fbpx

banner αεροδρομίου

 

Ο π. Ανδρέας Κονάνος, συζητάει με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Ναι, με ξύπναγαν τα παιδιά. Και με τις φωνές τους όταν βαριόμουν και νύσταζα, μα κυρίως με το φρέσκο μυαλό τους, τις απορίες τους, την κριτική τους, την ειλικρίνειά τους. Με προσγείωναν στο εδώ και τώρα και με ανάγκαζαν να φέρω τον Θεό και την αλήθεια Του στο εδώ και τώρα…»

Ο π. Ανδρέας Κονάνος γεννήθηκε στο Μόναχο το 1970. Κατάγεται από τα Ιωάννινα, έζησε στο Μόναχο κι απ’ το 1977 στην Αθήνα. Τελείωσε το κλασικό Λύκειο στο Περιστέρι και σπούδασε Θεολογία στην Αθήνα. Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος τον χειροτόνησε διάκονο το 1999 και το 2000 Πρεσβύτερο κι Αρχιμανδρίτη.

Ανέλαβε στην ενορία του φοιτητικές συναντήσεις, αγρυπνίες, ομιλίες, καθώς και διαλέξεις σε σχολές γονέων και πνευματικά κέντρα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Το 2006 άρχισε την εκπομπή «Αθέατα Περάσματα» στο Ραδιοφωνικό Σταθμό της Πειραϊκής Εκκλησίας. Αυτό έγινε αφορμή να δεχτεί προσκλήσεις για ομιλίες σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αμερικής. Η επαφή του με τα Ιεροσόλυμα, το Άγιον Όρος και με γέροντες εντός κι εκτός αυτού, αποτελούν πηγή δύναμης στη ζωή του.

Τρυφερός ο τίτλος του βιβλίου σας πατέρα Ανδρέα: «Ζακέτα να Πάρεις». Πιασιάρικος το δίχως άλλο. Αλλά και οι πωλήσεις, 10000 αντίτυπα. Σας χαροποεί το γεγονός έτσι δεν είναι;

Με χαροποιεί η εμπιστοσύνη που μου έδειξαν οι εκδόσεις Ψυχογιός, συγκεκριμένα ο κ. Θανάσης Ψυχογιός, ο εκδότης μου. Μα το θέμα είναι να πάμε παρακάτω, και να νοιαστώ για την απήχηση που θα έχει το βιβλίο αυτό στις ψυχές των γονιών που αγωνιούν για τα παιδιά τους. «Ζακέτα να πάρεις». Το είπε με μια παραλλαγή μια μάνα σε έναν νέο 27 ετών. Του έλεγε να ντυθεί ενώ αυτός δεν ζεσταινόταν. Και στο τέλος η μάνα είπε, ντύσου! Ο γιος απαντά, δεν κρυώνω! Και η μάνα είπε το αμίμητο, Κρυώνω εγώ!

Τελικά, το πιο σπουδαίο δώρο που μπορεί κανείς να κάνει στο παιδί του, είναι να το αφήνει ήσυχο;

Όχι να μην το αφήνει ήσυχο ούτε ένα  λεπτό! Ας το σκέφτεται, ας προσεύχεται, ας το νοιάζεται καρδιακά, ας το αγκαλιάζει νοερά όλη μέρα, ας του μιλά στα όνειρά του. Μα όλα αυτά, από μακριά. Χωρίς να το πνίγει, χωρίς να το εξουσιάζει, και κυρίως χωρίς να το ευνουχίζει υπαρξιακά, για να μην πω και πραγματικά, καθιστώντας το ανίκανο να ζήσει τη δική του ζωή, ανίκανο να βγει δυνατό στην κοινωνία, ανίκανο να πατήσει στα πόδια του, να ανοίξει τα φτερά του, να ερωτευτεί, να σχετιστεί! 

«Είσαι ο πιο άξιος γονιός», λέτε  κάπου στο βιβλίο σας, «Πίστεψε το και ζήσε το». Εύκολο να το ισχυρίζεται, αυτό, κανείς, δύσκολο όμως να το υλοποιήσει;

Ε, ναι. Είναι δύσκολο και έχει απόσταση πάντα η θεωρία από την πράξη. Τα ευχολόγια, από τη ζωή. Γονείς με δικά τους σοβαρά ελλείμματα, με προβλήματα ψυχικά, με φοβερή ανασφάλεια, μειονεξία, φοβίες, ενοχικά σύνδρομα, και άλλα τέτοια, πώς να νιώσουν τη χαρά της πατρότητας, της μητρότητας, πώς να προσφέρουν ως έκφραση χαράς το ωραιότερο κομμάτι της ψυχής τους, αφού η ψυχή τους είναι άψαχτη, εν πολλοίς φιμωμένη, μπερδεμένη, ένα σκέτο κουβάρι;
Θέλουμε όλοι πολλή δουλειά μέσα μας. Βασικά να πιστέψουμε αυτό που ο Θεός πιστεύει για όλους μας: ότι είμαστε άξιοι, σημαντικοί, σπουδαίοι! Όχι πιο σπουδαίοι από τους άλλους, όχι ναρκισσιστικά ή «ψωνίστικα», μα με μια ταπεινή χαρά αυτοπαραδοχής.

