fbpx

banner αεροδρομίου

Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αθανίτης συζητάει με τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Η γυναίκα είναι σήμερα παρούσα παντού, αλλά δεν ξέρω πόσο συχνά βάζει μια διαφορετική σφραγίδα, αν και καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι. Εξ άλλου είναι μεν παρούσα αλλά όχι καθοριστικά»

Το ηλεκτρονικό μήνυμα στον υπολογιστή, το νέο έκπληξη, η ευχάριστη, απογευματινή συνάντηση και η ενδιαφέρουσα συζήτηση για την νέα ταινία με τον τίτλο «Μήδεια», συντελέστηκαν σε γρήγορους χρόνους. Κάθε αντάμωμα με τον σπουδαίο, Έλληνα σκηνοθέτη Δημήτρη Αθανίτη είναι συναρπαστικό, όπως άλλωστε και οι ταινίες του. Αυτή την φορά ξεκινήσαμε από κάπου συγκεκριμένα, όπως είναι η ανακοίνωση της καινούργιας κινηματογραφικής του παραγωγής, για να ανακαλύψουμε κι άλλα «κλειδιά», που ανοίγουν κι άλλες θύρες, το ίδιο «βαριές», το ίδιο  ευήλιες με αυτές του σινεμά.

Να σας προλογίσω τον σκηνοθέτη  Δημήτρη Αθανίτη, ώς είθισται, σημειώνοντας αρχικά ότι γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε κινηματογράφο και αρχιτεκτονική. Είναι μέλος της Ευρωπαϊκής και της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Η πρώτη του ταινία «Αντίο Βερολίνο» (1994), λιτή, σκληρή, ασπρόμαυρη κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τον νεωτερισμό της, ενώ η δεύτερη, επίσης ασπρόμαυρη με τον τίτλο «Καμιά Συμπάθεια Για Τον Διάβολο» (1997) ήταν υποψήφια για τον Χρυσό Αλέξανδρο, κερδίζοντας το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας με τη Λένα Κιτσοπούλου. Ο Δημήτρης Αθανίτης με αυτή την δουλειά του καθιερώνεται στο κινηματογραφικό στερέωμα ως ο αφηγηματικός στιλίστας, κατακτώντας τους σινεφίλ.

Συνεχίζει το 1999 με την Σαιξπηρική «Όνειρα Καλοκαιρινής Νύχτας» (1999) και το 2001 η ταινία «2000+1 Στιγμές» επιλέχτηκε από τον Αυστραλό κριτικό Μπιλ Μουσούλις (Bill Mousoulis) ανάμεσα στις 10 καλύτερες ταινίες στον κόσμο για το 2001 στο Senses of Cinema. Ακολούθησαν οι «Τρεις Μέρες Ευτυχίας» (2012) με τα 4 διεθνή βραβεία και άλλες τόσες υποψηφιότητες της Ακαδημίας. To «Invisible» του 2016 είναι η τελευταία ταινία του Δημήτρη Αθανιτη με τον Γιάννη Στάνκογλου, που απέσπασε 10 διεθνή βραβεία σε περισσότερα από 20 φεστιβάλ, ενώ παρουσιάστηκε με επιτυχία σε πολλές ελληνικές πόλεις. Το 2017 ντεμπούτο στον εκδοτικό χώρο πραγματοποιείται με το βιβλίο του «Μυστικές Συναντήσεις», μια αναφορά σε ιδιαίτερες φυσιογνωμίες του παγκόσμιου σινεμά.

Ως συνήθως συμβαίνει σε μια συζήτηση να ξεκινήσω, πρωτίστως, από την είδηση, κύριε Αθανίτη. Καινούργια ταινία, έπειτα από το βραβευμένο και επιτυχημένο «Invisible» του 2016. Ο δε τίτλος της είναι άκρως ελκυστικός: «Μήδεια»! Όπως όλοι μας, έτσι και ‘γω φυσικά, ανυπομονούμε να πληροφορηθούμε ποιος είναι ο σημαντικός, σεναριακός κύκλος που θα περιστοιχίζει την ταινία;

Η ταινία στηρίζεται στο αριστούργημα του Ευρυπίδη, το οποίο διατηρώ σχεδόν αυτούσιο αλλά με κάποιες σημαντικές παρεμβάσεις και τομές στην δομή του έργου. Αν και είναι γνωστός ο μύθος, στο σενάριο υπάρχουν συνεχείς ανατροπές και το απροσδόκητο κυριαρχεί στην εξέλιξη της ιστορίας. Ο χρόνος δεν είναι σαφώς ορισμένος αλλά σίγουρα είναι πολύ μακρυά από το σήμερα, στο απώτερο παρελθόν. Ακραίος θα είναι και ο χώρος στον οποίο θα κινηθούν τα πρόσωπα. Το να επιχειρήσω σήμερα μια κινηματογραφική μεταφορά της Μήδειας, είναι μια μεγάλη προκληση. Τα τελευταία πενήντα χρόνια κανείς δεν τόλμησε κάτι τέτοιο στην Ελλάδα, στον φυσικό χώρο της τραγωδίας και δύο εκδοχές του έργου που γυρίστηκαν στην Ευρώπη από γνωστούς σκηνοθέτες, δεν πέτυχαν. Ωστόσο είναι ένα παλιό μου σχέδιο και μια πρόκληση που θέλω να αντιμετωπίσω. Δεν στοχεύω σε μεταφορά του θεατρικού αλλά σε μια αποκαλυπτική θα έλεγα, επανεφεύρεση του έργου με πρωτογενή, αρχετυπικά στοιχεία.

Η μυθιστορία της Μήδειας, αυτής της κόρης θεών, που ασκούσε την τέχνη της μαγείας, είναι βίαιη, καταραμένη, σκοτεινή, δυνατή, αδίστακτη ως χαρακτήρας, θηλυκό εκτός των γνωστών συμβάσεων, είναι μια serial killer, πάντα, όμως, με γνώμονα τον έρωτα. Καθολικά ταγμένη στην αγάπη, αλλά και θανάσιμα δολοφονική. Είναι ο Έρως και ο Αντιέρως. Σφάζει τον αδελφό της Άψυρτο για να διαφύγει με τον αγαπημένο της Ιάσωνα. Πείθει τις κόρες του Πελία να βράσουν τον πατέρα τους για να απαλλαγεί ο αγαπημένος της. Κατακαίει με δηλητηριασμένο χιτώνα την αντίζηλο της Γλαύκη και τέλος για λόγους εκδίκησης ενδύεται μητροκτόνος. Τρομερή! Τι σας γοητεύει από αυτή την γυναίκα;

Στην ταινία όπως και στο έργο του Ευρυπίδη, συναντάμε την Μήδεια στο τέλος όλων αυτών. Τώρα είναι εξόριστη με τα παιδιά της και τον Ιάσωνα στην Κόρινθο. Ο Ιάσονας θα την εγκαταλείψει και ο βασιλιάς της πόλης την διατάσσει να φύγει. Η Μήδεια είναι πια η μητέρα, η ξένη, η έκπτωτη. Βέβαια, ο έρωτας είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από όλα όσα έχει κάνει κι από αυτά που θα κάνει. Και η ίδια είναι ένα πρόσωπο βαθιά ερωτικό, ειδικά αν σκεφθείς και τις ασυνήθιστες ικανότητες που διαθέτει, που τις βάζει κι αυτές στην υπηρεσία του πάθους.  Η Μήδεια και ο Ιάσων είναι ένα ζευγάρι κολασμένων εραστών.

Αυτό όμως που με έλκει πάνω από όλα σ’ αυτή την πολύπλοκη προσωπικότητα, είναι ο αγώνας της ενάντια στην εξουσία. Ενάντια στην εξουσία που παραμένει κατά βάσην ανδρική. Με συγκινεί ο διπλός και τόσο άνισος αγώνας που επιχειρεί και που μοιάζει χαμένος εξ αρχής, τόσο μάταιος. Κι όμως αυτή τον δίνει λυσσαλέα, μέχρι τέλους, ξεπερνώντας κάθε φυσικό και κοινωνικό όριο. Και νικά. Με θυσίες ανυπολόγιστες, αλλά νικά. Δεν υπήρξε ποτέ και δεν υπάρχει πιο τραγικό πρόσωπο από την Μήδεια. Ταυτόχρονα είναι μια γυναίκα δυνατή, με πολλά πρόσωπα. Έτσι κι αλλιώς πιστεύω στις δυνατές γυναίκες. Και στο σινεμά και στη ζωή. Αυτές με γοητεύουν, αυτές ερωτεύομαι, αυτές με συγκινούν. Σε όλες τις ταινίες μου οι γυναίκες κυνηγούν την ζωή όπως την θέλουν αυτές και δεν διστάζουν αν χρειαστεί, να φτάσουν στα άκρα.

