fbpx

banner αεροδρομίου

«Παγωμένος Λίαμ Νίσον και ασιατικό σινεμά», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ο ερασιτεχνισμός σε αυτή την χώρα, τελικά, είναι το μπαϊράκι της μεγαλειώδους πτώσης μας. Μην παραξενεύεστε καθόλου. Και η κάθοδος ενός κράτους στα ερέβη έχει την σημαία της. Το δικό μας είναι ο γυαλιστερός, ξεβράκωτος αμπλαούμπλας με τα γουρλωτά, από έκπληξη, μάτια και την γλώσσα έξω κάπως χλευαστικά.

Ταινία με Χρυσή Σφαίρα στολισμένη, φουλ βραβεία παντού, 10 οσκαρικές υποψηφιότητες, κατασκευαστικά χρεωμένη σε σύγχρονο Έλληνα δημιουργό, σούπερ ντούπερ καστ και μια κουστωδία από άρθρα ύμνους, διθυράμβους να βοά η οικουμένη όλη και να δημιουργείται τέτοιο μπάχαλο στην δική μας διανομή; Πού (;)… μα, στην γενέτειρα χώρα του σκηνοθέτη, διάολε! Είναι δυνατόν; Οι όποιες υποδείξεις κατόπιν εορτής είναι εντελώς άσφαιρες και φυσικά όσες κι αν γράψεις θα είναι ακόμα μια σταγόνα στον ωκεανό της ανοησίας.

Στην εποχή του εκμαυλισμού και του τεχνολογικού φασισμού, όπου τα πάντα έχουν διάρκεια ζωής ελάχιστων δευτερολέπτων και οι ημερομηνίες λήξεως έχουν φθίνουσα πορεία, εκεί που η όποια πνευματική δημιουργία μεταμορφώνεται στο πιτς φιτίλι σε μαλλιαρό τόπι από το ψηφιακό κλοτσοσκούφι, εμείς λοιπόν, η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, αντί να προστατεύσουμε το εξαιρετικό, το στήνουμε στον τοίχο και από τα τρία μέτρα δολοφονούμε κάθε τι, που πιθανώς να ανεβάσει ένα κλικ πιο πάνω από το μηδέν το πατριωτικό θερμόμετρο μέσα μας.

Να ξεκαθαρίσουμε όμως γράφοντας, πως είναι εντελώς διαφορετικό το «δολοφονώ» από το «σκοτώνω». Στο πρώτο υπάρχει ο δόλος, το σχέδιο ενώ στο δεύτερο, απλά, είναι η μετάβαση από το φως της ζωής στο σκότος του θανάτου σε στιγμές άμυνας, όταν κινδυνεύει η σωματική σου ακεραιότητα ή η πατρίδα σου, η οικογένεια σου ή η ίδια η ζωή σου. Εμείς όμως «δολοφονούμε». Γιατί όμως; Γιατί η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου έτυχε τέτοιας μεταχείρισης από την Ελλάδα; Αν όχι οι πρώτοι, τουλάχιστον από τους πρώτους έπρεπε να είμαστε στην παγκόσμια διανομή και αντ΄ αυτού γίναμε ουραγοί, ο τελευταίος τροχός της άμαξας σε ένα θέμα που μας αφορά, έστω ως κοινή πατρίδα με τον Έλληνα δημιουργό.

