fbpx

Ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος, συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

 

 

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Ωραίο πράγμα να είσαι δεκαεφτά χρονών! Γιατί, ακόμα κι αν δεν μπορείς να κάνεις δικό σου όλο τον κόσμο, τουλάχιστον νομίζεις ότι μπορείς να τον βάλεις κάτω από τα σκέλια σου…»

Ο Κώστας Ακρίβος γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1958 στις Γλαφυρές Μαγνησίας. Σπούδασε Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων. Το 1983 διορίστηκε στο Λύκειο Ανδρίτσαινας και μέχρι σήμερα εργάζεται στη δημόσια εκπαίδευση ως φιλόλογος. Το 1985 κέρδισε με μια σύντομη ιστορία το 1ο βραβείο για νέους συγγραφείς σε διαγωνισμό της εφημερίδας Τα Νέα. Από τότε έχει συγγράψει πολλές ιστορίες, βιογραφίες, μυθιστορήματα και βιβλία για το λύκειο.

Τον Νοέμβριο του 2012 εκδίδεται το μυθιστόρημά του «Ποιος θυμάται τον Αλφόνς». Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων στην οποία διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. κατά τη διετία 2001-2003. Στο εκδοτικό του έργο περιλαμβάνονται αφηγηματικά βιβλία, ανθολογίες, συμμετοχές σε διάφορα συλλογικά έργα, ενώ πήρε μέρος στη συγγραφή σχολικών εγχειριδίων.

Αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο για θέματα βιβλίου και πνευματικής παραγωγής. Συνεργάστηκε με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) στα προγράμματα Συγγραφείς στα Σχολεία και Λέσχες Ανάγνωσης.

Δεν ήταν δικό σας το βίωμα του άτεγκτου θρησκευτικού οικοτροφείου στον Βόλο τη δεκαετία του ’70, έτσι δεν είναι κ. Ακρίβο; Και τι σας ώθησε να γράψετε τη γλυκόπικρη, σκληρή αυτή ιστορία, τη συγκεκριμένη στιγμή;

Από πολλούς η δεκαετία του ΄70 θεωρείται άνυδρη λογοτεχνικά. Αν εξαιρέσουμε το σημαντικό γεγονός της μεταπολίτευσης, χάρη και εξαιτίας της εξέγερσης στο Πολυτεχνείο, δεν υπάρχουν άλλα γεγονότα και συμβάντα που να είναι σε θέση να πυροδοτήσουν τη φαντασία που θα οδηγήσει στη μυθοπλαστική ανάπλασή τους. Στέγνα και ξεραΐλα. Ωστόσο και σ’ αυτά τα χρόνια έζησαν και ονειρεύτηκαν έφηβοι, πόνεσαν συνειδήσεις, αγωνίστηκαν βιοπαλαιστές, γιγαντώθηκαν προσωπικά και οικογενειακά πάθη. Η δική μου εφηβεία συμπίπτει μ’ αυτά τα χρόνια, άρα και με τις ηλικίες των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος. Από τη σκοπιά του σημερινού ενήλικα θέλησα να δω και να θυμηθώ τον έφηβο «προπάτορά» μου: ποιος ήμουν, πώς σκεφτόμουν, ποια όνειρα και σχέδια έκανα τότε, εάν δικαιώθηκαν και σε ποιο βαθμό στα χρόνια που προστέθηκαν αργότερα στις πλάτες μου. Αν σ’ αυτό το πλαίσιο προσθέσει κανείς και τον δικό μου εγκλεισμό σε οικοτροφείο την περίοδο των γυμνασιακών χρόνων, τότε καταλαβαίνετε πως το στοίχημα γίνεται αμέσως διπλό.

Τα φιλαράκια που πρωταγωνιστούν στο «Γάλα Μαγνησίας» είναι πρόσωπα υπαρκτά δικά σας; Γιατί τόσο αληθινά μοιάζουν;

Βασική φροντίδα και έγνοια κάθε πεζογράφου είναι οι χαρακτήρες του βιβλίου του να αναδίδουν οσμή και άρωμα ζωής. Να μην είναι καρικατούρες και ανδρείκελα, μα να μιλούν στον αναγνώστη σαν να είναι υπαρκτές φυσιογνωμίες που λειτουργούν με όλες τους τις αισθήσεις. Τα τέσσερα βασικά πρόσωπα στο βιβλίο, όπως θέλω να πιστεύω και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, δεν είναι ξεκομμένοι από την πραγματικότητα, είτε την ατομική είτε την κοινωνική. Η δράση τους, τα λόγια και οι πράξεις τους φρόντισα να ανταποκρίνονται στο κλίμα της εποχής και στην ιδιοσυγκρασία του χαρακτήρα τους, ακόμα κι αν πολλά από αυτά που κάνουν δεν συμβαδίζουν με το πρότυπο του καλού παιδιού και του καλού μαθητή.

Νεανικές ανησυχίες, κορίτσια απονήρευτα, φιλιά στη ζούλα, τσιγαράκια στα κλεφτά, κοπάνες… Πόσο απίστευτα αγνά φαίνονται όλα τούτα συγκρίνοντας με το τώρα, έτσι δεν είναι;

Δεν ξέρω αν πω ευτυχώς ή αν δυστυχώς, πάντως η μνήμη μας έχει την τάση να ωραιοποιεί το παρελθόν καθώς το ραντίζει με το άρωμα της νοσταλγίας. Λίγο πολύ όλοι οι άνθρωποι όταν επιστρέφουν νοερά στα παιδικά ή τα εφηβικά τους χρόνια, αποσιωπούν συνειδητά ή ασύνειδα τις μελανές στιγμές και τα ζόρικα συμβάντα· θέλουν να θυμούνται μονάχα τα ωραία και τα όμορφα. Είναι στη φύση του ανθρώπου μια τέτοια διαδικασία αθώωσης. Και εκείνα τα χρόνια, όπως βέβαια και τα σημερινά, έχουν τις γελαστές, έχουν όμως και τις μελανές στιγμές τους. Απλώς, καθένας και καθεμία που περνάει το κατώφλι των -ήντα νοσταλγεί με πόνο ψυχής το «γλυκό πουλί της νιότης».