«Προσωπικά δεν με φοβίζουν τα «κακά» παιδιά», γράφετε Αυτά πράγματι υπήρξαν οι καλύτεροι μαθητές σας, όταν δουλεύατε στο Λύκειο.

Ναι, τα «κακά» παιδιά, είναι πολύ καλά. Είναι τα αυθόρμητα, που μιλούν αφιλτράριστα και λένε αλήθειες που μας πονάνε, μά μας βοηθούν να πλησιάσουμε την αλήθεια του και την αυτογνωσία. Τα «κακά» παιδιά είναι μέσα τους φοβισμένα και ευαίσθητα, πληγωμένα, πικραμένα, όμορφα, διψασμένα για αλήθεια, αυθεντικότητα και αγάπη. Και τα καλά παιδιά, μια χαρά είναι. Αρκεί αυτή η καλοσύνη τους να είναι προϊόν αφομοίωσης και εσωτερίκευσης και όχι απλή παπαγαλία και αντιγραφή καλών πράξεων, που άφησαν την καρδιά τους ξένη. Απόδειξη αυτού, η αντίδραση αργότερα, μόλις λίγο μεγαλώσουν και βγουν από το σπίτι στην πραγματική ζωή. Αν αυτό που βίωσαν ως καλό, έγινε αληθινό κτήμα της καρδιάς τους και αίμα του είναι τους, το κρατούν και το χαίρονται. Αν είναι κάτι που απλά τους επιβλήθηκε με πίεση γονεϊκή, αντιδρούν και ψάχνουν κάτι πιο γνήσιο.

Η επαφή σας με τα αυτά τα παιδιά, τα  20 χρόνια στο σχολείο, σε ποιο βαθμό  διαμόρφωσαν κι εσάς; Σας βοήθησε να μείνετε λιγάκι young at heart;

Ναι, με ξύπναγαν τα παιδιά. Και με τις φωνές τους όταν βαριόμουν και νύσταζα, μα κυρίως με το φρέσκο μυαλό τους, τις απορίες τους, την κριτική τους, την ειλικρίνειά τους. Με προσγείωναν στο εδώ και τώρα και με ανάγκαζαν να φέρω τον Θεό και την αλήθεια Του στο εδώ και τώρα, και να μη ζω «τω καιρώ εκείνω» με έναν τρόπο στείρο, άγονο και μουσειακό. Όταν μια φορά εξηγούσα μια Οικουμενική Σύνοδο, πετάχτηκε ένας μαθητής και μου είπε, «εμένα οι γονείς μου αύριο χωρίζουν! Έχει ο Θεός σου να μου πει κάτι;…»

«…Όταν όμως γίνεσαι διάφανος στα ερεθίσματα της ζωής, κι αφήνεις το ποτάμι αυτό να ρέει μέσα σου φρέσκο, αληθινό και γνήσιο, τότε, αυτό που θα βγει και στο γράψιμο, θα έχει κάτι από τη φρεσκάδα της πρώτης δημιουργίας»

Κοιτάζοντας πίσω, σπουδάσατε στην θεολογική με σκοπό εξ αρχής να γίνετε κληρικός. Σπουδάσατε όμως και διατροφολογία. Πως συνάδει αυτό με την εκκλησία;

Όταν έγινα κληρικός, πήρα αυτοκίνητο, σταμάτησα να περπατάω πολύ, οι κυρίες του φιλοπτώχου επειδή με αγαπούσαν μου έφερναν συνέχεια ταπεράκια με φαγητά, με αποτέλεσμα να φτάσω από τα 85 κιλά, στα 100. Άρχισα δίαιτα, μα αγάπησα την όλη διαδικασία, και μια μέρα η ίδια η διαιτολόγος, μου λέει: «Αν ήσουν διαιτολόγος, εσύ θα διέπρεπες! Με έχεις ζαλίσει στις ερωτήσεις, και φαίνεται ότι όλο αυτό το αγαπάς». Και τότε μου έβαλε την ιδέα. Σπούδασα Σύμβουλος Διατροφής, δεν είμαι διαιτολόγος. Μα έχουμε με έναν φίλο μου, κλινικό διαιτολόγο, τον κ. Νικόλαο Σόλομον, γραφείο διαιτολογικό στην Ηλιούπολη, και μπορεί κανείς να έρθει στο γραφείο, ή, αν μένει μακριά, μπορεί να κάνει διατροφή online, με εβδομαδιαίτο email. Μου αρέσει να βλέπω τον Θεό παντού, και ειδικά στο ανθρώπινο σώμα, που είναι η βάση του Θεού, ο Ναός Του ο ίδιος, ο πιο όμορφος! Άρα, όλα κάπου κολλάνε και δένουν.