Υπάρχει κάπου, κάποια Μήδεια στον καιρό μας και ποια είναι;

Η Μήδεια είναι η γυναίκα, η μητέρα, η ξένη, η έκπτωτη. Ένα πρόσωπο απολύτως σύγχρονο, ένα αρχέτυπο τελείως επίκαιρο. Και βέβαια η επιλογή μου έχει προηγούμενο. Στην αμέσως προηγούμενη ταινία μου πριν το «Invisible», τις «Τρεις Μέρες Ευτυχίας» οι ηρωϊδες είναι τρεις νέες γυναίκες που μάχονται κόντρα στο περιβάλλον για να βαδίσουν τον δικό τους δρόμο. Υπάρχει στην ταινία μια τέταρτη γυναίκα, μητέρα της μιας ηρωίδας, που επιχειρεί να αντιμετωπίσει την Ύβρι που δέχεται, με τρόπο τόσο ακραίο που θυμίζει την Μήδεια: αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια του ένοχου άντρα της. Γιατί και η Μήδεια ένα κομμάτι του εαυτού της σκοτώνει, όταν αφαιρεί την ζωή των παιδιών της.

Σήμερα, παντού κυριαρχεί η γυναικεία φύση και, μάλιστα, πιο επιτυχημένα από αυτή του ανδρός απ΄ ότι διαφαίνεται. Οικογένεια, εργασία, τέχνες, πολιτική, επιστήμες, η θηλυκή αρχή βρίσκεται επί των επάλξεων και μάχεται με σθένος. Είστε της άποψης, ότι ο 21ος αιώνας είναι αυτός που θα τοποθετήσει την γυναίκα έμπροσθεν των τρομερών γεγονότων του πλανήτη και, μάλιστα, θα νοικοκυρέψει την κατάσταση, αυτή που τόσες χιλιάδες χρόνια από την ανδρική κυριαρχία απέτυχε;

Η γυναίκα είναι σήμερα παρούσα παντού αλλά δεν ξέρω πόσο συχνά βάζει μια διαφορετική σφραγίδα αν και καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι. Εξ άλλου είναι μεν παρούσα αλλά όχι καθοριστικά. Φοβάμαι πως αυτό έχει σε μεγάλο βαθμό συνδυαστεί με υιοθέτηση του ανδρικού λόγου, κάτι που ακυρώνει συχνά τις ίδιες τις γυναίκες και ταυτόγχρονα είναι ένας ευνουχισμός για ολόκληρη την κοινωνία σε τελική ανάλυση.

Αντίο Βερολίνο 1994

               Καμιά Συμπάθεια για τον Διάβολο – 1997

2000+1 Στιγμές – 2001

«Στον πολιτισμό πριμοδοτήθηκε το ψεύτικο, το ασήμαντο, το ακίνδυνο στη θέση του αληθινού. Δηλαδή ο ευνουχισμός απέναντι στη ζωή»

Invisible – 2016

Τρεις Μέρες Ευτυχία; – 2012

 

Η δική σας κινηματογραφική «Μήδεια» θα είναι το αρχέγονο πρότυπο ή αυτό της κάθαρσης και της εκδίκηση, καθότι η κόρη του Αιήτη φανερώνεται με διττή υπόσταση στην τραγωδία του Ευριπίδη. Η γυναικεία μανία και η απόλυτη βαναυσότητα από την μία όψη και η γυναίκα δίχως πατρίδα που απογυμνώνει την παρακμή και την ύβρη από την άλλη. Η τελευταία όψη είναι και η θεοκρατική της, άλλωστε, ως προς την πτώση των ανθρώπινων αξιών. Το χθες με το σήμερα και πόσο ομοιάζουν μεταξύ τους. Εσείς ποια από τις δυο όψεις της θα ακολουθήσετε στην ταινία σας;

Δεν πιστεύω στην εκδίκηση. Η Μήδεια τιμωρεί, δεν εκδικείται. Φέρει την κάθαρση. Κάθαρση ακραία, απίστευτα σκληρή. Μια εξέλιξη που δεν υποψιάζονται καν οι αλαζόνες φορείς της εξουσίας.

Η Μήδεια αντιδρά στον απόλυτο παραλογισμό που της επιβάλλουν και αφού την χρησιμοποιήσουν, την πετούν στα σκουπίδια. Θα έλεγα ότι επιβάλλει μια θεία τιμωρία κι ίσως αυτός είναι ο λόγος που ένα έργο τόσο προκλητικό μπόρεσε να παρουσιαστεί δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν. Μου φαίνεται αδιανόητο το θάρρος του Ευρυπίδη να την δικαιώσει αλλά και η ωριμότητα των θεατών και μιας ολόκληρης κοινωνίας που μπορούσε να αποδεχθούν μια τέτοια κατάληξη.

