέμ τύπου (Τζίμι Μπάφετ).

Από την κορυφή έως τα νύχια ο Μάθιου ΜακΚόνεχι στον ρόλο του Μουντογκ είναι μια καρικατούρα ένα γκροτέσκο υβρίδιο μποέμ και αντικομφορμιστή, ένα λιγδερό, κινούμενο ον ενδυματολογικά απαράδεκτο, που συνεχώς γελάει, απαγγέλει στίχους τύφλα στο μεθύσι και λιώμα από την ντρόγκα. Απελπιστικά κουραστική, κινηματογραφική φόρμα «ψαγμένου» ποιητή, που τα έχει όλα γραμμένα στα παλαιότερα των υποδημάτων και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να πίνει, να μαστουρώνει και να πηδάει διάφορες, ροκανίζοντας την περιουσία της τρελάρας συζύγου του.

Στάση ζωής που δεν αγγίζει καθόλου την «καταραμένη» γενιά της αμερικανικής διανόησης, ούτε τις δικές μου προοπτικές περί πνευματικής δημιουργίας. Δεν πειραματίζεται ο ήρωας στις ουσίες και τις κραιπάλες, αλλά είναι ο σταθερός πυλώνας, η θέση της ζωής του. Είναι άκρως παρωχημένο, καθώς ο δυτικός σαμανισμός των μπίτνινγκς που μεσουράνησε στις μεταπολεμικές δεκαετίες ανήκει στο μακρινό παρελθόν. Η πνευματικότητα έχει ναδίρ και ζενίθ ακόμα και στον καλλιτεχνικό χώρο της Εσπερίας και είμαι εντελώς αντίθετος στην άποψη, ότι μεγάλα αριστουργήματα γράφτηκαν υπό του καθεστώτος τριπαρίσματος και μαστούρας.

Ο Μούντογκ είναι το ημίαιμο τέκνο του Μπουκόσφσκι με την απόλυτη παρακμή, έχοντας ως μαιευτήρα τον «dude» Λεμπόφσκι και νονό τον Λένι τον Βρομόστομο. Ο 46χρονος, Καλιφορνέζος σκηνοθέτης Χάρμονι Κορίν, που μέχρι σήμερα δεν έχει προσφέρει απολύτως τίποτα το ενδιαφέρον φιλμικά, παρά μόνο βίντεο κλιπς, καταθέτει μια επιφανειακή, stone ταινία δίχως σεναριακές σταθερές, εξυμνώντας, επίσης, άνοα τις όποιες διατάσεις πνευματικής δημιουργίας, που προέρχονται από την χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών. Μόνο οι όχθες της καφρίλας και της βαρβαρίλας είναι ορατές σε αυτή την ταινία, άντε και ο ήλιος του χλιδάτου Μαϊάμι.