Ταξιδεύετε  στον κόσμο δίνοντας διαλέξεις. Τι, νομίζετε λοιπόν, υπάρχουν χαώδεις διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους, πχ διαφορετικών ηπείρων, η κοινή η μοίρα και τα προβλήματα γονιών παιδιών;

Παντού βρίσκω πόνο, αγωνία, άγχος, μοναξιά, ανάγκη για ένα χάδι, μια δικαίωση, ένα φιλί, σίγουρα για λίγη αγάπη. Παντού οι γονείς αγωνιούν για τα παιδιά τους, και θέλουν το καλό τους. Η διαφορά μας με τους ξένους είναι ότι εμείς δυσκολευόμαστε στον απογαλακτισμό και την κοπή του ομφάλιου λώρου, ενώ οι ξένοι το μπορούν καλύτερα όλο αυτό. Η Ελληνίδα μάνα, είτε τη βρω στη Γερμανία ή την Αγγλία ή την Αμερική, θα αγωνιά για τον κανακάρη της, κι ας είναι αυτός ετών 60!! Και η μάνα 80. Δεν το παίρνει απόφαση ότι το παιδί τραβάει το δρόμο του, ανεξάρτητο, αυτοδύναμο, ελεύθερο. Είμαστε παρεμβατικοί, και θέλουμε πολλή δουλειά ακόμα στο σεβασμό του άλλου, στη διαφορετικότητα και την ελευθερία της θέλησης του παιδιού μας, και γενικότερα. Κάπου βολευόμαστε σε μνήμες ιερών προγόνων και δεν κοιτάμε να κάνουμε προσωπική εργασία, ατομικά ο καθένας στην ψυχή του. Κάπως χειριστικοί και ανασφαλείς οι Έλληνες γονείς, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Με αγάπη και κατανόηση το λέω, μα πρέπει να το παραδεχτούμε ότι δεν βοηθά.

«Φιλάω τα χέρια σας τα ιερά ,που κρατάνε μέσα τους το πιο αγνό κομμάτι του πλανήτη μας, τα παιδιά», είναι κάποια  γλυκά λόγια σας προς τους γονείς. Αναρωτιέμαι λοιπόν γιατί εσείς δεν κάνατε παιδιά δικάσας αφού φαίνεται τόσο, τα αγαπάτε;

Έκανα πολλούς άλλους να κάνουν! Άθελά μου, βοήθησα ως τώρα εφτά φιλικά ζευγάρια να παντρευτούν, τυχαία δηλαδή. Μου φαινόταν π.χ. ότι ο Δημήτρης ταιριάζει με την Αθηνά και τους έλεγα αν θέλουν να βγουν μια βόλτα για καφέ. Και τελικά παντρεύτηκαν κι έκαναν 5 -6 παιδιά. Το ίδιο και τα άλλα 6 ζευγάρια. Πλάκα είχε όλο αυτό, ποτέ δεν το έκανα συστηματικά, έτσι μου έβγαινε, μια φορά στο τόσο, και κόλλαγα τον έναν με την άλλη, και μια άλλη φίλη μου με έναν καλό μου φίλο. Εγώ, ακόμα να βρω το ταίρι μου! Χαχα! Μερικές φορές και η μετουσίωση της αγάπης και του έρωτα, γεμίζει την ψυχή. Χωρίς να αρνούμαι όμως ότι σε όλα αυτά, μπορεί να κρύβονται και πράγματα θολά, μυστήρια, παράξενα, που ο καθένας τα δουλεύει, είτε μόνος, είτε με σύμβουλους ζωής ή ψυχοθεραπεία. 

Σας ευχαριστώ πολύ πολύ για τον χρόνο σας Να είστε καλά και να γράφετε.

Κι εγώ ευχαριστώ πολύ. Ευχηθείτε μου, όχι απλά να γράφω, μα πρωτίστως να ζω με ποιότητα και να έχω έμπνευση, δηλαδή κάτι αυθεντικό να πνέει μέσα μου, πνοή ζωής, θείας ενέργειας και δόνηση χαράς! Τότε, θα μπορώ και να γράφω, αλλιώς, όλα γίνονται στείρα και μονότονα και ξύλινα. Όταν όμως γίνεσαι διάφανος στα ερεθίσματα της ζωής, κι αφήνεις το ποτάμι αυτό να ρέει μέσα σου φρέσκο, αληθινό και γνήσιο, τότε, αυτό που θα βγει και στο γράψιμο, θα έχει κάτι από τη φρεσκάδα της πρώτης δημιουργίας, τότε που ξεκίνησε ο κόσμος, και όλα έβγαζαν μια ομορφιά, κάτι καινούργιο, εκστατικό, ερωτικό και αιώνιο, παρόλη τη φθαρτότητα και σχετικότητά τους. 
Σας ευχαριστώ κι εγώ πολύ για την αγάπη και τη φιλοξενία. 

Το βιβλίο του π. Ανδρέα Κονάνου: “Ζακέτα να Πάρεις” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός