fbpx

banner αεροδρομίου

Ο σκηνοθέτης Στέλιος Χαραλαμπόπουλος μιλάει με τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«…τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όλοι οι Ηπειρώτες πετράδες, γνωστοί και ως κουδαραίοι, κατέβηκαν μαζικά στην Αθήνα, καθότι η Ήπειρος ήταν η πιο φτωχή περιφέρεια της Ευρώπης, συντελώντας δυναμικά στην ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας»

Απολαυστικός συνομιλητής, κουβεντιάζει όπως ακριβώς κινηματογραφεί: Ήρεμα, αισθαντικά, παραμυθένια και επί της ουσίας, δίχως ο λόγος του να αφήνει κενά και απορίες. Ο χρόνος της μεσημεριανής συνάντησης με τον σκηνοθέτη Στέλιο Χαραλαμπόπουλο ξοδεύτηκε εξαιρετικά γρήγορα και ούτε κατανόησα στο πως φτάσαμε να κλείσω το μαγνητόφωνο.

Στην γλώσσα του σινεμά είναι αυτό που λέμε, εξαιρετικός story teller, δηλαδή ο αφηγητής που σε συνεπαίρνει αμαχητί στην ιστορία του για να σε ταξιδέψει όχι σαν αμίλητος βαρκάρης του Αχέροντα, αλλά σαν εκείνους τους καλούς παραμυθάδες που δεν υπάρχουν πια. Είναι μια ζόρικη συμφωνία αυτή ανάμεσα στον σκηνοθέτη και στον θεατή, πρωτίστως συναισθημάτων αφού μιλάμε για σινεμά, που ελλοχεύει μύριους κινδύνους, ειδικά σήμερα με τον ελληνικό κινηματογράφο να διανύει τον τάραχο του. Αναφερόμενος από την προσωπική μου θέση, αυτή η συμφωνία εμπιστοσύνης με τον βετεράνο σκηνοθέτη Στέλιο Χαραλαμπόπουλο επιτεύχθηκε ξανά στο ακέραιο, τόσο όταν τον απολάμβανα στα ντοκιμαντέρ του, όσο και στην τρίτη κατά σειρά ταινία του με τον τίτλο «Τα Δάκρυα του Βουνού», που γυρίστηκε με ερασιτέχνες ηθοποιούς. Και αυτή ήταν αιτία για να τηλεφωνηθούμε και να στήσουμε την συνάντηση μας στο κέντρο της Αθήνας, λίγο πριν την εαρινή γιορτή της Λαμπρής.

Συνεπής στο ραντεβού του κατέφθασε με ένα γαλήνιο χαμόγελο στο πρόσωπο για να γνωριστούμε κι από κοντά, καθώς είναι η πρώτη φορά που έρχομαι σε επαφή μαζί του. Πριν περάσουμε όμως στην ενδιαφέρουσα συζήτηση μας να σας συστήσω τον βραβευμένο σκηνοθέτη Στέλιο Χαραλαμπόπουλο.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956, σπούδασε Οικονομικά και Κινηματογράφο στην Ελλάδα, συνεχίζοντας για μεταπτυχιακές σπουδές στην Οικονομία στο Παρίσι. Υπήρξε εκδότης του περιοδικού τέχνης «Γραφή» και κείμενά του για τον κινηματογράφο έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Γραφή», «Σύγχρονος Κινηματογράφος», «Γράμματα και Τέχνες». Έχει γυρίσει ντοκιμαντέρ για λογαριασμό της κρατικής τηλεόρασης και για ξένα κανάλια.