Οι Πελόμα Μποκιού, ο μακαρίτης ο Βλάσης, το βερμούτ, τα σέικ, η μαυροδάφνη Πατρών… Πού τα θυμηθήκατε όλα αυτά τα γλυκά και χαμένα; Τα κουβεντιάζατε με «παιδιά» από τότε; Περάσατε ωραία κοιτάζοντας πίσω στα χρόνια που κάκιστα ονομάζονται της αθωότητας;

Η αλήθεια είναι ότι οι τέσσερις ζωηροί έφηβοι μου έκαναν πολύ καλή παρέα την ώρα που τους ζωντάνευα στο χαρτί. Κουβεντιάζαμε, γελούσαμε, ξενυχτήσαμε αρκετά βράδια, τους είπα και μου είπαν τον πόνο και τον καημό τους. Ωραίο πράγμα να είσαι δεκαεφτά χρονών! Γιατί, ακόμα κι αν δεν μπορείς να κάνεις δικό σου όλο τον κόσμο, τουλάχιστον νομίζεις ότι μπορείς να τον βάλεις κάτω από τα σκέλια σου…

«Θα χαρώ με ένα τέτοιο ενδεχόμενο [ να γίνει σενάριο το βιβλίο ]. Ωστόσο καλό θα ήταν να ρωτήσουμε και τον Ζερβή, τον Μικ, τον Μπράσκα και τον Αχιλλάκο αν δέχονται κάποιοι άλλοι να υποδυθούν τις ζωές τους»

Ένα τραγικό περιστατικό γίνεται αβάσταχτο στους ώμους της παρέας των αγοριών. Τα διαλύει. Και θέτετε το ερώτημα: Η μνήμη του καθενός μας παίζει τα δικά της παιγνίδια, εξωραΐζει πράγματα, για να τη βγάλουμε καθαρή;

Έχει μια δίδυμη αδερφή η μνήμη, τη λήθη. Άλλες φορές τα πάνε καλά οι δυο τους γιατί έχουν το ίδιο μερτικό στο «θυμάμαι», άλλες φορές όμως διαπληκτίζονται για το ποια θα πάρει το πάνω χέρι. Χρειαζόμαστε τη μνήμη, επειδή χωρίς μνήμη ο άνθρωπος θα καταντήσει ά-λογο ον, αλλά χρειαζόμαστε και τη λήθη, έστω σε μικρές δόσεις, για να αποφορτίζει κάπου κάπου τον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου, έτσι ώστε να μένει χώρος για να αποθηκεύονται και τα τωρινά συμβάντα.

Ξεφεύγοντας από το βιβλίο: Χρόνια διδάσκετε παιδιά σε λύκεια. Σας κάνει πιο ανοιχτόμυαλο, πιο ανεκτικό η επαφή σας με νέα άτομα;

Ανεπιφύλακτα: οπωσδήποτε! Για αυτό άλλωστε, όταν ο συγγραφέας έρχεται σε τόσο κοντινή επαφή με νέους ανθρώπους, γίνεται ένα είδος βαμπίρ: τρέφεται από το σφρίγος, τον ενθουσιασμό, την ελαφρότητα, το πηγαίο που μόνο η νεολαία είναι σε θέση να προσφέρει.

Εκτός γραπτών πώς κυλάει μια κανονική σας μέρα;

Μες στην αγία ρουτίνα της καθημερινότητας. Αλλά και προσπαθώντας να ξεκλέψω χρόνο για να απομονωθώ. Γι’ αυτό και σε καθημερινή βάση αφιερώνω μια δυο ώρες για βάδην ή για ήπια ορειβασία σε πλαγιές λόφων και βουνών.

Κλείνοντας: Το νοσταλγικό ασπρόμαυρο  εξώφυλλο δική σας επιλογής ήταν;

Έχω την τύχη τα βιβλία μου να στεγάζονται στις συγκεκριμένες εκδόσεις Αυτό σημαίνει αγάπη και φροντίδα από την πρώτη στιγμή, που το βιβλίο είναι ακόμη χειρόγραφο, έως και μετά την έκδοση και την κυκλοφορία του βιβλίου. Επομένως από κοινού με τους εκδότες, τη Βάσω και τον Νώντα Παπαγεωργίου, αλλά και την επιμελήτρια Ελένη Μπούρα, που τα βιβλία μου της οφείλουν το ευ ζην, επιλέξαμε τη φωτογραφία του σπουδαίου και αείμνηστου φωτογράφου Δημήτρη Λέτσιου, που με μεγάλη προθυμία μάς την παραχώρησε το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης όπου φιλοξενείται το αρχείο του.

Και κάτι ακόμα: Νομίζω ότι η ιστορία σας θα γινόταν ένα τέλειο σενάριο για το σινεμά. Δεν το κοιτάτε;

Θα χαρώ με ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ωστόσο καλό θα ήταν να ρωτήσουμε και τον Ζερβή, τον Μικ, τον Μπράσκα και τον Αχιλλάκο αν δέχονται κάποιοι άλλοι να υποδυθούν τις ζωές τους.

Το βιβλίο «Γάλα Μαγνησίας κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο