fbpx

banner αεροδρομίου

Ο συγγραφέας Θωμάς Σιταράς σε μια συζήτηση με την Τίνα Πανώριου

 

 

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Ο κόσμος έπρεπε να γλεντήσει και η λέξη παρέα εύρισκε τον ορισμό της»

Ο Θωµάς Σιταράς γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα από γονείς Κωνσταντινουπολίτες. Αριστούχος απόφοιτος της Λεοντείου Σχολής, σπούδασε, ως υπότροφος του Βαυαρικού Υπουργείου Παιδείας οικονοµικά και δηµοσιογραφία στο Πανεπιστήµιο του Μονάχου. Ολοκλήρωσε την πανεπιστηµιακή του εκπαίδευση µε µεταπτυχιακές σπουδές στο μάρκετινγκ, στο ίδιο πανεπιστήµιο.

Εργάστηκε στη Γερµανία, στην εταιρεία Ηλεκτρονικών Υπολογιστών «Honeywell» και περιστασιακά στο ραδιοφωνικό σταθµό «Voice of America». Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα απασχολήθηκε επί σειρά ετών ως διευθυντής μάρκετινγκ στο βιοµηχανικό όµιλο Α. Πετζετάκις και σε διάφορες άλλες, µικρότερες επιχειρήσεις. Παράλληλα, από το 1970 ασχολήθηκε µε την επαγγελµατική εκπαίδευση, ως συνιδρυτής του BCA και ως ιδρυτής του Κέντρου Διοικητικών Επιστηµών.

Στο ρόλο του εκπαιδευτή ενηλίκων έχει οργανώσει ή συµµετάσχει σε πολυάριθµα σεµινάρια Διοίκησης και Οργάνωσης, Μάρκετινγκ και Πωλήσεων σε παραγωγικές, εµπορικές και τουριστικές επιχειρήσεις, καθώς και σε Κέντρα Επαγγελµατικής Κατάρτισης. Από το 2007 είναι πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσµου Εκπαιδευτών Ενηλίκων.

Έχει συγγράψει µε συναδέλφους του τα βιβλία: «Το εµπορικό κατάστηµα στη νέα χιλιετία: Πρακτικές εφαρµογές μάρκετινγκ στο λιανεµπόριο» (Αθήνα 2000» – εκδ. Αθ. Σταµούλη), «Μάρκετινγκ τουρισµού και ποιοτική εξυπηρέτηση», (Αθήνα 2004 – εκδ. Interbooks), «Εισαγωγή στη θεωρία του τουρισµού», (Αθήνα 2008 – εκδ. Interbooks).

Σήµερα απασχολείται ως σύµβουλος επιχειρήσεων κι εκπαιδευτής ενηλίκων, ενώ είναι τακτικό µέλος της Παγκόσµιας Οµοσπονδίας Δηµοσιογράφων και Συγγραφέων Τουρισµού.

Mε μια κουβέντα, κ. Σιταρά; το βιβλίο σας είναι ένα «ντοκιμαντέρ» για την παλιά Αθήνα; Και από που εν πολλοίς αντλήσατε το υλικό σας;

 Είναι μια προσεκτική επιλογή παλιών κειμένων –κυρίως χρονογραφημάτων- που έτερπαν καθημερινά μέσα από τις σελίδες των εφημερίδων τους προγόνους μας. Για εμάς πολύτιμο λαογραφικό υλικό που μας μεταφέρει σαν σε ταινία ντοκιμαντέρ σ’ εκείνη την εποχή. Έχουν ψηφιοποιηθεί όλες οι παλιές εφημερίδες από την Βιβλιοθήκη της Βουλής αλλιώς θα ήταν πολύ δύσκολη η επεξεργασία τόσο μεγάλου υλικού. Μη ξεχνάτε ότι η περίοδος είναι μεγάλη 1834-1940 και ο αριθμός των εφημερίδων – ελλείψει άλλου επικοινωνιακού μέσου – τεράστιος.