Μεταξύ των διακρίσεων που έλαβε είναι το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη το 1996 για την ταινία μυθοπλασίας «Άδης», το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποιότητας για τις ταινίες «Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσόα Συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη» και «Hμερολόγια Καταστρώματος-Γιώργος Σεφέρης», αλλά και το Βραβείο Διεθνούς Ένωσης Κριτικών (Fipresci) στο 8ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης για το φιλμ «Γιάννης Μόραλης». Το 2011 σκηνοθετεί την δεύτερη ταινία μυθοπλασίας με τον τίτλο: «Η Υπογραφή» και πρωταγωνιστές τον Γιώργο Χωραφά και την Μαρία Πρωτόπαπα. Το 2014 προβάλει το ντοκιμαντέρ έρευνα: «Γρηγόρης Λαμπράκης: Μαραθώνιος μιας ημιτελούς Άνοιξης» και τέσσερα χρόνια αργότερα το συγκινητικό ντοκιμαντέρ «Της Πατρίδας μου η Σημαία» για την Ελλάδα των ανοιχτών πληγών που άφησε ο μεγαλοϊδεατισμός.

Την περίοδο από το 2009 έως το 2010 οργάνωσε στο Εργαστήρι Ποίησης του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος τον κύκλο εκδηλώσεων «Ποιητές στην Οθόνη» και έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τίτλο «Αλλαγή Αιώνα» από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ. Τέλος, από το 1988 είναι συνιδρυτής με τους Θάνο Λαμπρόπουλο και Γιάννη Βαρβαρίγο της εταιρείας παραγωγής «Περίπλους».

Οι λόγοι για να αφηγηθείτε την ιστορία του πρωτομάστορα Μάρκου ποιοι είναι κύριε Χαραλαμπόπουλε;

Εκ των υστέρων μιλώντας πάντα φτιάχνουμε μια ταινία για να δούμε κάποιες πτυχές του εαυτού μας ή να ερμηνεύσουμε θέματα για τα οποία όταν συνέβησαν δεν είχαμε επίγνωση. Αρκετά πράγματα λειτουργούν υπόγεια, συσσωρεύονται μέσα μας και ξαφνικά εμφανίζονται. Έχω ταξιδέψει πολύ στην Ελλάδα και στις ταινίες μου αποτύπωσα αυτές τις διαδρομές. Οι ορεινές κοινωνίες πάντα με εντυπωσίαζαν γιατί οι άνθρωποι είχαν να παλέψουν με άσχημες συνθήκες, πριν ακόμα εισβάλουν οι μηχανές στις ζωές τους.

Οι πόροι ήταν ελάχιστοι και αναγκαζόντουσαν να εγκαταλείπουν τα μέρη τους για να καταφέρουν να επιβιώσουν. Παράδειγμα θα φέρω το χωριό της καταγωγής μου πάνω στον Πάρνωνα της Αρκαδίας, όπου οι άνθρωποι έφευγαν και κατέβαιναν στον κάμπο της Ηλείας ή της Σπάρτης και δούλευαν στα αμπέλια και στις ελιές. Στα Λαγκάδια της Γορτυνίας οι κτιστάδες για μήνες πήγαιναν στην Κρήτη, γυρνούσαν την Πελοπόννησο και επέστρεφαν στα χωριά τους τα Χριστούγεννα. Το ίδιο και στην Ήπειρο που υπήρχε η κάστα με τους πετράδες.

Η Στεμνίτσα που είχε παράδοση στην αργυροχρυσοχοΐα, οι άνθρωποι πλανόδια ασκούσαν το επάγγελμα. Το στοιχείο της δύσκολης διαβίωσης ήταν που με γοήτευσε και μπορούμε να πούμε, πως ήταν η βασική αφορμή για την ταινία.

Επίσης ενδιαφέρον είναι ο τρόπος της οργάνωσης τους, τα του νοικοκυριού τους ας πούμε, ιδιαίτερα των πετράδων, που κατέβαιναν ως οργανωμένη συντεχνία με απόλυτα καθορισμένους ρόλους στην ομάδα τους. Ο αρχιμάστορας κρατούσε τους λογαριασμούς και είχε την συνολική ευθύνη για το τι έκανε ο πελεκάνος, το ματσορόπουλο. Φτωχοί άνθρωποι ήταν, που εάν έπεφταν σε καλό αφεντικό τραβάγανε και λίγο παραπάνω την εργασία γιατί τους τάιζε. Απλά πράγματα μα σημαντικά. Ε, αυτό άσκησε μια γοητεία επάνω μου μαζί με το στοιχείο του κινδύνου, κυρίως παλαιότερα, όταν περιφερόντουσαν σε περιοχές της βαλκανικής που και πόλεμοι υπήρχαν και το φαινόμενο της ληστείας ήταν εκτεταμένο.

Πετράδες, λοιπόν, περιπλανώμενοι στην άγρια, ορεινή φύση, μια ιστορία που εναρμονίζεται σεναριακά με τις περιπέτειες του Οδυσσέα;

Όταν έγραφα το συγκεκριμένο θέμα ήρθε η ιδέα να συσχετίσω την ομάδα με τις περιπέτειες του Οδυσσέα. Οι δε πετράδες της ταινίας είναι Ηπειρώτες και αυτό γιατί μεταπολεμικά, τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όλοι οι Ηπειρώτες πετράδες, γνωστοί και ως κουδαραίοι, κατέβηκαν μαζικά στην Αθήνα, καθότι η Ήπειρος ήταν η πιο φτωχή περιφέρεια της Ευρώπης, συντελώντας δυναμικά στην ανοικοδόμηση της πρωτεύουσας. Στο Μαρούσι που διαμένω υπάρχει από τότε μέχρι σήμερα οικισμός με την ονομασία «Ηπειρώτικα». Εκεί έμεναν οι κτιστάδες. Αλλά εκτός των σπουδαίων πετράδων, οι Ηπειρώτες ήταν και καλοί φουρναραίοι και εξαιρετικοί δάσκαλοι.

Άλλωστε και ο μεγάλος δάσκαλος του Μακεδόνα Αλέξανδρου ήταν ο αυστηρός Λεωνίδας ο Ηπειρώτης, συγγενής της Ολυμπιάδας.

Βέβαια, κάτι που το συνέχισαν και στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η Ζωσιμαία Σχολή το 1828, μάλιστα, των Ηπειρωτών αδελφών Ζωσιμάδων έγραψε ιστορία.

Ο σκηνοθέτης Στέλιος Χαραλαμπόπουλος στα γυρίσματα της ταινίας "Δάκρυα του Βουνού"

«…Η νεολαία κάθεται σε μια μικρή οθόνη, είτε της τηλεόρασης, είτε του υπολογιστή, είτε του τηλεφώνου για 7 με 8 ώρες την ημέρα, κατακλύζεται από άπειρες εικόνες, όπου μέσα τους εντάσσουν και μια ταινία. Δεν ξεχωρίζουν πια εάν βλέπουν ένα ριάλιτι, μια είδηση, ένα σίριαλ ή μια ταινία»

Φωτογραφίες από τα γυρίσματα της ταινίας «Δάκρυα του Βουνού»

Εκπληκτική η μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη στην ταινία. Μια απόλυτη ταύτιση σκηνοθέτη και συνθέτη να την χαρακτηρίσω;

Με τον Πλάτωνα γνωριζόμαστε παλαιόθεν. Οι τελευταίες τρεις ταινίες μου είναι μαζί με τον Πλάτωνα, οπότε έχουμε πλέον ανακαλύψει τους κρυφούς, κοινούς κώδικες μας. Όταν έγραφα το σενάριο, που είναι από τα πρώτα βήματα, συνεχώς το συζητούσα με τον Πλάτωνα. Κατόπιν ήρθε στα γυρίσματα, κάθισε μαζί μας περίπου 10 ημέρες, γιατί χρειαζόταν να είναι ώστε να παρακολουθήσει από κοντά το τραγούδι που ακούγεται στην αρχή και στο τέλος της ταινίας, όπου συμμετέχει ο ίδιος παίζοντας νταούλι στο χάνι.

Ο Πλάτων κατάφερε κάτι σπουδαίο. Άλλο τα λόγια και άλλο να καταγράφεις σε μια άλλη γλώσσα, όπως αυτή της μουσικής, την ατμόσφαιρα και το συναίσθημα του σεναρίου. Όπως και ο Δημήτρης Κορδελάς στην φωτογραφία, δεν θέλαμε στην ταινία να υπάρχει ένα συγκεκριμένο εθνικό, μουσικό ηχόχρωμα. Υπάρχουν, βέβαια τα δύο τραγούδια, που όντως δίνουν μια αναφορά χώρου και χρόνου, όπως τα ρούχα και τα αντικείμενα που δείχνουν Ελλάδα. Το πρώτο, «Το Τραγούδι του Μάρκου» έχει πάρει, περίπου, την μορφή του πολυφωνικού και το εκτελεί ο Χάρης Γιούλης, που έχει σπουδάσει μουσική και είναι από την Ήπειρο. Το δεύτερο τραγούδι είναι το παραδοσιακό «Ξενιτεμένο μου Πουλί», πάλι με τον Χάρη Γιούλη. Και τα δυο τραγούδια είναι οι κοινωνικές ορίζουσες της εποχής και του χρόνου που διαδραματίζεται η ιστορία της ταινίας. Από εκεί και έπειτα όμως ο Πλάτων οδηγεί την μουσική διαφορετικά, καθώς  χρησιμοποιεί τσέλο, βιολιά και βέβαια πίπιζα, δίνοντας την σκληρή πορεία αυτών των ανθρώπων.

Στην μουσική είναι έντονο το στοιχείο της περιπλάνησης, αλλά και ένα σχόλιο στις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν, όπως στην καταστροφή που φέρνει ο πόλεμος, την απογοήτευση, την θλίψη του ήρωα που φτάνει στο τέλος της διαδρομής του. Δεν θέλαμε η μουσική να κάνει έναν διπλασιασμό αισθημάτων στην ταινία. Έχει την δική της πορεία.

Η πλοκή εκτυλίσσεται στην αυγή του 20ου αιώνα. Υπάρχουν ομοιότητες ή κοινά στοιχεία της τότε εποχής με την σημερινή, εκτός του θέματος της αστυφιλίας;

Η προσωπική ανάγνωση της Οδύσσειας που παρουσιάζω είναι, ότι ο δικός μου Οδυσσέας, ο Μάρκος δηλαδή, δεν στηρίζεται τόσο στην πανουργία, αλλά ως γνώμονα έχει το καλό και το δίκιο. Προσπαθεί να κρατήσει ενωμένους τους συντρόφους του για να τους σώσει, αλλά αυτοί υποκύπτουν στα ελαττώματα τους, κάτι που στην ταινία το διευκρινίζω. Ο «Οδυσσέας» όμως κλείνει τα αυτιά του στις «σειρήνες», στην σαγήνη του υλικού κόσμου, οπότε ως παραβολή και μόνο έχει άμεση σχέση με το σήμερα για το πόσο αφεθήκαμε να μας πάνε τα πράγματα και να μπούμε σε καταστάσεις δίχως να έχουμε σκέψη Η πορεία των κτιστάδων και η οδύσσεια του πρωτομάστορα σε μια εποχή μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών ανακατατάξεων, έντονων ιδεολογικών συγκρούσεων, που καθιέρωσαν τον 20ο αιώνα, είναι απόλυτα όμοιες με αυτές που βιώνουμε σήμερα και θα καθιερώσουν τον 21ο αιώνα.

