fbpx

banner αεροδρομίου

 

Ο Μιχαήλ Μουτζουρίδης συζητάει με τον Γιώργο Παπαϊωσήφ για την νέα έκδοση της «Ωγυγίας» του Αθανάσιου Σταγειρίτη.

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«…η αμεσότητα με την πρωτότυπη πηγή, που αναδύεται σε κάθε σελίδα και που στην παρούσα έκδοση παρουσιάζεται με εξαιρετική σαφήνεια και ακρίβεια, προσδίδει μια ιδιαίτερη στιβαρότητα και ζωντάνια στο έργο»

Ολοένα και λιγοστεύουν οι πραγματικοί σκαπανείς του ελεύθερου, ελληνικού πνεύματος, αυτές οι ανθρώπινες, ασυμβίβαστες οντότητες που δεν υποκύπτουν στα σημεία και τα τέρατα των ζοφερών εποχών που βιώνουμε και με σθένος ψυχής επιμένουν να κρατούν ψηλά το πνευματικό και ιστορικό κάλλος της φυλής μας. Αυτοί οι καλώς εννοούμενοι «ξεροκέφαλοι», που δεν το βάζουν κάτω και συνεχώς αμύνονται επιτιθέμενοι στο ολοκαύτωμα του σβησίματος των ιστορικών μνημών μας ή της παραχάραξης αυτών.

Ένας από αυτούς είναι και ο Μιχάλης Ηρακλής Μουτζουρίδης, που αποφάσισε να μεταφέρει το πεντάτομο έπος της «Ωγυγίας ή Αρχαιολογία» (Εκδόσεις Διανόηση), του καθηγητή της ελληνικής γλώσσας στην Ακαδημία Ανατολικών γλωσσών της Βιέννης, Αθανασίου Σταγειρίτη, από την άκαμπτη και αλύγιστη καθαρεύουσα στη νεοελληνική καθομιλουμένη. Έργο, που συντάχθηκε τον 19ο αιώνα και το InTownPost παρουσίασε στους αναγνώστες του πριν μερικούς μήνες (ΕΔΩ).

Εντυπωσιασμένος τα μέγιστα από την “αποστολή” του κυρίου Μουτζουρίδη και με τα βιβλία στα χέρια μου, κατόπιν της ανάγνωσής τους, αναζήτησα ευθύς να συναντηθώ μαζί του, ιδίοις όμμασι να γνωρίσω τον άνθρωπο πρωτίστως, τον κατ΄ όνομα και κατ΄ ουσία Ηρακλή, που ανέλαβε την απόδοση και την επιμέλεια αυτού του τρανού άθλου στα εκδοτικά πράγματα, αλλά και να συνομιλήσουμε για την ιστορία της «Ωγυγίας», που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1820.

Η συνάντηση προγραμματίστηκε, αρχικά, τηλεφωνικώς με την υποσχετική να διαθέσει για το InTownPost το πολύ μια ώρα από τον πολύτιμο χρόνο του, σε ήσυχη, αθηναϊκή καφετέρια για να γνωριστούμε και να συζητήσουμε. Όταν όμως κάθεσαι απέναντι από τον αγέρωχο Μιχάλη Ηρακλή Μουτζουρίδη το πρώτο που αγνοείς είναι ο χρόνος και το δεύτερο που συμβαίνει αθόρυβα είναι η ολοσχερής κονιορτοποίηση όλων των καθώς πρέπει, αφού το ζωντανό, πηγαίο χαμόγελο, η ανοιχτωσιά της ελεύθερης γνώσης, το χρυσούν φιλόξενο της ανθρώπινης, εσωτερικής ευγένειας, η ζεστασιά και το μεγαλείο της ελληνικής ψυχής του απέδιωξαν τις τυπικούρες και τα δήθεν.

Η μια ώρα που υποσχέθηκα μετασχηματίστηκε σε ένα γόνιμο τετράωρο, όπου κοντά του το περιβάλλον άλλαξε διάκοσμο και ρυθμό για να μετουσιωθεί σε υπέροχο, μυητικό ταξίδι, πίστέψτε με, δεν επιθυμούσα να φτάσουμε στον προορισμό του. Απολαύστε την συζήτηση μας.

