fbpx

«Ο «Ρουκετάνθρωπος» της παγκόσμιας showbiz και ο Κύπριος Τζίμι διασώζουν τον ρυθμό του ενδιαφέροντος», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Την εποχή που προβλήθηκε στους κινηματογράφους η «Ολέθρια Σχέση» (Fatal Attraction -1987) του Άντριαν Λιν με τον Μάικλ Ντάγκλας και την Γκλεν Κλόουζ, βαρύς έπεσε ο προβληματισμός στους απανταχού «ζημιάρηδες» νυμφευμένους. Το διόλου φανταστικό σενάριο της ταινίας με την εξωσυζυγική σχέση επιπόλαιου ανδρός και την γυναίκα των επικών, σεξουαλικών συναντήσεων που στο φινάλε το περιφρονημένο θήλυ μεθοδευμένα οικοδομεί περιβάλλον φρίκης στον «οικογενειάρχη», δημιούργησε ουκ ολίγους εφιάλτες στις ζωές των φανατικών του ποδόγυρου.

Εδώ που τα λέμε δεν είναι και ασήμαντο να ποδοπατείς, σχεδόν να «καις» σε πυρά αλόγιστη τα όνειρα της κάθε γυναίκας που στην μορφή του τακτοποιημένου αρσενικού (ελεύθερου ή καπαρωμένου από άλλη γυναίκα με τέκνα) οραματίζεται τις σταθερές του γυναικείου ψυχισμού γύρω από την αποκλειστικότητα, την μητρότητα, αλλά και την εύμορφη εικόνα της νύφης με όλα τα συμπαρομαρτούντα, ειδικά όταν δεν έχει ανέλθει μαρμάρινες κλίμακες ναών και δημαρχείων. Μικροαστική πεποίθηση όλα τα παραπάνω, θα σκεφτείτε εύλογα, δυστυχώς όμως ολούθε στον πλανήτη οι κοινωνίες με αυτά τα υλικά στέριωσαν και αναπτύχθηκαν πολιτισμικά: Πιστότητα, αποκλειστικότητα, σεβασμός και αξιοπρέπεια στον σύντροφο της ζωής, εφόσον υπάρχει η αγάπη και όχι τσιλημπουρδήματα και από κανάρα σε κανάρα να φτερουγίζει ο κάθε σεξιστικός χοίρος.

Το ζητούμενο της αναφοράς μας είναι το τι ακριβώς μένει στον βυθό και στην επιφάνεια της καρδιάς του κάθε απατημένου ή ταπεινωμένου θηλυκού από την συμπεριφορά του ήδη «καπαρωμένου»  αρσενικού που λαχτάρησε εξωσυζυγικές δραστηριότητες για να ξεφύγει από την οικογενειακή ρουτίνα. Διακρίνουμε θυμό, μένος, πυρακτωμένο πάθος για εκδίκηση στο επίπεδο του αφανισμού, εφόσον το «αντράκι» την έχει απορρίψει καθολικά και ως μέταλλο που έλκετε από τον δυνατό μαγνήτη επιστρέφει ξανά στην ασφάλεια της γυναικός και στην θαλπωρή του σπιτιού του. Ο Άντριαν Λιν πέτυχε κινηματογραφικά όλο το περιβάλλον, αναδύοντας τα πραγματικά, σκοτεινά συναισθήματα της γυναίκας που πετάχτηκε σαν την τρίχα από το ζυμάρι και μετασχηματίζεται σε μαινάδα, αποφασισμένη να διαγράψει από τον χάρτη των ανθρώπων τον ξεφτίλα.

Ο ρεαλιστικός τρόμος, όπως ονομάζεται κινηματογραφικά το σεναριακό ένδυμα των συγκεκριμένων ταινιών θρίλερ επικεντρωμένο στην ταπεινωμένη γυναικεία ψυχοσύνθεση σε πλήρη δράση εντός του σκοτεινού βασίλειου της ψυχασθένειας, ουδεμία συγγένεια έχει με τον μισογυνιστικό χαρακτηρισμό της «γυναίκας αράχνης», που αφανίζει τα αρσενικά με ιδιοτελή, καθ΄ όλα σκεπτόμενα κίνητρα, κυρίως αυτά του πλούτου ή απλά και αμαζονικά την απαξία του ανδρικού φύλου.

