fbpx

Πέτρος Κυρίμης, συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…όσο σκληρή κι αν είναι η μνήμη, είναι το μοναδικό που έχουμε και κανένας δεν μπορεί να μας το πάρει»

Ο Πέτρος Κυρίμης γεννήθηκε στο Μοσχάτο στις 12 Ιανουαρίου του 1945. Σπούδασε σκηνοθεσία τηλεόρασης και φωτογραφία, αλλά δεν ασχολήθηκε ποτέ επαγγελματικά με αυτά. Το διάστημα 1982 – 1985 διετέλεσε Διευθυντής παραγωγής στη δισκογραφική εταιρεία Ιντερσάουντ. Από το 1985 μέχρι το 2000 έζησε στη Γερμανία, στην πόλη του Ντίσελντορφ, όπου εργάστηκε για τρία χρόνια ως Διευθυντής προγράμματος στο Πανευρωπαϊκό Ελληνικό ραδιόφωνο «Το πρώτο».

Επίσης εργάστηκε ως αρχισυντάκτης της εφημερίδας Ταχυδρόμος, η οποία διανέμεται σε όλη τη Γερμανία. Από το 2006 έως το 2008 αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «Πρώτο Θέμα».

Άρχισε να γράφει από πολύ νέος· στίχους για τραγούδια και ποίηση και, αργότερα, διηγήματα, θέατρο για παιδιά, νουβέλες, μυθιστορήματα. Έγραψε επίσης σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Το 1998 κυκλοφόρησε με επιτυχία από τις εκδόσεις Καστανιώτη η νουβέλα «Η καρδιά του κότσυφα». «Η καρδιά του κότσυφα» μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στα γερμανικά με οικονομική ενίσχυση του υπουργείου Πολιτισμού, ως ένα από τα καλύτερα βιβλία των μεταναστών συγγραφέων.

Το τραγούδι του «Σαν άδειο τρένο η καρδιά μου» διακρίθηκε στο 21ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1982. Ο ίδιος τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Βούπερταλ για ξεχωριστή προσφορά στον χώρο της τέχνης στη Γερμανία. Σήμερα ζει μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας

Θα ήταν υπερβολικό να  χαρακτήριζα το βιβλίο σας «Κάποτε στον Πειραιά» μια σύγχρονη ελληνική τραγωδία;

Ναι, είναι μια σύγχρονη νεοελληνική τραγωδία. Χρόνος και Μοίρες την συνθέτουν.

Στις 275 σελίδες του ο πόνος, η αδικία, οι σκληρές συνθήκες της εποχής –τέλη- του 50 -στον Πειραιά παίζουν ρόλο κυρίαρχο Όμως η Μοίρα «κερδίζει» σε όλα τα επίπεδα, είναι η αφέντρα η μοναδική;

Είναι και ο χρόνος. «… εγώ ο χρόνος ο συνακόλουθος της μοίρας και συνεργός. Αθώος αθώος και ένοχος…» όσο για την μοίρα τελικά δεν κερδίζει σε όλα τα επίπεδα. Ο έρωτας στο τέλος νικάει.

Μας μεταφέρετε στις γειτονιές του Πειραιά, τις άγριες, σαν αυτή της Τρούμπας, που οι περισσότεροι εξ ημών, ως θρυλικές ή κινηματογραφικές: «Τα κόκκινα φανάρια», τις έχουμε έχουμε στο μυαλό μας  Εσείς αληθεύει ότι ζήσατε ακριβώς εκεί;

Ναι. Είχα την τύχη να ζήσω τον Πειραιά τού τότε. Η γειτονιά μου πάνω από την Τρούμπα δυο δρόμους. Περιοχή Βρυώνη. Όμως ο Πειραιάς δεν ήταν μόνο η Τρούμπα. Ήταν και το Πασαλιμάνι, η Φρεαττύδα, η Πειραϊκή, ο καραγκιοζοπαίχτης Χαρίδημος, ο Ολυμπιακός. Οι γειτονιές και οι παρέες. Καμιά σχέση με τα «Κόκκινα Φανάρια».

Και πως ήταν, με δυο- λόγια ει δυνατόν, η γειτονιά αυτή στην πραγματικότητα;

Ένας μικρόκοσμος που περίσσευε το παιχνίδι μέχρι αργά τις νύχτες με το φως των δρόμων για μας τα παιδιά και για τους μεγάλους δεν περίσσευε το μεροκάματο. Όμως πάντα η χαρά για όλους καθώς και το πένθος.

Πέντε αγόρια μεγαλώνουν στις φτωχογειτονιές του Λιμανιού παιδιά ενός κατώτατου Θεού. Όμως όλα, μα όλα τους, ακόμα και ο Βασιλάκης ο Μυταράς που γίνεται μπάτσος, κόντρα στις συνθήκες έχουν μια καρδιά μάλαμα. Λίγο ουτοπικό δεν είναι όλο αυτό, λίγο μη πραγματικό;

Όχι, καθόλου ουτοπικό. Η ζωή μας τότε ήταν στα μέτρα της καρδιάς. Στα μέτρα του ανθρώπου. Δεν νομίζω ότι κάποιος από εμάς τότε ένοιωθε παιδί κατώτατου θεού. Δεν κάναμε συγκρίσεις. Φτωχά και πιο πλούσια παιδιά κάναμε παρέα.

Εποχές άνυδρες, φτώχειας, ανέχειας, ορφάνιας, ξενιτεμού αυτές που περιγράφετε. Όμως τα τρυφερά αίσθήματα κυριαρχούν. Η  τσατσά στο μπουρδέλο φέρεται καλύτερα κι από μάνα, ένα από τα παιδιά, ο  Νάσος, κρεμιέται από  έναν-τραγικό, απελπισμένο έρωτα Αναρωτιέμαι συμβιβάζονται όλα αυτά, τα ακραία;

Μπορεί να υπήρχε φτώχια και ανέχεια. Μα καμιά σχέση με τη σημερινή. Μοιραζόμασταν το φαγητό, και τα ρούχα μας. Τα μπουρδέλα και η Τρούμπα ήταν φιλικά για μας και παρ’ όλη την απαγόρευση βρίσκαμε τρόπους να κάνουμε καθημερινές επισκέψεις.

Τώρα που γυρίσατε στην δεύτερη σας πατρίδα την Γερμανία τους σκέπτεστε καθόλου τους ήρωες σας; Γιατί φαίνεται ότι πολύ τους αγαπήσατε, «μιλώντας» για τη ζωή τους, έτσι δεν είναι κ Κυρίμη;

Τους ήρωες μου δεν τους γνώρισα καθώς έγραφα το βιβλίο. Τους κουβαλούσα και θα τους κουβαλάω πάντα, όσο σκληρή κι αν είναι η μνήμη, είναι το μοναδικό που έχουμε και κανένας δεν μπορεί να μας το πάρει.

Και μετά τον «κινηματογραφικό» Πειραιά σας, τι θα ακολουθήσει;

Το φθινόπωρο θα βγει μια μεγάλη συλλογή διηγημάτων και τον επόμενο χρόνο ένα μυθιστόρημα που έχω έτοιμο «Η Νύχτα Μέσα στον Ήλιο».