Η ταινία, «Η Ευνοούμενη», ενώ ήταν προγραμματισμένη να προβληθεί στην χώρα μας, αρχικά στις 3 Ιανουαρίου, ω του θαύματος «φτερούγισε» για την 7η Φεβρουαρίου. Ω μυστήριο, τρανό και άλυτο, που καμιά εξήγηση σοβαρού επιπέδου δεν δόθηκε από την εταιρεία διανομής. Τελικά, με πιέσεις και συναδέλφους που έβαλαν τις φωνές και ο ταινιακός προγραμματισμός εισέπραξε το κράξιμο της αρκούδας, όπως λένε, στις 31 Ιανουαρίου, δηλαδή, την περασμένη εβδομάδα, βγήκε η ταινία, άκουσον άκουσον, σε δυο αθηναϊκές αίθουσες ως preview screenings και η ελληνική περιφέρεια να κοιτάει σαν χαζή την άκυρη κίνηση, ψιθυρίζοντας δίκαια: «μα καλά, εμείς είμαστε χωριάτες και παρακατιανοί;» Τα νταουνλοντάδικα στο ιντέρνετ δε, κινούνται με ταχύτητα σίφουνα και «Η Ευνοούμενη» το τελευταίο δεκαήμερο φορτώνεται στις σπιτικές οθόνες λες και είναι γαλέτα σε περίοδο εκστρατείας. Τέτοιο χάλι και ρεζιλίκι!

Προσέξτε τώρα το μέγεθος της υποκρισίας και της πολιτικής μισαλλοδοξίας. Ενεργοποιώ αμέσως την μνήμη και σας υπενθυμίζω ένα κινηματογραφικό περιστατικό ακριβώς προ 15ετίας.

Την ημέρα της πρεμιέρας στην Ελλάδα του πρώτου μέρους της τριλογίας του αείμνηστου σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το Λιβάδι που Δακρύζει» στις 12 Φεβρουαρίου 2004 (Πρωθυπουργός ο Κων/νος Σημίτης και υπουργός Πολιτισμού ο Ευάγγελος Βενιζέλος)  με παράλληλη προβολή στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ του Βερολίνου (οπού συμμετείχε η ταινία και τίποτα δεν πήρε), υπήρξε απευθείας σύνδεση, μέσω δορυφόρου με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στο Βερολίνο (άκουσον!) Το κοινό της πρεμιέρας στην Αθήνα, την Θεσσαλονίκη και την Πάτρα παρακολούθησε, – δώστε προσοχή – σε απευθείας μετάδοση τον χαιρετισμό του σκηνοθέτη από την γερμανική πρωτεύουσα. Ένα χαιρετισμό που προλόγισε, μάλιστα, ο τότε υπουργός Πολιτισμού. Ε ρε, χλιδή και μεγαλεία για τον Έλληνα Σκηνοθέτη!!! Άλλο όμως είναι ο Γιώργος Λάνθιμος της αλλοδαπής, κι άλλο ήταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος της ημεδαπής, Κρόνιας Ελλάδας, της χώρας με την μια και μοναδική ταχύτητα στο σασμάν της προόδου… της όπισθεν.  

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία, Νορβηγία, ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Χανς Πέτερ Μόλαντ
  • Με τους: Λίαμ Νίσον, Τομ Μπέιτμαν, Τομ Τζάκσον, Γουίλιαμ Φόρσαιθ, Έμι Ρόσουμ
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Spentzos Films

Ακόμα μια ταινία, αυτή την φορά από την παγωμένη, βόρεια Ευρώπη, που πήρε το «εισιτηριάκι» για την αντιπέρα όχθη του Ατλαντικού και από την χιονισμένη, ορεινή Νορβηγία κατέληξε στο, επίσης, χιονοσκεπασμένο Κίχο του Κολοράντο.

Οι διαφορές εδώ όμως είναι άκρως σημαντικές από τα υπόλοιπα, γνωστά εξαμερικανισμένα ριμέικ. Πρώτον, ότι ο εξαιρετικός, Νορβηγός σκηνοθέτης Χανς Πέτερ Μόλαντ, που έγινε γνωστός στο κινηματογραφόφιλο κοινό από την πικρόχολη περιπέτεια «Με Σειρά Εξαφάνισης» του 2014, πήρε την ταινία του και με το διασκευασμένο σενάριο του Αμερικανού Φρανκ Μπόλντουιν την ρολάρισε στο Χόλιγουντ, σκηνοθετώντας ο ίδιος το ριμέικ.

