fbpx

banner αεροδρομίου

 

Ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Νίκος Χατζαπαπάς, συνέντευξη στη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Δεν υπάρχει αξιοκρατία. Δεν υπάρχει οικονομική κάλυψη. Οι άνθρωποι του Θεάτρου είναι στην πλειονότητά τους εντελώς μετέωροι…Οι σκηνοθέτες, στην πλειονότητά τους, το ίδιο. Εάν δεν ανήκεις σε κάποιο lobby, είσαι χαμένος από χέρι»

Το παλαιότερο βιογραφικό συνέταξε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι πριν 500  χρόνια, όπως πληροφορούμαι, και βεβαίως είναι υποδειγματικό. Αναρωτιέμαι πως να παρουσιάσω το βιογραφικό ενός καταξιωμένου σκηνοθέτη – ηθοποιού, όπως είναι ο Νίκος Χατζηπαπάς, που έχουμε κοντά μας, για να μην τον αδικήσω.

Ο Νίκος Χατζηπαπάς σπούδασε θέατρο, κινηματογράφο, σκηνογραφία, ενδυματολογία και γραφικές τέχνες. Το 1979 ίδρυσε την Εταιρεία Δωδεκανησιακού Θεάτρου, το 1987 το Μαγικό Θέατρο και το  1997 το Helix Action Theatre.

Με παραστάσεις του έχει συμμετάσχει σε πολλά διεθνή φεστιβάλ και Ευρωπαϊκές Διοργανώσεις στην Αγγλία, την Πολωνία (Malta Festival), στη Μπελαρούς, την Γαλλία, την Ιταλία, την Βουλγαρία, την Σερβία, την Κροατία, την Κύπρο, την Τουρκία, την Αίγυπτο, την Ινδία και την Κίνα (31o Φεστιβάλ των Εθνών).

Την περίοδο 1991-1995 διετέλεσε Διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Ρόδου. Από το 1997 – 2000 συνεργάστηκε ως σκηνοθέτης στο Εθνικό Θέατρο. Συνεργάτης της Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης Θεσσαλονίκης και πολλών Περιφερειακών Θεάτρων. Από το 2009 διοργανώνει το Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου Δρόμου στην Αθήνα. Έχει υλοποιήσει το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα Helidra (leader) και το πρόγραμμα Circus as way of life (partner). Εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Πανευρωπαϊκό Νομαδικό Πανεπιστήμιο στο Πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Θεάτρου του Aurillac στη Γαλλία, που πραγματοποιήθηκε το 2008. Tο 2010 συμμετείχε ως προσκαλεσμένος στο Open Street International forum στο Fermo της Ιταλίας. Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Υποψηφιότητας της Ρόδου (Α και Β φάση), για την Πολιτιστική Πρωτεύουσας της Ευρώπης 2021.

Από το 2014 – 2016 διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής και παραγωγός του Θεάτρου “Προσκήνιο”. Το 2015 διοργάνωσε το Φεστιβάλ Θεάτρου Βαλίστας. Έχει σκηνοθετήσει έργα των: Σαίξπηρ, Μπεν Τζόνσον, Κρίστοφερ Μάρλοου, Μολιέρου,  Κάρλο Γκολτνόνι,  Άντον Τσέχωφ, Φ. Γκαρθία Λόρκα, Σάμουελ Μπέκετ, Μπέθ Χένλυ, Μισέλ Ντε Γκελτνερόντ, Μάϊκλ Φρέϊν, Γιούκιο Μισίμα, Αριστοφάνη, Αισχύλο, Καζαντζάκη, Θεοτοκά, Ζιώγα, Μάτεσι, Μπόστ, Σκούρτη, Κεχαϊδη, Μουρσελά, Λυμπεράκη, Ευθυμιάδη, Δωριάδη, Μοντσελέζε, Χουρμούζη κα. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών και του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου.