Για να κλείσουμε σε παρεμφερές μοτίβο, αυτό της ενήλικης, θηλυκής ψυχασθένειας που βασανίζει εκδικητικά και μέχρι θανάτου τους άνδρες – πετυχημένο είδος στο μεγάλο πανί της 7ης Τέχνης – βλέπουμε την ταινία του 1990 «Misery» σε σκηνοθεσία Ρομπ Ράινερ με τον Τζέιμς Κάαν και την Κάθι Μπέιτς που της χάρισε και το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου, βασισμένο στο βιβλίο του μετρ του τρόμου Στιβεν Κινγκ.

Βέβαια, εδώ έχουμε μια κλινική περίπτωση θηλυκής ύπαρξης σε συνδυασμό με την απομόνωση και την μοναχικότητα μιας γυναίκας της αμερικανικής υπαίθρου, που απίθωσε το alter ego της στην ηρωίδα ενός μπεστελερά συγγραφέα, ο οποίος αποφάσισε να βάλει τέλος στις λογοτεχνικές περιπέτειες της διάσημης ηρωίδας του. Και ο άνθρωπος – ω την ατυχία του –  έπεσε στα χέρια της φανατικής, θεότρελης θαυμάστριας του με το πένθιμο χειρόγραφο στη σάκα του. Εικάζω, ότι έπειτα από την ταινία του Ράινερ  αρκετοί συγγραφείς έγιναν πιο προσεκτικοί με τις χάρτινες ηρωίδες τους.   

Το αργεντίνικο, θρίλερ αριστούργημα του Χουάν Χοσέ Καμπανέλα «Το Μυστικό στα Μάτια της» (El Secreto De Sus Ojos – 2009), που σύστησε στο ευρύτερο ελλαδικό, κινηματογραφόφιλο κοινό τον εξαίρετο ηθοποιό Ρικάρντο Νταρίν κινήθηκε στο ίδιο επίπεδο της γυναικείας εκδίκησης, αλλά σε βάθος χρόνου και με διαφορετικά κίνητρα (άλλωστε η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, αναφέρει η σοφή, λαϊκή κρίση), κέρδισε το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας το 2010, πέρασε από το αλεστήρι του remake και σήκωσε την τρίχα κάγκελο από την επιδερμίδα μας.

Άνδρες, δίχως τον χαρακτήρα της συμβουλής, προσοχή: πίσω από την όποια μορφή του θηλυκού εξωτερικού ή εσωτερικού κάλλους, εν δυνάμει κρύβεται μια θεά Ήρα που δεν χωρατεύει και συνεχώς καραδοκεί.  

«Rocketman»

 

  • Είδος: Μιούζικαλ βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντέξτερ Φλέτσερ
  • Με τους: Τάρον Ετζερτον, Τζέιμι Μπελ, Ρίτσαρντ Μάντεν, Μπράις Ντάλας Χάουαρντ,
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Odeon

Γεννημένος στο μεσοαστικό και καλοβαλμένο προάστιο Πίνερ στο Μίντλεσεξ  του βορειοδυτικού Λονδίνου το 1947, ο Ρέτζιναλ Κένεθ Ντουάιτ, κατά κόσμο Έλτον Τζον, έδειξε από μικρός ξεκάθαρα την έφεση του στην μουσική. Ο στρατιωτικός, σκληροτράχηλος πατέρας του, αδιάφορος για το παιδί και την οικογένεια του, εντελώς απών στις ανάγκες του μικρού Ρέτζι, αλλά και μια μάνα (Μπράις Ντάλας Χάουαρντ  – καλή) να ψάχνει το κλειδί της ευζωίας, ο μικρός είχε ως μοναδικό στήριγμα την αφοσίωση της γιαγιάς (Τζέμα Τζόουνς – καλή), που τον οδήγησε να διδαχθεί μουσική.

Κερδίζει υποτροφία στην Βασιλική Ακαδημία Μουσικής σε ηλικία 11 ετών και τα τραγούδια του Έλβις Πρίσλεϊ, αλλά και ο εκρηκτικός ήχος του Ρολ εντ Ρολ της εποχής ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες της επιτυχίας στον Ρέτζι, που άλλαξε το όνομα του σε Έλτον Τζον (Τάρον Έγκερτον – καταπληκτικός!).

Από εκεί και έπειτα, όπως βιογραφείται στην ταινία ακολουθούμε την πορεία ενός μεγάλου καλλιτέχνη που με το ύφος, το στιλ, τα τραγούδια και τις εμφανίσεις του καθιερώθηκε στην παγκόσμια μουσική σκηνή.

Μια χρονική πορεία 30 χρόνων, από το 1960 έως το 1990, που ο Έλτον μπήκε σε κλινική απεξάρτησης από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, η ταινία εκτός των μεγάλων επιτυχιών του αναφέρεται στην ομοφυλοφιλία του τραγουδιστή, τις ντρόγκες, τις κρεπάλες, αλλά και στην ανιδιοτελή, σταθερή φιλία με τον στιχουργό του Μπέρνι Ταουπίν (Τζίμι Μπέιλ – πολύ καλός) και την πρώτη ερωτική του σχέση του με τον, επί 28 συνεχόμενα χρόνια, μάνατζερ Τζον Ρίντ (Ρίτσαρντ Μάντεν – πολύ καλός).

Να ξεκινήσω από την εκπληκτική δουλειά της υποψήφιας για Όσκαρ μακιγιέζ Λίζι Γεωργίου (Φύλακες του Γαλαξία), που παρέλαβε τον Τάρον Έγκερτον (πρωταγωνιστής των δυο ταινιών «Kingsman») και τον έφερε ίδια μούρη ως Έλτον Τζον στην νεότητά του, κάτι που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία θεατές θα το διαπιστώσουν άμεσα. Να συνεχίσω με την φαντασμαγορική εργασία του ενδυματολόγου  Τζούλιαν Ντέι, που έδωσε όλη την ατμόσφαιρα της εποχής και το ύφος του καλλιτέχνη με τα κοστούμια υπερπαραγωγή. Άλλωστε ο Έλτον Τζον είναι ο μουσικός που χαρακτηρίζεται ως ο «πατέρας» του Glitter Rock ή Glam Rock με τα εξωφρενικά σατέν, τα φτερά, τα γεμάτα πολύχρωμες πούλιες ρούχα, μαζί και τα παπούτσια πλατφόρμες (T-Rex, David Bowie, Roxy Music, Gary Glitter, Slade).

Η ιστορία της ταινίας είναι βασισμένη στο σενάριο ενός μουσικο-θεατρικού σόου που είχε ανεβάσει ο Έλτον Τζον με τον σύζυγο του και συν-παραγωγό της ταινίας Ντέιβιντ Φέρνις στο Λας Βέγκας και αφορούσε εν είδει βιογραφίας την πορεία του τραγουδιστή. Από εκεί και έπειτα ο σκηνοθέτης Ντέξτερ Φλέτσερ, που ολοκλήρωσε το οσκαρικό «Bohemian Rhapsody» – έπειτα από την αποχώρηση του Μπράιαν Σίνγκερ λόγω σκανδάλου –  έδωσε αυτό που ήθελε ο ίδιος ο Ελτον Τζον. Γκλάμουρ, αλήθειες και πολύ μουσική εντός και εκτός πλαισίου, δηλαδή, μια μιούζικαλ άποψη στυλ «All That Jazz», όπου ο ρεαλισμός ανταμώνει αισθητικά με το φαντασιακό.

Στην αρχή, αλήθεια είναι, ότι ένοιωσα άβολα με την προσθήκη μουσικοχορευτικών πλάνων, αλλά στην συνέχεια θεώρησα πως αυτή η άποψη δεν τραυματίζει το αποτέλεσμα, αφού δεν σβήνει με γομολάστιχα την ακολουθία των όποιων ερωτικών επιλογών του καλλιτέχνη, ούτε τις διαδρομές του  στους πάτους των μπουκαλιών με αλκοόλ και των ναρκωτικών ουσιών. Κοινώς δεν ωραιοποιεί, ούτε τεντώνει το δάχτυλο κραυγαλέα για να δείξει την κατάντια, αλλά ελαφραίνει την δυστυχία, μετασχηματίζοντας την σε τραγούδι.   

Το σενάριο του Λι Χολ (Μπίλι Έλιοτ) είναι καλά δομημένο σε όλα τα επίπεδα της πλοκής και τα τραγούδια λειτουργούν ως το γερό παξιμάδι που στεριώνει την βίδα στον ψυχισμού του Έλτον.

Η διεύθυνση παραγωγής του Μάθιου Βον («X-Men: Η Πρώτη Γενιά», «Fantastic Four»,  ο οποίος είχε σκηνοθετήσει τον Έλτον Τζον στην σύντομη εμφάνισή του στο «Kingsman) είναι ατσαλάκωτη κερδίζει τις εντυπώσεις και το σημαντικότερο είναι, πως ο Τάρον Έγκερτον τραγουδάει ο ίδιος, (ο μπαγάσας τα ρίχνει καλά), χορεύει και ερμηνεύει τον Έλτον με την ακρίβεια και την σταθερότητα ενός γνώμονα.