Την θέση του ερασιτέχνη, εκδικητή Στέλαν Σκάσγκαρντ (υπέροχος) αναλαμβάνει ο χειμαρρώδης και άκαμπτος, επίσης, πανύψηλος Λίαμ Νίσον, ο οποίος τα πάει μια χαρά. Ο Μπόλντουιν στο σενάριο επιδίδεται σε κάποιες αναγκαίες αλλαγές, που αφορούν περισσότερο την αμερικανική επικράτεια, αλλά κρατάει τον ρυθμό αφήγησης στην σκηνοθετική γραμμή του Νορβηγού Μόλαντ.

Ταινία που ανακατεύει το πικρό με το γλυκό, την περιπέτεια με την αγωνία, το χιούμορ με το δράμα, το γελοίο με το αστείο και τον Ταραντίνο με τους αδελφούς Κοέν. Ευχάριστη και η παρουσία του αγαπητού Γουίλιαμ Φόρσαιθ, ενώ ο αδέκαστος και ολίγον αδέξιος περί φόνων Λίαμ στα σένια του μετά από πολύ καιρό να τα βάζει με πανηλίθιους, δολοφονικούς μαφιόζους που φέρουν απίστευτα παρατσούκλια.

Στο Κίχο του Κολοράντο η θερμοκρασία είναι 10 βαθμοί υπό του μηδενός και ολοένα χαμηλώνει. Στο γκλαμουράτο χειμερινό θέρετρο των Βραχωδών Ορέων η τοπική Αστυνομία συνήθως δεν έχει δουλειά μέχρι την ημέρα που ο γιος του Νελς Λίμα Νίσον – καλός), ενός ταπεινού οδηγού εκχιονιστικού μηχανήματος του δήμου και βραβευμένου από την κοινότητα, δολοφονείται ύστερα από εντολή του «Βίκινγκ», του τοπικού ναρκο-βαρόνου.

Οργισμένος και εξοπλισμένος με τα βαριά μηχανήματα, ο Νελς αποφασίζει να εξολοθρεύσει το καρτέλ ξεπαστρεύοντας ένα, ένα τα μέλη του, αλλά το μόνο που γνωρίζει από φόνους είναι ό,τι έχει διαβάσει στα αστυνομικά μυθιστορήματα.

Καθώς τα πτώματα στοιβάζονται, σφοδρός πόλεμος ξεσπά μεταξύ του ναρκο-βαρόνου και του αρχιμαφιόζου «Γουάιτ Μπουλ» και οι πλαγιές της μικρής πόλης από ολόλευκες βάφονται κόκκινες.

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Ιράν (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ραμτίν Λαβαφιπούρ
  • Με τους: Αμίρ Τζαντιντί, Παρινάζ Ιζαντιάρ, Σαμπέλ Αμπάρ
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Ama Films

Η μεγάλη του Ιράν κινηματογραφική σχολή, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος αυτής της ταινίας, δηλαδή, η σχολή του Ιρανού σκηνοθέτη Ασγκάρ Φαραντί για να είμαστε πιο σαφείς. Ο 43χρονος  δημιουργός της ταινίας, Ραμτίν Λαβαφιπούρ γεννημένος στο Ιράν και στην τρίτη μεγάλη μήκους του περίτρανα επιβεβαιώνει, πως είναι ένα γνήσιο τέκνο της φαραντιανής εκπαίδευσης και δεν το κρύβει άλλωστε. Κολάσιμες ομοιότητες και ίδιος τρόπος «γραφής» με το σινεμά του βραβευμένου συμπατριώτη του.

Στόρι που περιορίζεται επίμονα στον χώρο ενός αυτοκίνητου (το μικρότερο σε διάρκεια χρόνου) και σε ένα σπίτι με φόντο έναν ποδοσφαιρικό αγώνα που προβάλει απευθείας η τηλεόραση (το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας). Οι γνωστές «μάχες» ανάμεσα σε τέσσερις νέους ανθρώπους (δυο γυναίκες και δυο άνδρες) και κέντρο βάρους τις σύγχρονες, μαύρες τρύπες της ιρανικής, αστικής κοινωνίας. Σιγά τα ωά και μάλιστα αρκετά επιπόλαια κτυπημένα για να γίνει σωστή η ομελέτα.