Διηγηθείτε μας συνοπτικά την δημιουργία της Ωγυγίας, κε Μουτζουρίδη και πώς βρέθηκαν τότε οι πηγές στα χέρια του Αθανασίου Σταγειρίτη, του καθηγητή της ελληνικής γλώσσας στην φημισμένη Ακαδημία της Βιέννης. Αξίζει να μάθουν οι αναγνώστες μας, όσοι δεν το γνωρίζουν φυσικά, το συγκεκριμένο, ιστορικό περιστατικό, που αφορά τον Ναπολέοντα και το Βατικανό.

Το ταξίδι στη θάλασσα της Ωγυγίας αφήνει έντονη την αίσθηση αναζήτησης πηγών. Στην πορεία ακολουθήσαμε την προσπάθεια του Αθανάσιου Σταγειρίτη να συλλέξει βιβλιογραφικό υλικό. Όπως λέει ο ίδιος στον πρόλογό του, αναζήτησε όλα τα συγγράμματα που διαπραγματεύονταν το θέμα αυτό και ανθολόγησε πάνω από 630 συγγραφείς. Εάν μάλιστα υπολογίσουμε ότι χρησιμοποίησε περισσότερα του ενός έργα από τον καθένα, τότε αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της έρευνας που είχε κάνει. Ξεκίνησε την έρευνα το 1804 και εξέδωσε το έργο στο διάστημα 1815-20 στη Βιέννη. Είναι προφανές ότι ταξίδεψε σε αρκετές βιβλιοθήκες για να βρει τα βοηθήματα στα οποία αναφέρεται.

Τα έργα των Ευρωπαίων λογίων της εποχής για τα Μυστήρια, τα Μαντεία, τις εορτές, τελετές και τις σχετικές παραδόσεις συγκροτούσαν ήδη έναν όγκο τεράστιο που η μελέτη τους και μόνο προκαλεί δέος.

Είναι η εποχή που, μετά το 1792, οι ιδιωτικές βιβλιοθήκες στη Γαλλία ανήκαν πλέον στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων. Εποχή που τα Γαλλικά στρατεύματα υπό τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, καταλαμβάνοντας τη Ρώμη το 1809, συνέλαβαν τον Πάπα Πίο VII και ο Ναπολέων διέταξε να μεταφερθούν τα περιεχόμενα των αρχείων της Βιβλιοθήκης του Βατικανού στο Παρίσι. Σύγχρονοι ερευνητές της ιστορίας της βιβλιοθήκης του Βατικανού αναφέρουν ότι μεταφέρθηκαν πάνω από 3000 κιβώτια. Τα βιβλία και τα χειρόγραφα επιστράφηκαν το 1817, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Ναπολέοντα.

Ας σημειώσουμε ακόμα, ότι ο Ναπολέων είχε προσχωρήσει, καταλαμβάνοντας τη Βιέννη το 1803 και 1809. Με δεδομένες τις καλές σχέσεις των λογίων του λεγόμενου Νεοελληνικού Διαφωτισμού με τον Ναπολέοντα, είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι ερευνητές, όπως ο καθηγητής Σταγειρίτης, θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε κείμενα που ήσαν άγνωστα μέχρι τότε. Αυτά ως προς τις ιστορικές συγκυρίες που ευνοούν την ανάπτυξη ενός «θρύλου», θα λέγαμε, ότι ο Αθανάσιος Σταγειρίτης χρησιμοποίησε τη μυστική βιβλιοθήκη του Βατικανού.

Για κάποιον που έχει διαβάσει και τους πέντε τόμους γεννάται δέος μέσα του από τις ιστορικές καταγραφές. Είναι τελικά μέγας άθλος η δημιουργία και η έκδοση αυτού του έργου;

Ο Σταγειρίτης απετόλμησε τον άθλο να διασταυρώσει τις αναφορές των έργων που χρησιμοποίησε με τις πρωτότυπες πηγές. Λέει ότι ανέγνωσε και τα πρωτότυπα κείμενα. Στο προοίμιο μάλιστα του δεύτερου τόμου τονίζει ότι μεταχειρίσθηκε μόνο τα πρωτότυπα όπου διέκρινε διαφορές στα γραφόμενα.

Πρωτότυπες πηγές σημαίνει χειρόγραφα. Κάποια από αυτά είχαν εκδοθεί, αλλά ήσαν προσβάσιμα μόνο σε βιβλιοθήκες, πανεπιστημιακές, εκκλησιαστικές ή πλουσίων ιδιωτών.