Το «Rocketman» δεν είναι το μελιστάλαχτο, δραματοποιημένο «Bohemian Rhapsody». Είναι ένα χύμα, έντιμο biopic που δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλο του, τολμηρό για τα συντηρητικά πατρόν των μεγάλων, χολιγουτιανών στούντιο αλλά και διασκεδαστικό συνάμα, κάτι που δεν τόλμησε, περισσότερο για εμπορικούς λόγους, η βιογραφία του Φρέντι Μέρκιουρι. Διαθέτει όλους τους προβληματισμούς τις ανασφάλειες, τις ευαισθησίες ενός μεγάλου, διάσημου και επιτυχημένου ροκ σταρ εν ζωή, που δεν κώλωσε να πει ανοιχτά… «Να, αυτός είμαι!» Αυτός είναι ο Έλτον Τζον, κυρίες και κύριοι. Απολαύστε τον!   

«Αναζητώντας τον Χέντριξ»

 

  • Είδος: Κομεντί, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Κύπρος, Γερμανία, Ελλάδα (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μάριος Πιπερίδης
  • Με τους: Βίκυ Παπαδοπούλου, Αδάμ Βουσδούκος, Φατίχ Αλ, Οζγκούρ Καραντενίζ, Γιάννης Κόκκινος, Βαλεντίνος Κόκκινος, Τόνυ Δημητρίου, Κωνσταντίνος Τσιώλης, Γεωργία Κωνσταντίνου
  • Διάρκεια: 93΄
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας Μυθοπλασίας Φεστιβάλ Tribeca – Βραβείο ΙΡΙΣ Καλύτερου Σεναρίου, Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου

Ο Ελληνοκύπριος, Γιάννης (Αδάμ Μπουσδούκος – πολύ καλός), είναι ένας ξοφλημένος μουσικός, του οποίου η ζωή δεν κυλά όπως ακριβώς την είχε φανταστεί. Η κοπέλα του Κίκα (Βίκυ Παπαδοπούλου – καλή) τον έχει εγκαταλείψει, συνεχίζοντας την ζωή της με άλλη σχέση,  η σπιτονοικοκυρά του ζητάει τα ενοίκια της και τον απειλεί πως θα τον πετάξει στον δρόμο, ενώ οι «δανειστές» του, έχουν γίνει στενός κορσές. Σχεδιάζει να φύγει κρυφά το συντομότερο από την Λευκωσία για την Ολλανδία μαζί με τον αγαπημένο του σκύλο, τον Τζίμι, ξεπουλώντας το βιος του για να μαζέψει τα χρήματα του ταξιδιού.

Όταν όμως ο σκύλος του σε μια βόλτα το σκάει προς την τουρκοκρατούμενη πλευρά του νησιού, ο Γιάννης περνάει για πρώτη φορά μετά την τουρκική κατοχή την νεκρή ζώνη για να φέρει πίσω τον Τζίμι. Τον ανακαλύπτει στην τουρκική φρουρά και πάνω που είναι έτοιμος να περάσει ξανά στην κυπριακή Λευκωσία έχει να αντιμετωπίσει μια ευρωπαϊκή νομοθεσία που απαγορεύει τη διέλευση ζώων στις ελεύθερες περιοχές.

Εγκλωβισμένος και απεγνωσμένος στα κατεχόμενα αναγκάζεται να ζητήσει την βοήθεια της Κίκας, καθώς επίσης και του Χασάν (Φατίχ Αλ – πολύ καλός), ενός Τούρκου έποικου, που ζει με την οικογένεια του στα κατεχόμενα και στο σπίτι που γεννήθηκε ο Γιάννης.

Ο Χασάν απευθύνεται στον λαθρέμπορο Τουρμπέκ (Οζγκούρ Καραντενίζ – καλός), που έχει την δυνατότητα να περάσει τον σκυλάκο δίχως προβλήματα, αλλά μια καρφωτή στραβώνει την δουλειά. Οι τέσσερις τους προσπαθούν να φυγαδεύσουν τον Τζίμι, πίσω στις ελεύθερες περιοχές.

Ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία του Ελληνοκύπριου Μάριου Πιπερίδη και σενάριο δικό του, βασισμένο σε πραγματικό γεγονός, είναι μια feelgood περιπέτεια με χιούμορ φτιαγμένη, που σε ξεναγεί σε έναν κόσμο εντελώς άγνωστο για τους Έλληνες. Ποιοι είναι οι Τούρκοι έποικοι που 45 χρόνια τώρα κατοικούν αόρατοι στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη.

Αυτοί που δεν είναι Τουρκοκύπριοι, αλλά άνθρωποι που ήρθαν με εντολή από την ηγεσία της Τουρκίας για να κατοικήσουν στην κατακτημένη πλευρά του νησιού, ζώντας στα σπίτια των Κυπριών που εγκατέλειψαν μετά την εισβολή.

Ο Χασάν είναι δεύτερης γενιάς έποικος, νέος άνθρωπος με όνειρα για αυτόν και την οικογένεια του, πολυτεχνίτης, που θέλει να φύγει στο εξωτερικό για μια καλύτερη ζωή, καθώς το καθεστώς τον έχει εγκλωβίσει αδιέξοδα στην κατεχόμενη πλευρά της Λευκωσίας. Ως έποικος δεν έχει διαβατήριο, δεν μπορεί να περάσει την γραμμή και να δουλέψει στην αποκεί πλευρά, όπως οι Τουρκοκύπριοι και απλά συνεχίζει την θλιβερή ζωή του.

Ο Πιπερίδης απελευθερώνει τα μηνύματα ανθρωπιάς μέσα από την δράση που αναπτύσσεται κατά την διάρκεια της αναζήτησης και φυγάδευσης του σκύλου Τζίμι. Η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον Τούρκο Χασάν και τον Κύπριο Γιάννη, ο οποίος μεγάλωσε στην Γερμανία και ποτέ του δεν πέρασε την διαχωριστική γραμμή είναι ισόβαρη, καθώς και οι δυο ήρωες είναι σε κενού πτώση, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους.

Η ταινία έχει καλό ρυθμό και με όχημα το απλό σενάριο της διάσωσης ενός σκύλου, ξεδιπλώνεται μια όμορφη και ανθρώπινη ακολουθία, όπου το δράμα μετασχηματίζεται σε ενδιαφέρον, κινηματογραφικό προϊόν, διανθισμένο με κωμικές καταστάσεις δίχως να γίνεται φαιδρό. Τόσο ο Αδάμ Μπουδούκος ( πρωταγωνιστής στις ταινίες του Φατίχ Ακίν: «Μαζί, Ποτέ!», «Soul Kitchen») όσο και ο Φατίχ Αλ είναι εξαιρετικοί.

Ευπρεπής η σκηνοθετική δουλειά του Μάριου Πιπερίδη, που του χάρισε, μάλιστα, το Βραβείο Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας Μυθοπλασίας στο Φεστιβάλ Tribeca, βλέπεται ευχάριστα, αφήνοντας καλές εντυπώσεις.           

«Ma»

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τέιτ Τέιλορ
  • Με τους: Οκτάβια Σπένσερ, Τζούλιετ Λιούις, Νταϊάνα Σίλβερς, Λουκ Έβανς, ΜακΚέιλι Μίλερ
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

H Σου Αν (Οκτάβια Σπένσερ – καλή), μια φαινομενικά άκακη και μοναχική γυναίκα ζει ήσυχα στην επαρχιακή πόλη του Οχάιο. Όταν η έφηβη Μάγκι (Νταϊάνα Σίλβερς) της ζητάει να αγοράσει αλκοόλ για εκείνη και την παρέα της, η Σου Αν βρίσκει την ευκαιρία να κάνει νέους φίλους. Οι έφηβοι ως γνωστόν στο τέλος της εβδομάδας θέλουν να φτιάξουν ένα παρτάκι και όπως συνηθίζουν μαζεύονται όλοι μαζί σε υπαίθριο μέρος που το ονομάζουν «βράχια», ανάβουν φωτιά, λένε σαχλαμάρες, πίνουν και ως συνήθως φλερτάρουν.   

Κατόπιν της αγοράς του αλκοόλ η Σου Αν προτείνει στην εφηβοπαρέα να τους παραχωρήσει το υπόγειο του σπιτιού της για να διασκεδάσουν, ώστε να είναι ασφαλή και να μη χρειαστεί να οδηγήσουν στην επιστροφή υπό την επήρεια του αλκοόλ. Οι νέοι αφού βλέπουν τον χώρο ξετρελαίνονται από το δώρο και συμφωνούν να αποδεχτούν την προσφορά και να στήνουν τα παρτάκια τους στο ειδικά διαμορφωμένο υπόγειο, χορεύοντας και πίνοντας.