Τελευταία του παράσταση, ο  «Ζιλ και η Νύχτα» (πληροφορίες για την παράσταση ΕΔΩ), το εμβληματικό έργο του Hugo Claus, που απέσπασε το χειροκρότημα κοινού και κριτικών και χαρακτηρίστηκε ως «απόλυτος υποκριτικός άθλος», σε σκηνοθεσία και  ερμηνεία δική του.

Πώς πήρατε την απόφαση να ασχοληθείτε με το θέατρο; Ποια ήταν τα σημεία αναφοράς για εσάς; Δώστε μας μια εικόνα για την πρώτη σας επαφή με την πρώτη των τεχνών.

Μεγάλωσα στην επαρχία. Η επαφή μου με το θέατρο ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Οι γονείς μου ωστόσο, αγαπούσαν πολύ το σινεμά. Έτσι, έβλεπα μαζί τους σχεδόν ό,τι παιζόταν. Μου άρεσε να παρακολουθώ το παίξιμο των ηθοποιών. Αυτό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις μετέπειτα αποφάσεις μου να ασχοληθώ με το θέατρο, ήταν ο κινηματογράφος. Γι’ αυτό σπούδασα, εκτός από Θέατρο, και Κινηματογράφο. Με κέρδισε το Θέατρο, σχεδόν από τύχη. Αλλά το σινεμά είναι μέσα στα όνειρά μου. Η επαφή μου με το Θέατρο ουσιαστικά ξεκίνησε όταν ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω. Οι παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης, του Ελευθέρου Θεάτρου και του Εθνικού Θεάτρου, ήταν αυτές που συνέβαλαν στο να αφοσιωθώ στο Θέατρο. Κυρίως όμως και καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη και στον προβληματισμό μου σχετικά με το Θέατρο, έπαιξε ο δάσκαλός μου, Χρήστος Βαχλιώτης, ο οποίος άνοιξε τους ορίζοντές μου και συνέβαλε σε μια διαφορετική προσέγγιση και σκέψη για το Θέατρο.

Πώς νιώσατε όταν διαβάσατε την πρώτη-πρώτη κριτική που γράφτηκε για την πρώτη παράσταση που ανεβάσατε; Και εν τέλει δεκαετίες μετά, πόσο σας απασχολούν οι απόψεις των κριτικών για τις παραστάσεις σας;

Η πρώτη κριτική ήταν από τον Κώστα Γεωργουσόπουλο για τον «Ασυλλόγιστο» του Μολιέρου που ήταν και η πρώτη μου αυστηρά επαγγελματική σκηνοθεσία. Ήταν πέντε αράδες, αλλά ιδιαίτερα κολακευτικές. Όταν εργάζεσαι στο δημόσιο πεδίο, είσαι προετοιμασμένος να δεχτείς και τις απόψεις κοινού και κριτικών και φυσικά του σιναφιού. Σέβομαι την κριτική όλων, υπό την προϋπόθεση ότι είναι καλοπροαίρετη. Όταν πέφτεις στα βαθιά, όπως όταν συνεργάστηκα με το Εθνικό Θέατρο, πρέπει να είσαι έτοιμος να δεχτείς την κριτική με διαφορετικά κίνητρα, από το να θέλουν να σε κάνουν καλύτερο. Ήμουν και είμαι σε θέση να ξεχωρίσω την καλοπροαίρετη κριτική από την κριτική που υποκρύπτει μια σκοπιμότητα. Πάντως πιστεύω ότι είχαμε στο παρελθόν, αλλά και στο παρόν σημαντικούς κριτικούς, που ήξεραν και ξέρουν τι γράφουν. Αλλά και νεότερους κριτικούς, που διαβάζω τα γραπτά τους και εκπλήσσομαι με την ευστοχία των παρατηρήσεών τους και την τεκμηριωμένη άποψή τους. Πάντως, θα περίμενα μια εκτενέστερη κριτική στην παράσταση. Συνήθως, το μεγαλύτερο μέρος μιας κριτικής περιορίζεται στο θεατρικό κείμενο και δευτερευόντως στην παράσταση συνολικά.

Τώρα, ποια επιρροή μπορεί να έχει η σύγχρονη κριτική στη διαμόρφωση του Θεάτρου και του κοινού, αυτό είναι ένα ζήτημα, στο πλαίσιο της κυριαρχίας και της επιρροής των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και των Μέσων Κοινωνικής Διαδικτύωσης. Εν κατακλείδι, αναγνωρίζω την αξία της κριτικής στο Θέατρο, όταν συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός διαλόγου και μεσολαβεί με έναν ειλικρινή, ουσιαστικό και όχι προσχηματικό τρόπο, μεταξύ κοινού και καλλιτεχνών. Αναδεικνύει τον πλουραλισμό, τις διαφορετικές τάσεις και απόψεις και δεν περιορίζεται στο να προβάλλει και επιβάλλει συγκεκριμένες τάσεις και πρόσωπα.

Σας συνάντησα για πρώτη φορά όταν είχατε την Καλλιτεχνική Διεύθυνση του ΔΗΠΕΘΕ της Ρόδου. Είστε ένας δημιουργός που αγωνίστηκε σκληρά. Τι έχει αλλάξει από τότε κ. Χατζηπαπά;

Εάν με ρωτάτε για τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, σήμερα πιστεύω ότι είναι ένας απόλυτα παρηκμασμένος θεσμός. Θεωρώ ότι χρειάζεται να ξαναστηθεί από την αρχή, σε εντελώς διαφορετική βάση και φυσικά να χρηματοδοτηθεί με σημαντικά ποσά. Προσωπικά βρίσκομαι στη φάση μιας νέας αρχής και μιας σημαντικής στροφής στα ενδιαφέροντά μου για το Θέατρο, αλλά όχι μόνο για το Θέατρο.

Έχουν αλλάξει πολλά πράγματα, αλλά αυτό που γνωρίζω καλύτερα, είναι αυτό που δεν έχει αλλάξει: Να πρέπει κάθε φορά να δημιουργώ εγώ το πλαίσιο του παιχνιδιού και να παίζω πάντα εντός έδρας. Χρειάζομαι παιχνίδια και εκτός έδρας.

Πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί να ξυπνήσει τον άνθρωπο από τον λήθαργο και να δει κατάματα τον εαυτό του στον καθρέφτη;

Αναμφισβήτητα και για μένα δεν έχει κανένα νόημα να ασχολείται πλέον κανείς με διαφορετικά κίνητρα. Γι’ αυτό πάντα οι επιλογές μου ήταν προς την κατεύθυνση αφύπνισης του κοινού. Το έργο που παρουσιάζω αυτήν την περίοδο, το «Ζιλ και η Νύχτα», στοχεύει ακριβώς σ’ αυτό. Δεν υπάρχει λόγος, κατά τη γνώμη μου, να ασχολείσαι διαφορετικά με το Θέατρο, παρ’ εκτός αν το θέατρο δεν είναι τίποτε άλλο, παρά βιοπορισμός. Αλλά θεωρώ ότι υπάρχουν καλύτεροι και πιο αποτελεσματικοί τρόποι βιοπορισμού.

Μιλήστε μου για την φετινή σκηνοθεσία σας.