Σενάριο που δεν λειτουργεί δελεαστικά, βασανιστικά φλύαρο, πλήθος κενών και αναπάντητων ερωτημάτων στα δρώμενα, έωλα μηνύματα, με καλούτσικες ερμηνείες και βασιλεύουσα, η κινηματογραφο-θεατρική κάμερα, από δωμάτιο σε δωμάτιο και από τοίχο σε τοίχο, όπως μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια ο ιρανικός κινηματογράφος.

Χαμηλών προσδοκιών ο Ραμτίν Λαβαφιπούρ, καθώς το έχουμε δει ξανά και ξανά το θέμα και μάλιστα πιο ολοκληρωμένο από τον πρωτομάστορα Φαραντί, οπότε μια συμπαθητική σκηνοθεσία με όμορφη φωτογραφία κλειστών χώρων από μόνα τους δεν είναι αρκετά.   

Περασμένα μεσάνυχτα και ο αστός Φαρσάντ με την έγκυο γυναίκα του επιστρέφουν από ένα πάρτι, έχοντας μαζί στο αυτοκίνητο τους τον παιδικό του φίλο και μια κοπέλα που γνώρισε πρόσφατα. Χρέη, δανεικά, κάτι οικόπεδα δίχως αξία, ένα οικονομικό αλισβερίσι και αποκαλύπτεται ότι ο Φαρσάντ είναι δεινός τζογαδόρος, που παίζει πολλά χρήματα στο ποδοσφαιρικό «στοίχημα».

 Κατά την διαδρομή κτυπάει με το αυτοκίνητο έναν άνθρωπο (που ποτέ δεν βλέπουμε), νομίζουν ότι τον σκότωσαν και για να αποφύγουν την αστυνομία μεταφέρονται σε κατάσταση ημι-πανικού στο σπίτι της κοπέλας του φίλου του Φαρσάντ. Ο τύπος όμως, δεν χολοσκάει με το ατύχημα (δεν γνωρίζουμε εάν ζει ή πέθανε ο υποτιθέμενος, κτυπημένος άνθρωπος), γιατί το μυαλό του είναι απασχολημένο στο στοίχημα, καθώς έχει ποντάρει ένα χοντρό, χρηματικό ποσό που παίζεται η υπόληψη του, ο γάμος και η φιλία του.

Στο σπίτι της κοπέλας που καταλήξανε οι τέσσερις τους και με την τηλεόραση να μεταδίδει το ματς, μπερδεμένοι και φοβισμένοι ψάχνουν για να πράξουν το σωστό. Οι αρχικές συνομιλίες για το ατύχημα αντικαθίστανται σύντομα από συζητήσεις σχετικά με κρυμμένα μυστικά.

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία: Νίκολας ΜακΚάρθι
  • Με τους: Τέιλορ Σίλινγκ, Κολμ Φιόρε, Μπρίτανι Άλεν, Ντέιβιντ Κόλσμιθ, Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ, Μπρίτανι Άλεν, Πίτερ Μούνεϊ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Odeon

Διαβασμένος σωστά στο σινεμά τρόμου ο 49χρονος, Αμερικανός Νίκολας ΜακΚάρθι στην τρίτη κατά σειρά ταινία του (Η Συμφωνία). Σενάριο με συμπαθητικές, θα μπορούσαμε να πούμε, μεταφυσικές ανατροπές και έδαφος δράσης ένα αγόρι, που μέσα του εγκαταστάθηκε η ψυχή ενός παράφρονα, κατά συρροή δολοφόνου γυναικών με ιδιαίτερη προτίμηση στα άνω άκρα των θηλυκών.