Δυσκολίες ως προς την επίτευξη της παραγωγής συναντήσατε, καθότι είναι ταινία ιστορικής περιόδου;

Είχαμε πάρα πολλές. Μια χαρακτηριστική θα αναφέρω για να κατανοήσετε τι συμβαίνει όταν γυρίζει κάποιος σκηνοθέτης ταινία στην Ελλάδα, που το σενάριο χρονικά αφορά το παρελθόν. Υπήρχαν λίγα χρήματα, περιορισμένες οι ημέρες των γυρισμάτων, μόνο 22 ημέρες με μεγάλες μετακινήσεις, και μια δυσκολία που ούτε καν την φανταζόμασταν ήταν τα υποζύγια, τα ζώα. Δεν μπορείς πια να βρεις μουλάρια, γαϊδούρια που να σαμαρώνονται. Το πιστεύετε, ότι δεν υπάρχουν; Μας έλεγαν να φέρουν κάποια από την Ύδρα, που τα χρησιμοποιούν για μεταφορές. Αναγκαστήκαμε, λοιπόν, να πάρουμε τα ζώα από κάπου πολύ ψηλά, κοντά στην Αλβανία. Γαϊδουράκια που χρησιμοποιούν οι ξυλοκόποι στα ορεινά μέρη για να φορτώνουν με ξύλα τα φορτηγά. Οι τοποθεσίες των γυρισμάτων εν τω μεταξύ ήταν αρκετές και τα ζώα έπρεπε συνεχώς να μετακινούνται με φορτηγά στα οποία δεν ήταν μαθημένα. Τεράστιο πρόβλημα.

Άλλο ένα που θυμήθηκα. Το γύρισμα στην σπηλιά του Πολύφημου με τα πρόβατα. Βρήκα μια σπηλιά στην Λευκάδα και για την σκηνή χρειαζόμασταν πρόβατα. Ένα βοσκός που προθυμοποιήθηκε ο άνθρωπος να μας βοηθήσει με το κοπάδι του έθεσε το εξής θέμα: Το κοπάδι δεν ήταν μαθημένο να πηγαίνει σε εκείνο το μέρος για βοσκή, οπότε έπρεπε να αλλάξει συνήθεια στα ζώα, αναβοκατεβάζοντας τα καθημερινά στο σημείο μέχρι να το μάθουν.

Το να ανασυστήσεις κινηματογραφικά μια Ελλάδα, προ 100 χρόνων, που δεν υπάρχει σήμερα, δημιουργεί πολλά προβλήματα. Και φυσικά δεν μπορείς καθόλου να πλησιάσεις δομημένο, αστικό περιβάλλον, γιατί εκεί έχει γίνει το έλα να δεις. Το να βάλεις τους πρωταγωνιστές για γύρισμα σε ένα χωριό, ας πούμε, σε ταινία ιστορικής περιόδου, κυριολεκτικά θα σαστίσεις. Παντού καλώδια, αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις ακόμα και στο αρμολόγιο στους τοίχους, που δυστυχώς η κάμερα θα σε προδώσει. Πρέπει να έχεις ένα επιτελείο για να προσαρμόζει συνεχώς το περιβάλλον στις απαιτήσεις τις ταινίας, δηλαδή χρήματα!

Θυμάμαι πηγαίναμε στην Ιταλία για γυρίσματα και έλεγαν: Εδώ είναι το θαύμα του Διευθυντή Φωτογραφίας, γιατί όπου και να πετάξεις την κάμερα κάνεις πλάνο. Έχουν σεβαστεί τους τόπους τους στο εξωτερικό. Εδώ φιλμάρεις κρατώντας τις γωνίες, να είναι περιορισμένα τα κάδρα μη τυχόν ξεφύγεις και φανεί η ατέλεια, η τσαπατσουλιά του χώρου. Ευτυχώς είχα κάνει εξαντλητικό ρεπεράζ για να μην υπάρξουν προβλήματα. Όπως και ηχητικά η ταινία έχει στηθεί ψηφίδα ψηφίδα. Όλοι οι ήχοι φτιάχτηκαν από εμάς. Να πω, επίσης, πόσο πολύ μας στήριξαν στα γυρίσματα οι τοπικές κοινωνίες, κυρίως οι Λευκαδίτες. Ήταν συγκινητικό το πόσο ο κόσμος μας αγκάλιασε και βοήθησαν. Οι άνθρωποι άνοιξαν τα σπίτια τους, συμμετείχαν ενεργά και τους ευχαριστώ όλους.