Από την περασμένη θεατρική περίοδο, ανέβασα το έργο του Hugo Claus «Ζιλ και η Νύχτα» και το επαναλαμβάνω φέτος στο «Από Μηχανής Θέατρο». Τέλος, στις 31 Ιανουαρίου και 1 και 2 Φεβρουαρίου του 2020, θα το παρουσιάσω στη Θεσσαλονίκη, στο Θέατρο «Αμαλία». Η επιλογή αφορούσε πρωτίστως τον ηθοποιό και όχι τον σκηνοθέτη. Αναζητούσα μία καλή πρόφαση για να περάσω με έναν πιο αποφασιστικό τρόπο στο πεδίο της υποκριτικής. Το συγκεκριμένο έργο ήταν μία πρόκληση γι’ αυτό που ήθελα να δοκιμάσω. Ο σκηνοθέτης πέρασε στη σκιά, για να προβληθεί η ερμηνεία του ηθοποιού. Δούλεψα κυριολεκτικά 18 μήνες. Έξι μήνες αφότου ήξερα το κείμενο, με κανονικές πεντάωρες πρόβες. Θεωρώ, ότι η πεμπτουσία της σκηνοθεσίας έχει να κάνει με την ερμηνεία του ηθοποιού. Το κείμενο είναι συγκλονιστικό, βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, στα πρακτικά της θρησκευτικής δίκης στην υπόθεση Ζιλ Ντε Ραί, του πιο ισχυρού και πιο πλούσιου άνδρα της Γαλλίας το 1400, στρατάρχη της Γαλλίας και σύντροφο στις μάχες της Ζαν Ντ’ Αρκ. Η Ιερά Εξέταση καταδίκασε τον Ντε Ραί σε θάνατο με αγχόνη και πυρά, για τέλεση μαύρης μαγείας και κακοποίηση με βάναυσο τρόπο και σοδομία 140 παιδιών. Στιγματίστηκε ως ο πιο ειδεχθής, αποκρουστικός κατά συρροή δολοφόνος όλων των εποχών. Το έργο είναι η συγκλονιστική απολογία του στο Θρησκευτικό Δικαστήριο της Νάντης.

Οι άνθρωποι του θεάτρου βιώνουν ανασφάλεια στις μέρες μας από οικονομικής άποψης. Πώς είναι να κάνεις θέατρο στην Ελλάδα της κρίσης κ. Χατζηπαπά;

Λυπάμαι που θα το πω, αλλά όλο το πλαίσιο είναι ζοφερό. Δεν υπάρχει ορατό πλαίσιο και πεδίο ενός υγιούς ανταγωνισμού. Δεν υπάρχει αξιοκρατία. Δεν υπάρχει οικονομική κάλυψη. Οι άνθρωποι του Θεάτρου είναι στην πλειονότητά τους εντελώς μετέωροι. Οι ηθοποιοί τρέχουν από τη μια πρόβα στην άλλη και από τη μια παράσταση στην άλλη, για να τα βγάλουν πέρα οικονομικά. Αποτέλεσμα, δεν γίνεται τίποτα σωστά και καλλιτεχνικά. Οι σκηνοθέτες, στην πλειονότητά τους, το ίδιο. Εάν δεν ανήκεις σε κάποιο lobby, είσαι χαμένος από χέρι.

«…Με κουράζουν τα πέρα-δώθε, τα μπαράκια, οι ψεύτικες αγκαλιές και τα ψεύτικα καλά λόγια στις επίσημες πρεμιέρες. Γενικά, η ψευτιά στο προσκήνιο, στο παρασκήνιο και στο υποσκήνιο. Αυτό δεν με ωφελεί, αλλά είναι κάτι που δεν μπορώ, ούτε θέλω να το αλλάξω»

Εν τέλει, ρόλο μπορεί να παίξει η τέχνη στην εποχή της βαθιάς ύφεσης;

Η Τέχνη μπορεί να παίξει έναν σημαντικό ρόλο σε εποχή κρίσης. Η Τέχνη! Ο αγώνας για επιβίωση δεν αφήνει πολλά περιθώρια στην Τέχνη. Επιπροσθέτως, δεν υπάρχει ενότητα, σύμπνοια και συνεργασία. Ο καθένας προσπαθεί μόνος του και σε πολλές περιπτώσεις, σε βάρος των υπολοίπων. Υπάρχει πληθώρα θεατρικών παραγωγών, αλλά δεν υπάρχει καλλιτεχνική θεατρική ζωή. Υπάρχει ποσότητα και ελάχιστη ποιότητα. Και το ελάχιστο κοινό αναζητά μέσα στην πληθώρα των προσφορών  την εύκολη και ανώδυνη έξοδο περισσότερο για να αμβλύνει τις ενοχές του παρά να αναζητήσει ένα πνευματικό καταφύγιο στο κενό που το κατακλύζει.