Η σκηνοθετική χαρτογράφηση, ως επί το πλείστον, είναι ένα σκοτεινό, προωθημένο copy paste, πάνω στον μέγιστο του είδους, Μάριο Μπάβα, ενώ η αγωνία κλιμακώνεται άνευ εφηβικών jump scares, καθώς το plot αφορά και το ενήλικο κοινό. Οκ, θα αναλογιστείτε εύλογα: «Ξανά μια ταινία τρόμου με σατανόπαιδο;» Δεν θα διαφωνήσω, αλλά το «Prodigy» στο είδος του μεταφυσικού – ψυχολογικού θρίλερ συντηρεί την απαραίτητη ατμόσφαιρα και είναι φιλότιμα φτιαγμένο.

Στην συγκεκριμένη παραγωγή μόνο, αυτό που δεν «κουμπώνει» σωστά είναι οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών – εκτός του πιτσιρικά Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ, που βγάζει πένα το psychο -, οι υπόλοιποι λειτουργούν σε μονοδιάστατο βηματισμό, εντελώς άνευρα με αποτέλεσμα να μην μπορείς να ταυτιστείς μαζί τους. Η Τέιλορ Σίλινγκ ως μητέρα του κατειλημμένου μικρού απλά επιπλέει στο σενάριο και δεν επιδίδεται σε ερμηνευτικά μακροβούτια στον βυθό του δράματος που την κατατρέχει, ώστε να μας πάρει μαζί της. Ενδιαφέρουσα η μουσική του Τζόζεφ Μπισάρα («Η Κατάρα» «Insidious») σε συνθέσεις με πνευστά και έγχορδα μόνο, αλλά και το μοντάζ που συντηρεί ρυθμό και ένταση.  

Την ίδια στιγμή που η αστυνομία σκοτώνει τον περιβόητο, ψυχοπαθή σίριαλ κίλερ του Οχάιο έξω από το σπίτι του, την ίδια ακριβώς στιγμή η Σάρα (Τέιλορ Σίλινγκ), φέρνει στον κόσμο τον γιό της Μάιλς (Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ).

Ο 2χρονος Μαίλς αρχίζει να φανερώνει μια ξεχωριστή για την ηλικία του ευφυΐα μέχρι που θα φτάσει στην ηλικία των οκτώ ετών, όπου θα συμβούν δυσάρεστες και βίαιες αποκαλύψεις, που αφορούν τον ψυχισμό του παιδιού. Η Σάρα αρχίζει να πιστεύει πως ο γιος της κυριεύεται από υπερφυσικές, χθόνιες δυνάμεις. Ο Μάιλς όμως έχει κυριευτεί από την ψυχή του δολοφόνου γυναικών του Οχάιο, που χρησιμοποιεί το σώμα του πιτσιρικά για δικούς του λόγους.  

Ανησυχώντας για την ασφάλεια της οικογένειάς της καλείται να διαλέξει ανάμεσα στο μητρικό ένστικτο που την προτρέπει να προστατεύσει τον Μάιλς, και την απεγνωσμένη ανάγκη της να ανακαλύψει τι έχει συμβεί. Η Σάρα θα αναζητήσει τις απαντήσεις στο παρελθόν, σε μια τρομακτική διαδρομή όπου η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αντίληψη και την πραγματικότητα θα γίνει θολή.

(The Reports on Sarah and Saleem)     

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα
  • Παραγωγή: Παλαιστίνη, Γερμανία, Ολλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μουάγιαντ Άλαγιαν
  • Με τους: Αντίμπ Σαφάντι, Σιβάν Κρέτσνερ, Ισάι Γκόλαν, Μάισα Αμπτ Ελχάντι
  • Διάρκεια: 127’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Η Σάρα είναι Ισραηλινή και έχει μία καφετέρια στη Δυτική Ιερουσαλήμ. Ο Σαλίμ είναι Παλαιστίνιος από την Ανατολική Ιερουσαλήμ και κάνει παραδόσεις σε επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη της Σάρα.

Παρόλο που ζουν σε διαφορετικούς κόσμους, η Σάρα και ο Σαλίμ διατηρούν εξωσυζυγική σχέση, ρισκάροντας έτσι την φαινομενικά ευτυχισμένη ζωή των οικογενειών τους.

Όταν μία ριψοκίνδυνη μεταμεσονύχτια συνάντησή τους πάει στραβά, ο κίνδυνος να αποκαλυφθούν όλα μεγαλώνει και οι δύο τους παρακολουθούν ανήμποροι, ενώ οι απελπισμένες προσπάθειές τους να σώσουν ό, τι έχει μείνει από τις ζωές τους, κάνουν τα πράγματα ακόμη χειρότερα.

Εγκλωβισμένοι ανάμεσα στον αμείλικτο κατοχικό μηχανισμό και τις κοινωνικοπολιτικές πιέσεις, ο Σαλίμ και η Σάρα βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα πλέγμα εξαπάτησης και παρανοήσεων, που ούτε η αλήθεια δεν μπορεί να σταματήσει την εξάπλωσή του.

Τρία χρόνια μετά την πρεμιέρα της μαύρης κωμωδίας του «Love, Theft and Other Entaglements» στο φεστιβάλ του Βερολίνου, ο Μουάγιαντ Άλαγιαν επιστρέφει με μια ιστορία που κρύβει στον πυρήνα της απαγορευμένες επιθυμίες, μυστικά και ψέματα. «Αρχικά ήθελα να κάνω το σκηνοθετικό μου ντεμπούτο με την ιστορία αυτή», εξηγεί ο Άλαγιαν. «Μου αρέσουν οι ανατροπές της ζωής. Μου αρέσει να ακούω για την ριζοσπαστική πλευρά της ζωής, το αναπάντεχο, το απρόοπτο. Πώς οι ζωές αλλάζουν για πάντα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου, το πώς αντιδρούν οι άνθρωποι όταν το δευτερόλεπτο αυτό περάσει και αντιμετωπίζουν ό, τι έρχεται μετά. Είναι τόσο μικρή η απόσταση που σε χωρίζει από την καταστροφή. Αυτή είναι η Ιερουσαλήμ που γνωρίζω εγώ».

«Θέλουμε να κάνουμε ταινίες για ανθρώπους σε θέσεις και καταστάσεις που είναι μεγαλύτερες από τους ίδιους», εξηγεί ο Ράμι Άλαγιαν, αδελφός του Μουάγιαντ, ο οποίος υπογράφει το σενάριο της ταινίας. «Άνθρωποι που δεν έχουν τα εργαλεία να αντιμετωπίσουν τις καταστροφές της ζωής. Μας ενδιαφέρουν οι ιστορίες για το πώς τα καταφέρνεις, πώς ξεπερνάς τα εμπόδια αυτά».

Έχοντας δουλέψει χρόνια πάνω στην ιστορία, τα δύο αδέλφια επανήλθαν σε αυτήν μετά την επιτυχία της πρώτης τους ταινίας. «Όταν επιστρέψαμε στο σενάριο», εξηγεί ο Μουάγιαντ Άλαγιαν, «συζητήσαμε επί μακρόν για τις διάφορες δομές και οπτικές γωνίες από τις οποίες θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε την ιστορία. Δεν περίμενα την πρόταση του Ράμι να βάλουμε και τους τέσσερις χαρακτήρες στο κέντρο της ιστορίας, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι είχε δίκιο: το περίπλοκο υπόβαθρο των χαρακτήρων είναι βασικό για να τους καταλάβουμε, χωρίς αυτό δεν θα μπορέσουμε να συλλάβουμε τον χαρακτήρα της Ιερουσαλήμ και την αίσθηση των διχασμένων κοινωνικών και πολιτικών πτυχών της».