Με αυτά και με εκείνα, τις αξεπέραστες δυσκολίες στην παραγωγή, την απουσία οικονομικών πόρων, τα εμφανή προβλήματα της διανομής ελληνικών ταινιών, πως βλέπετε το μέλλον του ελληνικού σινεμά;

Είμαι αισιόδοξος και απαισιόδοξος. Θα σας το εξηγήσω. Αυτό που ήταν κάποτε ο κινηματογράφος, σχεδόν για τα τρία τέταρτα του αιώνα από την εμφάνιση του και η επίδραση που είχε, βλέπω πως δεν υφίσταται. Το απαισιόδοξο είναι, ότι υπάρχει πρόβλημα με την αίθουσα και οι νέοι προτιμούν να κατεβάζουν ταινίες στον υπολογιστή και να τις βλέπουν σπίτι τους παρά να επισκεφθούν την σκοτεινή αίθουσα προβολής. Η νεολαία κάθεται σε μια μικρή οθόνη, είτε της τηλεόρασης, είτε του υπολογιστή, είτε του τηλεφώνου για 7 με 8 ώρες την ημέρα, κατακλύζεται από άπειρες εικόνες, όπου μέσα τους εντάσσουν και μια ταινία. Δεν ξεχωρίζουν πια εάν βλέπουν ένα ριάλιτι, μια είδηση, ένα σίριαλ ή μια ταινία. Η αίθουσα θα περιοριστεί, αλλά αυτό θα βοηθήσει το σινεμά που στοχάζεται και αγγίζει το συναίσθημα του θεατή που αναζητάει κάτι το διαφορετικό. Πιστεύω, ότι θα υπάρξει διάσωση του συγκεκριμένου είδους κινηματογράφου, το οποίο θα προστατεύσει και θα διαφυλάξει τον θεατή από τον πολτό των εικόνων. Εάν συμβεί θα είναι σωτήριο για την Τέχνη του σινεμά. Εδώ είναι που αισιοδοξώ.

Θα θέσω απλά την ερώτηση για να επιβεβαιώσω το αυτονόητο, που έχει να κάνει με το αγιάτρευτο μεράκι του σκηνοθέτη, που μόλις ολοκλήρωσε έναν κινηματογραφικό άθλο, είδε την ταινία του να προβάλλεται και να ενθουσιάζει τους θεατές. Γνωρίζοντας τις αντίξοες συνθήκες που χαρακτηρίζουν τον χώρο του σινεμά στην Ελλάδα, ετοιμάζεται κάτι καινούργιο;

Είστε ο πρώτος που το μαθαίνετε….

Χαμογελάτε χαρούμενα, οπότε σημαίνει, ότι δεν το βάζετε κάτω.

Βέβαια όχι! Θα είναι η τρίτη ταινία μυθοπλασίας στην περίοδο της κρίσης (γελάει). Όλες τις έχω πάει μόνος μου χωρίς καμιά υποστήριξη.

Ονομάζεται «Η Κρύπτη» με υπότιτλο: «Στο σκοτεινό κελάρι του Γιαννούλη Χαλεπά». Είναι ταινία μυθοπλασίας και αφορά την περίοδο της απουσίας του ή της τρέλας όπως λένε, του σπουδαίου Χαλεπά, που ήταν κλεισμένος στο άσυλο και πως επέδρασε στα έργα του που ακολούθησαν μετά της περιόδου της «Κοιμωμένης».