Υπάρχουν όμως κανόνες, που πρέπει να τους εφαρμόσουν: Ένα από τα παιδιά πρέπει να παραμείνει νηφάλιο για να οδηγήσει το αυτοκίνητο. Δεν πρέπει να βλασφημούν. Δεν πρέπει να ανέβουν στον επάνω όροφο του σπιτιού και την Σου Αν να την φωνάζουν «Μα» (που σημαίνει μαμά).

Η Μάγκι παραβιάζει τον πρώτο όρο της συμφωνίας και ανεβάζει μια συμμαθήτρια της στον επάνω όροφο για να πάνε στην τουαλέτα. Μια μικρή περιοδεία στο σπίτι και μάλιστα στο δωμάτιο της Σου Αν αποκαλύπτει, ότι η φιλήσυχη και καλοπροαίρετη, μαύρη οικοδέσποινα, που εξυπηρετεί τα παιδιά να διασκεδάζουν έχει μια εμμονή με τους παλιούς συμμαθητές της, όταν εκείνη ήταν έφηβη, πριν 30 χρόνια και, βέβαια, οι περισσότεροι νέοι που παρτάρουν ανέμελα στο υπόγειό της είναι τα τέκνα των συμμαθητών της.

Όσο η παρέα των παιδιών σταδιακά απομακρύνεται φρικαρισμένη από τη συναναστροφή με τη ΜA, λόγω της ανατριχιαστικής αποκάλυψης και όσο δε χρειάζονται πια τη φιλοξενία της, η μυστηριώδης γυναίκα αρχίζει να γίνεται πιεστική και αυτό που αρχικά φάνταζε ως το τέλειο εφηβικό όνειρο αρχίζει να γίνεται εφιάλτης. Το σπίτι της Mα θα μεταμορφωθεί στο τέλειο σκοτεινό θέατρο που θα αναδυθούν παλιά, άσχημα γεγονότα έτοιμα για την μεγάλη εκδίκηση.

Η «Μα» του Αμερικανού σκηνοθέτη Τέιτ Τέιλορ (Υπηρέτριες) είναι η «Κάρι» σε προχωρημένη ηλικία, που άργησε να πάρει την εκδίκηση της. Φορμαρισμένο θρίλερ στο στοιχείο του ρεαλιστικού τρόμου, ένα πάντρεμα εφηβικού plot με ενήλικο σασμάν και την τραυματική εμπειρία μιας αγαθούλας μαθήτριας με τα ματομπούκαλα που τραμπουκίζεται αισχρά από όλο, σχεδόν, το σχολείο φυλαγμένο στα απόκρυφα δώματα του σεναρίου για να κυλήσει η αγωνία έως το τέλος που γίνεται το μεγάλο πατιρντί.

Η οσκαροβραβευμένη Οκτάβια Σπένσερ αρκετά έξω από τα νερά της, στήνει τους κατάλληλους, ψυχολογικούς αρμούς στο ανθρωπιστικό, κοινωνικό πλέγμα της ιστορίας στην αδιάφορη και ρουτινιάρικη επαρχία πόλη, που όλοι είναι γνωστοί μεταξύ τους.

Η παραγωγή του Τζέισον Μπλουμ («Τρέξε!», «Η Νύχτα με τις Μάσκες: Η Κάθαρση») διαχειρίζεται ικανοποιητικά το διαστροφικό κλίμα του σεναρίου και η σκηνοθεσία του Τείλορ πέφτει καθολικά επάνω στην έμπειρη ηθοποιό. Η κλιμακωτή μεταμόρφωση της Οκτάβια δεν έχει λάθη, αν και σκοντάφτει στον οργισμένο, εφηβικό περίγυρο, το γνωστό και μη εξαιρετέο υλικό για τις ταινίες του φανταστικού ή του ρεαλιστικού τρόμου των τελευταίων ετών. Άλλωστε, όπως έχει κατασταλάξει το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, αίμα δίχως σχολιαρόπαιδα είναι σπίτι χωρίς θεμέλια, τελικά!        

«Αποκαλύψεις»

(El desentierro  / The Uncovering)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ισπανία, Αργεντινή (2019)
  • Σκηνοθεσία: Νάτσο Ρουιπέρεζ
  • Με τους: Λεονάρντο Σμπαράλια, Χαν Κορνέτ, Μίτσελ Νόερ, Άνα Τορέντ, Τζιελένα Τζοβανόβα
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Weird Wave

Όταν o Ζόρντι επιστρέφει στο χωριό που μεγάλωσε για να παραστεί στην κηδεία του δημάρχου θείου του, μαθαίνει ότι ο πατέρας του δεν είναι, όπως πίστευε, θαμμένος στο νεκροταφείο του χωριού. Ο ξάδελφος του και γιός του μακαρίτη δημάρχου, ο Ντιέγκο, επίσης, πληροφορείται πως ο θάνατος του πατέρα του είναι δολοφονία, γιατί ο πρώτος άρχοντας του τόπου ήταν μπλεγμένος με την αλβανική μαφία σε σκάνδαλο δωροδοκίας. Αμέσως μετά, ο Ζόρντι διαπιστώνει ότι η Βέρα, μια νεαρή, Αλβανή κοπέλα που υποτίθεται ότι είχε σκοτωθεί μαζί με τον πατέρα του και την μητέρα της, είναι ακόμα ζωντανή.

Με αυτά τα νέα δεδομένα, ο Ζόρντι αποφασίζει να μείνει στο χωριό και να προσπαθήσει να ανακαλύψει τι πραγματικά συνέβη στον πατέρα του. Το ίδιο και ο Ντιέγκο.

 Σύντομα θα αντιμετωπίσουν μια σειρά από μυστηριώδεις καταστάσεις και οδυνηρές αποκαλύψεις, ενώ διάφοροι φόνοι έχουν στόχο να εμποδίσουν τον Ζόρντι να μάθει την αλήθεια, που κρατάει είκοσι χρόνια πίσω.

Ισπανική περιπέτεια μυστηρίου και αποκαλύψεων, που ανοίγει τα χαρτιά της μέσα από τα μυστικά του παρελθόντος μιας οικογένειας. Συνεχόμενο flashback, δράση και σενάριο κάτω του μετρίου να συναγωνίζεται σε υφή και ειδικό βάρος ελληνικό, τηλεοπτικό σίριαλ του συρμού.

Υπερβολές, σε όλα τα επίπεδα που διαδραματίζεται η πλοκή της ταινίας, καθώς ότι μπορούσε να σκεφτεί ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος Νάτσο Ρουιπέρεζ στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινίας του για να κάνει ντόρο το πέταξε, δημιουργώντας ένα βαρετό και ανούσιο θέμα με μαφία, απαγωγές, φόνους, δωροδοκίες, πολιτική ίντριγκα, παιδική πορνεία, σωματεμπορία, οικογενειακό δράμα, φλογερούς έρωτες, θυσία, κάθαρση και εξιλέωση, το ένα να πέφτει μετά από το άλλο στο βλέμμα μας, δίχως να αφομοιώνεις το παραμικρό.

Οι ισπανικές κινηματογραφικές παραγωγές, που κρατούσαν το κουτί της Πανδώρας στα χέρια τους με ταινίες θρίλερ και μυστηρίου, έχουν αρχίσει, κάμποσο καιρό, να παίρνουν την κάτω βόλτα με προορισμό την άκριτη μετριότητα, πανέτοιμες να πιάσουν το διπλανό στασίδι με αυτές της Φραγκίας, που ως ευτελή, κινηματογραφικά προϊόντα κάνουν την εμφάνιση τους, ως είθισται, την περίοδο του ελληνικού θέρους.      

«Γκοτζίλα ΙΙ: Ο Βασιλιάς των Τεράτων»

(Godzilla: King of the Monsters)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικλ Ντάκερτι
  • Με τους: Μίλι Μπόμπι Μπράουν, Βέρα Φαρμίγκα, Κάιλ Τσάντλερ, Ζανγκ Ζιγί, Κεν Γουατανάμπε, Τσαρλς Ντανς, Μπράντλεϊ Γουίτφορντ, Τόμας Μίντλντιτς, Αίσα Χιντς
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Tanweer

Το ζευγάρι των επιστημόνων, που στο πρώτο μέρος του Γκοζίλα του 2014 έχασε το ένα από τα δυο τέκνα του, ανταμώνει ξανά με την θυγατέρα στην εφηβεία και την μητέρα να έχει ανακαλύψει υπερσύγχρονη συσκευή που επικοινωνεί με τα τέρατα.  

Ο οργανισμός Μόναρκ, μια κρυφή ζωολογική ομάδα με πακτωλό χρημάτων που δουλεύει για το κράτος, επιστρατεύει την μάνα εφευρέτη για να αρχίσει τον διάλογο με ένα από τα τέρατα που είναι περιορισμένο σε ειδικές εγκαταστάσεις. Πάνω που ξεκίνησαν η επιστήμονας και το τέρας να κουβεντιάζουν μια τρομοκρατική οργάνωση οικολογικών απόψεων περί ισορροπίας και διάσωσης του πλανήτη Γη, κλέβει την συσκευή, απάγει την μάνα και την κόρη με σκοπό να απελευθερώσει την τερατική συμμορία εναντίον της ανθρωπότητας για να σταματήσει η μόλυνση και η κακοποίηση της Γης από τους ανθρώπους και ο πλανήτης να αναγεννηθεί.

Η Μόθρα, ο Ρόνταν και η ερεβώδης τρικέφαλη Γκιντόρα θα έρθουν αντιμέτωποι με τον Γκοτζίλα.

Το 1954, όταν ο ιαπωνικός, πλαστικός Gojira (Γκότζιρα) έκανε την εμφάνιση του στις κινηματογραφικές οθόνες κατάκτησε μεμιάς τις καρδιές μας ως το απόλυτο τέρας καταστροφής, κατά πολύ χειρότερο και από τον γοριλοτεράστιο βασιλιά Κονγκ. Πλήθος παραγωγών με τον Γκότζιρα λειτουργούσε σαν μαγεμένος αυλός στην cult διάθεση του κάθε κινηματογραφόφιλου και ο Γκότζιρα, που μετασχηματίστηκε σε Γκοτζίλα κρατούσε ευάερο θεωρείο στις καρδίες μας.

Δεν είναι λίγο να βλέπεις έναν μυθικών διατάσεων δεινόσαυρο να ισοπεδώνει στο ατσούμπαλο πέρασμα του ολόκληρες πόλεις (μινιατούρες τότε) και να τα βάζει με ομόσταυλα τέρατα σε μονομαχίες μέχρι θανάτου. Δράση και καταστροφή που δεν είχε καμιά σχέση με τον ερωτίλο Κινγκ Κονγκ, καθώς ο Γκοτζίλα δεν δίνει ούτε τσακιστό σεντ για την ανθρώπινη ύπαρξη. Έβγαινε στην πιάτσα και γινόταν γενική ανακαίνιση στον πλανήτη. Ε, μετά μπήκαν τα αμερικανάκια στο παιχνίδι γιατί είδαν πως έχει «ψωμί» το θέμα και άρχισε η στυγνή εμπορευματοποίηση, οπότε το τραχύ, cult άρωμα του πρωτόλειου θεάματος ξεθύμανε αισθητά στην ατμόσφαιρα του αδιάφορου και του ανούσιου.

Έτσι και στο νούμερο δυο αυτού του franchise (δεν συμπεριλαμβάνω τον Γκοτζίλα του Ρόναλντ Έμεριχ, 1998), που έστησε ένα ψηφιακό πανδαιμόνιο καταστροφής βάζοντας σε κώδωνα κενού αέρος όλο το συναίσθημα του θεατή, πλασάροντας και καλά, διάφορα μηνύματα οικολογικού ενδιαφέροντος και τρίχες κατσαρές.

Άφησε το τέρας να κάνει καλά αυτό που ξέρει και πέτα από την μέση την γαρνιτούρα που ονομάζεται άνθρωπος. Ούτως ή αλλιώς η ανθρώπινη παρουσία σε τέτοιου είδους ταινίες είναι αναλώσιμη και όχι ηρωική.

Τα τέρατα έτσι και βγουν, όπως στις ιαπωνικές παραγωγές, θα τα κάνουν όλα οικόπεδο και θα σταματήσουν μόνο όταν καταλάβουν ότι δεν έχουν αντίπαλο ή ενδιαφέρον. Κοντός ψαλμός αλληλούια: Σίγουρα θα δούμε σύντομα τον ζημιάρη Γκοτζίλα με τον καζανόβα Κινγκ Κονγκ να σφάζονται για τα μάτια μιας ωραίας. Το δεύτερο μέρος του Γκοτζίλα, πάντως δεν είναι ταινία με τέρατα, αλλά ταινία τεράτογλου.