Αυτό που είναι εξαιρετικά σημαντικό και θα πρέπει να το τονίσουμε με κάθε τρόπο είναι η ενδελεχής παράθεση, για κάθε παράγραφο που γράφει στην Ωγυγία, πλήθους πηγών, παραπέμποντας σε νεότερους αλλά και αρχαίους ιστορικούς, μυθογράφους, και λεξικογράφους. Επίσης, ο Αθανάσιος Σταγειρίτης χρησιμοποίησε ευρύτατα συγγραφείς που μετέφρασαν στα Λατινικά τις ελληνικές μυθογραφικές παραδόσεις, από τους αρχαίους χρόνους έως τους πλέον εξέχοντες λόγιους του 17ου και 18ου αιώνα.

Υπάρχουν σαφείς αναφορές σε έργα που ήσαν περιορισμένης κυκλοφορίας κατά την εποχή εκείνη. Και εφόσον τα σημειώνει, σημαίνει ότι τα είχε στη διάθεσή του. Εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε ότι αναφέρει Έλληνες μυθογράφους και ιστορικούς, των οποίων μόνο σπαράγματα βρίσκουμε σε συλλογές που εκδόθηκαν αργότερα, μετά το 1840.

Γενικά, μεταχειρίσθηκε έργα που ανατυπώθηκαν, μεταφράσθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν επανειλημμένα από τους νεότερους. Προχώρησε επίσης σε μεταγενέστερα μυθογραφικά εγχειρίδια τα οποία άφησαν εποχή. Τα συγγράμματα αυτά αποτελούν και σήμερα οδηγό για τους μελετητές.

Όλα αυτά μπορεί να τα δει κανείς στο βιβλιογραφικό συμπλήρωμα, στον πέμπτο τόμο της παρούσας έκδοσης της Ωγυγίας. Εκεί, αναφέρονται όλοι οι συγγραφείς που χρησιμοποίησε και τα έργα τους από όπου και άντλησε τις πληροφορίες που μας παραδίδει.

Ποιες ήταν οι αφορμές που σας κέντρισαν το ενδιαφέρον για να ασχοληθείτε με την Ωγυγία και να την μεταφέρετε στην απλή, νεοελληνική καθομιλουμένη γλώσσα; Το πεντάτομο έργο πρέπει να βρίσκεται στις βιβλιοθήκες των σπιτιών μας και γιατί;

Η Ωγυγία αποτελεί ένα απαράμιλλο έργο που μας ταξιδεύει με συνέπεια στη μεθόριο της προϊστορίας και του μύθου. Ως Μυθολογία είναι μύθος και λόγος. Με τον λόγο εκδηλώνεται, φανερώνεται, συλλαμβάνει και προσπαθεί να εκφράσει τι συμβαίνει σε αυτό το μυστικό τοπίο.

Ο μύθος μεταφέρει «δονήσεις» συγκινησιακές, ψυχοπνευματικές, που η κατανόηση και ερμηνεία του οδηγεί κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο να διακρίνει το αληθινό από το επίπλαστο, το θνητό από το αθάνατο, τη δοξασία από τη γνώση. Aυτό λέγεται εύκολα, αλλά η διάγνωση είναι δύσκολη. Απαιτεί ώριμο μόχθο αλλά και παιδική εωθινότητα ώστε οι αλήθειες που περιέχονται μέσα του να εναρμονισθούν με τις δονήσεις της ψυχής.

Πολλοί εκλαμβάνουν τους μύθους τοις μετρητοίς, σαν ευφάνταστες εικονοπλαστικές επινοήσεις ποιητών, με λογοτεχνική αξία – ναι – αλλά μέχρι εκεί.

Εδώ έρχεται η ανάγκη της επανασυγγραφής του έργου της Ωγυγίας σε απλή νεοελληνική ώστε να γίνουν αυτά αντιληπτά από τον σημερινό αναγνώστη που δεν μπορεί άμεσα να προσεγγίσει τη γλώσσα του Αθανάσιου Σταγειρίτη, αλλά και την αρχαία ελληνική. Θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος ότι υπάρχουν και άλλες πιο σύγχρονες εκδόσεις που θα μπορούσε να έχει αυτές στη βιβλιοθήκη του.