Γράφετε κάπου: «Παρουσιάζονται ο Αθηναίος και η Αθηναία στην καθημερινή βιοπάλη, μέσα από χαρακτηριστικά για την εποχή επαγγέλματα. Τότε που η δουλειά σήμαινε»… Και αναρωτιέμαι, τι το τόσο διαφορετικό σήμαινε η εργασία τότε απ΄ ό,τι  σήμερα;

Τεράστιες οι διαφορές. Οι διάφορες επαγγελματικές συντεχνίες που τις αποκαλούσαν «ρουφέτια» είχαν την ευθύνη της αποδοχής και έγκρισης ενός νέου μέλους-μάστορα. Αυτός λοιπόν έπρεπε να ξεκινήσει από μικρή ηλικία να μαθητεύσει δίπλα σε ένα παλιό και καταξιωμένο μάστορα, που πρώτα του δίδασκε ήθος και επαγγελματική συμπεριφορά και μετά επαγγελματικές γνώσεις. Έτσι σε όλους τους χώρους είχαμε καλούς επαγγελματίες άξιους του ονόματός τους και της συντεχνίας τους. Το επάγγελμα είχε έτσι κοινωνική ταυτότητα και αποδοχή.

Παρόμοια ήταν η εικόνα στους υπαλλήλους –του Δημοσίου και του Ιδιωτικού χώρου- και τους άλλους εργαζόμενους. Η εργασία είχε μια πολύ διαφορετική αξία για τους «παλιούς.

Τα ίδια τ’ αφεντικά έδιναν το παράδειγμα. Πρώτοι έφταναν στα μαγαζιά τους και τελευταίοι έφευγαν. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις είχαν οικογενειακές και φιλικές σχέσεις με τους συνεργάτες τους, συμπληρώνοντας με δική τους πρωτοβουλία την ανυπαρξία κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλες παροχές όπως άδειες κλπ.

Όλα είχαν ένα γούστο τότε. Τα νυφοπάζαρα έδιναν κι έπαιρναν;

Κυρίως τον 19ο αιώνα, που τα κορίτσια ήταν κλεισμένα στο σπίτι, τα συνοικέσια ήταν ο συνηθέστερος τρόπος για να φτάσει η θυγατέρα στο γάμο. Τα ήθη ήταν απόλυτα αυστηρά και η επιτήρηση γονιών και αρρένων αδελφών μεγάλη. Όσο προχωρούσε ο 20ος αιώνας και στο μέγεθος που η κοπέλα εργαζόταν όλο και πιο πολύ, άρχισε να διεκδικεί σαφώς μεγαλύτερες ελευθερίες όχι μόνο στα μπαίν-μίξτ αλλά και στον κοινωνικό περίγυρο.

Η μεγάλη βέβαια ανατροπή έγινε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή με τις προσφυγοπούλες να ανατρέπουν τα πάντα στις σχέσεις των νέων.

Τα ελεύθερα κορίτσια έγραφαν επιστολές στην άγρα του συζύγου;

Και επιστολές και κρυφά ραβασάκια και ποστ-ρεστάντ… απ’ όλα είχε ο μπαξές. Μη ξεχνάτε ότι για πολλές κοπέλες η παντρειά σήμαινε απελευθέρωση από ένα καταπιεστικό οικογενειακό περιβάλλον. Το θέμα αυτό κάθε άλλο παρά χιουμοριστικά πρέπει να το βλέπει κανείς.

Και το φαγητό έπαιζε ένα άλλο, πιο σημαντικό ρόλο στις ζωές των Αθηναίων;

Όταν μιλάμε για την Παλιά Αθήνα δεν πρέπει ν’ αγνοούμε το περιρρέον κοινωνικό σύνθημα που κατηύθυνε την καθημερινότητα των προγόνων μας. Αυτό ήταν «Κοιλιά, γυναίκες και λεφτά είναι η καλύτερη δουλειά». Και μάλιστα με τη σειρά που το γράφω! Όταν στην παραδοσιακή κρεοφαγική κουζίνα προσετέθηκαν και τα καλούδια της πολίτικης κατσαρόλας η γαστρονομία κυριολεκτικά απογειώθηκε.

Τα γλέντια ήσαν μοναδικά και κεφάτα όχι μόνο για τους πλουσίους, αλλά και για τους φτωχούς; Στηνόντουσαν χοροί και κρασάκι στο δευτερόλεπτο;

Η κεχριμπαρένια ρετσίνα και το κοκκινέλι ήταν το μυστικό τα υπόλοιπα συμπεριλαμβανομένου και του κεφιού ερχόντουσαν μετά. Ο κόσμος έπρεπε να γλεντήσει και η λέξη παρέα εύρισκε τον ορισμό της. Εξυπακούεται ότι στα τραπέζια χωρούσαν όλοι συγγενείς, φίλοι, γείτονες!

Κυρίες σε καφέ της Παλιάς Αθήνας
Παρέα στο Ζαχαροπλαστείο του Ζαχαράτου στην Πλ. Συντάγματος

«…η Παλιά Αθήνα τα είχε όλα, παρά τις όποιες δυσκολίες, απλά εμείς δεν τα μελετήσαμε όσο έπρεπε. Ίσως τότε να είμαστε καλύτερα»

Σκηνή σε καφενείο Αθηνών. Φωτό από τον ιστότοπο του Θωμά Σιταρά
Στο Πταισματοδικείο Αθηνών. Φωτό από τον ιστότοπο του Θαωμά Σιταρά

Το βιβλίο «Ξεφυλλίζοντας Παλιές Εφημερίδες: Τα Καλύτερα της Παλιάς Αθήνας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ

Ξεφεύγοντας από το βιβλίο αυτό καθεαυτό. Από άλλο εντελώς χώρο προέρχεστε εσείς του μάρκετινγκ, των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Οπότε πώς και πότε αποφασίσατε να κάνετε στροφή και να  γίνεται ένας από τους ολίγους Αθηναιογράφους;

Είναι τόσο ελκυστική αυτή η παλιά εποχή, και τόσο αρνητικά αυτά που βιώνουμε σήμερα που ψάχνουμε για καταφύγια, υγροβιότοπους και τους απολαμβάνουμε όπου τους βρούμε ανεξάρτητα ειδικότητας ή ιδιότητας.

Παράλληλα με την συγγραφή βιβλίων για το παρελθόν της πόλης, που αγαπούμε να μισούμε, διατηρείτε και ένα σχετικό ιστότοπο; Έχετε ικανή επισκεψιμότητα; Νοιάζονται κάποιοι για το παρελθόν ή το κυνήγι του επιούσιου τα έχει όλα ισοπεδώσει;

Η ιστοσελίδα μου www.paliaathina.com είναι το κρυφό μου μεράκι. Ένα είδος διαδικτυακού μουσείου για την περίοδο αυτή. Η έκφραση ικανή επισκεψιμότητα είναι σχετική διότι συνήθως στο Διαδίκτυο ευημερούν συνήθως οι αριθμοί. Μετράω περισσότερο τους Έλληνες της διασποράς και τον απίστευτα μεγάλο αριθμό χωρών –καμιά φορά άγνωστες- όπου δημιουργούν. Η συνομιλία μαζί τους δικαιώνει κάθε κόπο.

Φυσικά να μη ξεχάσω την επαφή – μιας και μιλάμε για διαδίκτυο – με  ομάδες κοινωνικής δικτύωσης που είναι πολλές και ποικίλες. Η ανταλλαγή παλιών φωτογραφιών είναι το κάτι άλλο.

Η Ελλάδα της νοσταλγίας: το ημερολόγιο-πρότασή σας για τις φετινές γιορτές. Με το χέρι στην καρδιά όμως, ελπίζετε σε καλύτερες μέρες για την μίζερη, βρώμική, λυπημένη Αθήνα μας ή το παιγνίδι έχει χαθεί και η νοσταλγία καιρών, πιο  ανάλαφρων, περασμένων «ωραιοποιημένων» είναι ό,τι τελικά θα απομείνει;

Θα εκπλαγείτε αν σας πω ότι έχω περισσότερους νεαρούς φίλους και φίλες απ’ ότι θα περίμενε κανείς. Είναι απόλυτο κλισέ το να λέμε ότι ισοπεδώθηκαν όλα. Συντελούμε όλοι – ο καθένας με τον τρόπο του- σε απίστευτες κοινωνικές υπερβάσεις σε όλους τους χώρους.

Και τέλος όπως συνηθίζω να λέω η Παλιά Αθήνα τα είχε όλα, παρά τις όποιες δυσκολίες, απλά εμείς δεν τα μελετήσαμε όσο έπρεπε. Ίσως τότε να είμαστε καλύτερα.

Βιβλιογραφία Θωμά Σιταρά:

  • «Ξεφυλλίζοντας παλιές εφημερίδες» – Μίνωας
  • «Τα ανάλεκτα της παλιάς Αθήνας» – Ωκεανίδα
  • «Πόθοι και πάθη στην παλιά Αθήνα» – Ωκεανίδα
  • «Η παλιά Αθήνα ζει, γλεντά, γεύεται 1834-1938» – Ωκεανίδα