 

  • Είδος: Animation μεταγλωττισμένο στα Ελληνικά
  • Παραγωγή: Ουκρανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Όλε Μαλαμούτζ
  • Οι φωνές των: Παύλου Πιέρρου, Πηνελόπη Σκαλκώτου, Γιώργου Σκουφή, Νίκου Παπαδόπουλου, Δημήτρη Μάριζα, Θανάση Κουρλαμπά, Άρη Γεροντάκη, Βασίλη Μήλιου, Άλκη Ζερβού, Παναγιώτη Τσακαλάκου, Μαρία Ζερβού
  • Διάρκεια: 85’
  • Διανομή: Neo Films

Η ιστορία διαδραματίζεται την εποχή των γενναίων ιπποτών, των πανέμορφων πριγκιπισσών και των πολεμιστών μάγων. Ο Ρούσλαν, ένας περιπλανώμενος καλλιτέχνης που ονειρεύεται να γίνει κάποτε ιππότης, συναντά την όμορφη Μίλα και την ερωτεύεται πριν συνειδητοποιήσει ότι είναι η κόρη του Βασιλιά.

 Ωστόσο, η αγάπη τους δεν θα προλάβει να ανθίσει καθώς ο Τσόρνομορ, ο κακός μάγος, κλέβει τη Μίλα μπροστά από τα έκπληκτα μάτια του Ρούσλαν και προσπαθεί να απομυζήσει την αγάπη της για να τροφοδοτήσει τη μαγεία του.

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Ρούσλαν ξεκινάει μια επική περιπέτεια ώστε να σώσει την κλεμμένη πριγκίπισσα και να αποδείξει ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από τη μαγεία.

Η Μίλα είναι η κόρη του Βασιλιά και σε όλη της τη ζωή έχει βιώσει τον κόσμο μόνο μέσω της τεράστιας συλλογής βιβλίων της.

Είναι γεμάτη αυτοεκτίμηση και πανέξυπνη, και δεν μπορεί να φανταστεί μια ζωή που θα προκύψει από προξενιό, με αποτέλεσμα να επαναστατεί κατά του άγριου και αδυσώπητου πατέρα της. Μόνο όταν η αληθινή αγάπη τής χτυπά την πόρτα, αρχίζει να ονειρεύεται τη ζωή που ήταν γραφτό να ζήσει – πάντα όμως σύμφωνα με τους δικούς της όρους.

Ο Ρούσλαν είναι ένας φτωχός περιπλανώμενος βάρδος που όλα τα υπάρχοντά του χωρούν σε μια χειράμαξα καθώς εκείνος ταξιδεύει και δίνει παραστάσεις από πόλη σε πόλη.

Συχνά, καθώς διασκεδάζει τους πολίτες, υποδύεται γενναίους χαρακτήρες και ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά τους στην προσωπικότητά του. Ο Ρούσλαν έχει έντονα ανεπτυγμένο το αίσθημα της ηθικής και του δικαίου και πολλές φορές προσπαθεί να σώσει τους υπόλοιπους συνάδελφους καλλιτέχνες από δύσκολες καταστάσεις.

Ο Τσόρνομορ κρύβεται σε ένα πελώριο κάστρο κρυμμένο στα βάθη της Γουόντερλαντ, ένα μέρος στο οποίο μπορείς να φτάσεις μόνο μέσω μιας μυστικής πύλης.

Μία από τις αδυναμίες του είναι ότι χρειάζεται να αναπληρώσει τις μαγικές του δυνάμεις με τρόπους που δεν είναι πάντα εύκολο να αποκτηθούν. Για το σκοπό αυτό, απαγάγει δεσποσύνες και κλέβει τη ζωτική τους ενέργεια μέσω μιας δραματικής τελετής που τις μεταμορφώνει σε πέτρα.

Προβάλλονται επίσης:

Το πρώτο ευρωπαϊκό computer screen movie, που κέρδισε το βραβείο νεότητας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης «Scopophilia» της Ναταλίας Λαμπροπούλου και της Ηλέκτρας Αγγελετοπούλου.