Κάνοντας την αυτοκριτική στην παρουσία σας στο χώρο της σκηνοθεσίας, υπάρχει κάτι που θα θέλατε να αλλάξετε;

Έδωσα προτεραιότητα σε κάποιους τομείς που μακροπρόθεσμα δεν με ωφέλησαν καλλιτεχνικά. Επίσης, θα ήθελα να είμαι περισσότερο κοινωνικός και να μην απομονώνομαι. Με κουράζουν τα πέρα-δώθε, τα μπαράκια, οι ψεύτικες αγκαλιές και τα ψεύτικα καλά λόγια στις επίσημες πρεμιέρες. Γενικά, η ψευτιά στο προσκήνιο, στο παρασκήνιο και στο υποσκήνιο. Αυτό δεν με ωφελεί, αλλά είναι κάτι που δεν μπορώ, ούτε θέλω να το αλλάξω.

Ποια είναι τα συστατικά εκείνα που μπορούν να κάνουν μια θεατρική παράσταση πετυχημένη; Υπάρχει συνταγή;

Εξαρτάται με το τι εννοούμε «πετυχημένη παράσταση». Καλή παράσταση, ή αποδεκτή και αναγνωρίσιμη; Αυτά…

Ο σκηνοθέτης είναι αυτός που έχει την ευθύνη για όλη την παράσταση. Αν μια παράσταση έχει επιτυχία την μοιράζονται όλοι. Αν έχει αποτυχία πάντα την φορτώνουν στον σκηνοθέτη. Γιατί άραγε;

Εξαρτάται από τον σκηνοθέτη. Και για να δώσω μία απάντηση, που ίσως μπορεί να γίνει κατανοητή, επειδή ο σκηνοθέτης είναι στο τέλος πάντα μόνος. Μήπως για όλα τα κακά δεν φταίει ο Ύψιστος;

Αν και σπουδάσατε κινηματογράφο και θέατρο, το θέατρο σας κέρδισε, όπως έχετε ομολογήσει. Τελικά το σινεμά παρέμεινε για σας «κάτι σαν κρυφό όνειρο» ή απωθημένο;

Πράγματι, μπήκα στη θεατρική σκηνοθεσία, θα έλεγα, πολύ εύκολα και έχασα στην πορεία το στόχο μου, που ήταν ο Κινηματογράφος. Αλλά θεωρώ ότι ποτέ δεν είναι αργά. Απωθημένο όχι, όνειρο ναι. Αλλά πολλά όνειρά μου τα έχω κάνει παράσταση.

Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Εξαρτάται από το μέλλον… Τέλος πάντων, στο άμεσο μέλλον ετοιμάζω μία παράσταση δημόσιου χώρου, το «Μηχανή Κάσπαρ», σε κείμενα του Αυστριακού συγγραφέα, βραβευμένου προσφάτως με Νόμπελ, Πέτερ Χάντκε. Είναι μια ευρωπαϊκή συνεργασία, στο πλαίσιο του Creative Europe, μεταξύ Ελλάδας, Ιταλίας, Πολωνίας και Ρουμανίας. Συντονιστής και Leader του Προγράμματος, είναι η ομάδα μου και προγραμματίζεται να παρουσιαστεί τον ερχόμενο Ιούλιο.

Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου του 2020, θα πραγματοποιηθεί το τρίτο Athens Suitcase Theater Festival, στο χώρο του «Θεάτρου 104».

Τέλος, προγραμματίζω το έργο «Ζιλ και η Νύχτα» να παρουσιαστεί σε ορισμένα Φεστιβάλ Μονοδράματος στο εξωτερικό.

Επίσης, θα επιχειρήσω να ξαναστήσω το Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου Δρόμου. Ελπίζω να βρω την απαραίτητη ανταπόκριση από το Υπουργείο Πολιτισμού, το Δήμο Αθηναίων, την Περιφέρεια και τον ΟΠΑΝΔΑ. Υπάρχουν και διάφορα ακόμα σχέδια επί χάρτου.