Πότε, με το καλό ξεκινάτε τις προετοιμασίες, τα γυρίσματα και σε ποιο χρόνο θα αποκαλυφθεί στις σκοτεινές αίθουσες;

Έχω ξεκινήσει προετοιμασίες, αναζητήσεις χώρων και συζητήσεις με βασικούς συνεργάτες εδώ και αρκετό καιρό. Είναι μεγάλες οι απαιτήσεις και οι δυσκολίες του εγχειρήματος και σε επίπεδο παραγωγής. Αφήνω ανοιχτό τον χρόνο μπροστά μια και κύριο μέλημα μου είναι να πετύχω αυτό που θέλω.

Έχετε επιλέξει πρωταγωνιστές;

Είναι και η διανομή μια τεράστια πρόκληση μαζί με τις άλλες. Δεν έχω καταλήξει ακόμη αλλά σίγουρα θα είναι κορυφαία ονόματα και βέβαια και κάποια πρόσωπα με τα οποία δεν έχω συνεργασθεί ξανά.

Πως περιγράφετε την σημερινή Ελλάδα, κ. Αθανίτη, εξαιρώντας το οικονομικό επίπεδο, για ευνόητους λόγους, για να παραμείνουμε στο κοινωνικό-πολιτικό και πολιτιστικό πεδίο. Υπάρχει ενδιαφέρον ή αναζητείται ελπίς, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι μας; Για να είμαι πιο ακριβής, η εσωτερική φωτιά της χώρας είναι ακόμα αναμμένη;    

Η εσωτερική φωτιά της χώρας, όπως ωραία το θέτετε, τρεμοσβύνει. Κυριαρχεί ένας τυφλός,  συχνά υστερικός λόγος, το συνεχές χάδι στο ακκιζόμενο τίποτα, η προβολή ξεπερασμένων κλισέ και ψεύτικων αξιών που στήνονται μέσα από επικοινωνιακά πυροτεχνήματα. Ένα βαθύ κενό τρυπώνει όλο και πιο βαθιά στην καρδιά της κοινωνίας μας. Πρέπει να βγούμε από τα μικρά εγώ που υπερασπιζόμαστε σαν μελοθάνατοι.

Οι κλειδώσεις, πάντως του Έλληνα μοιάζουν να είναι γεμάτες άλατα και να υποφέρουν από δυσκαμψία. Μηδέ πόδα, μηδέ χείρα, μηδέ φωνή ορθώνουμε. Σαν να ζούμε σε άλλον πλανήτη, παρατηρώντας τα σοβαρά γεγονότα που άμεσα μας αφορούν από την μικρή, σπιτική μας οθόνη. Εάν συμφωνείται εξηγήστε μου, ως άνθρωπος των τεχνών, που οφείλεται αυτό;

Ακριβώς έτσι είναι. Έχει κτιστεί ένα μικροαστικό πρότυπο ζωής εδώ και αρκετές δεκαετίες που βάζει το ατομικό μπροστά από το κοινωνικό και τα φτηνά εύκολα ψέμματα στη θέση της αλήθειας. Στον πολιτισμό πριμοδοτήθηκε το ψεύτικο, το ασήμαντο, το ακίνδυνο στη θέση του αληθινού. Δηλαδή ο ευνουχισμός απέναντι στη ζωή. Η περιχαράκωση σε ένα παιδαριώδες εγώ απέναντι στον έρωτα. Και βέβαια η αντίστοιχη αισθητική.Και μην ξεχνάμε ότι η αισθητική είναι πάντα και ηθική.

Όταν το 1993 μιλούσα στην πρώτη μικρή ταινία μου  «Φιλοσοφία», για τη χρεοκοπία της χώρας αυτό θεωρήθηκε επιστημονική φαντασία και πήρε το αντίστοιχο βραβείο στη Δράμα. Είναι τρομερό να αρνείται να δει μια κοινωνία τον εαυτό της στον καθρέφτη, να σηκώσει το πλαστικό χαλί της επιφάνειας.

Ελάχιστο χρόνο μετά το «Invisible», κυκλοφόρησε, επίσης με επιτυχία, το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο σας «Μυστικές Συναντήσεις». Συγγραφικά έχετε κάτι καινούργιο στα σκαριά;

Η συγγραφική μου δουλειά είναι τώρα στραμμένη κυρίως στο σινεμά. Γράφω αλλά δεν είναι ακόμη καιρός για να εκδώσω νέο βιβλίο. Πάντως μέσα από την τεράστια περιοδεία με το βιβλίο και την ταινία σε όλη την Ελλάδα, μιλάμε για πάνω από 35 πόλεις, το πιο όμορφο και αισιόδοξο, πέρα από την προσωπική ικανοποίηση, ήταν ότι συνάντησα παντού ανθρώπους με πάθος, ανθρώπους που δεν παραιτούνται, που στήνουν κοινότητες, που προσπαθούν έστω και με ελάχιστα μέσα, που δημιουργούν. Είναι υπέροχο.