Κανείς δεν αμφισβητεί τα έργα νεότερων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Όμως, η αμεσότητα με την πρωτότυπη πηγή, που αναδύεται σε κάθε σελίδα και που στην παρούσα έκδοση παρουσιάζεται με εξαιρετική σαφήνεια και ακρίβεια, προσδίδει μια ιδιαίτερη στιβαρότητα και ζωντάνια στο έργο. Αυτοί είναι μερικοί από τους λόγους που οδήγησαν κι εμένα να συμβάλω ώστε το έργο αυτό να είναι προσεγγίσιμο ευρύτερα, ιδιαίτερα από τους νέους.

«…το παρόν και το μέλλον γράφονται ταυτόχρονα: Θεοί, ημίθεοι, ήρωες, ανθρώπινοι χαρακτήρες είναι παρόντες στη ζωή μας, «σήμερα». Θα τους βρούμε μπροστά μας και «αύριο».»

Ποια είναι και πως χρησιμοποιήθηκε η εκπαιδευτική, αλλά και η γνωσιακή διαδρομή της Ωγυγίας, όταν τελειοποιήθηκε στην άκαμπτη γλώσσα της καθαρεύουσας του 19ου αιώνα και εκδόθηκε το 1815 -1820, ως έργο της ελληνικής μυθιστορίας και ιστορίας; Να σημειώσουμε, ότι αναφερόμαστε σε εποχές που ο διαφωτισμός μεσουρανούσε στην Ευρώπη, ενώ η Ελλάδα ετοιμαζόταν να απελευθερωθεί από τον οθωμανικό ζυγό.

Αν αναλογιστούμε την επαναστατικότητα της εποχής που γράφηκε, τότε έχουμε την εικόνα ενός μαχητή, ήρωα της πέννας, που με τον ενθουσιασμό του παραμένει ξάγρυπνος. Ως εκκωφαντικά σιωπηλή Μούσα «Καλλιόπη», έτσι άλλωστε ονόμασε και την εφημερίδα του ο Αθανάσιος Σταγειρίτης. Ως Λόγιος Ερμής που οδοδεικτεί, εξού και η εικόνα του εξωφύλλου· αλλά να μην ξεχνάμε και τον ομώνυμο τίτλο του περιοδικού που έβγαζε ο Κοραής στην Βιέννη την ίδια εποχή.

Χρονικά, κύριε Μουτζουρίδη, πόσο καιρό χρειαστήκατε για την ολοκλήρωση αυτού του σπουδαίου έργου της ελληνικής γραμματείας, καθώς η παρούσα έκδοση είναι η απόδοση σε απλή νεοελληνική με επιμελή διασαφήνιση και λεπτομερή αποδελτίωση των, περίπου, 630 Ελλήνων και Ευρωπαίων συγγραφέων που παρατίθενται στις 3000 βιβλιογραφικές υποσημειώσεις σας. Και όπως είπατε, αναφέρονται πληροφορίες γι’ αυτούς και τα έργα τους που λείπουν από την αρχική έκδοση. Υπήρξαν δυσκολίες που δεν μπορέσατε να επιλύσετε;

Ο χρόνος; Συνολικά, τα χρονικά διαστήματα υπολογιζόμενα θα έλεγα ότι αθροίζονται σε μία τετραετία περίπου. Στο τέλος του έργου αναφέρονται και οι πηγές, οι ψηφιακές βιβλιοθήκες που χρησιμοποιήθηκαν για την διασταύρωση και τεκμηρίωση των βιβλιογραφικών υποσημειώσεων. Έχουν διορθωθεί και τα λάθη ονομάτων και άλλων, που εύλογα έγιναν λόγω των τυπογραφικών μέσων της εποχής εκείνης.

Ως προς τις δυσκολίες, αυτό καλύτερα ας το αφήσουμε στον αναγνώστη ώστε να καταθέσει τη γνώμη του για την πληρότητα του έργου.

Τελικά, οι Έλληνες και το εκπαιδευτικό μας σύστημα αγνόησαν εντελώς την προσφορά της Ωγυγίας ως προς την γνώση της πραγματικής ιστορίας και μυθιστορίας μας, με αποτέλεσμα αυτό το έπος να μην υφίσταται πουθενά στα εκπαιδευτικά προγράμματα μαθητών και φοιτητών. Γιατί συνέβη τέτοιου είδους εξορκισμός, αφού η δημιουργία του έργου αυτόν τον σκοπό ήθελε να υπηρετήσει;

Είπαμε προηγουμένως ότι το έργο συντάχθηκε σε μια εποχή που η τύρβη των πολέμων και των εθνικών επαναστάσεων κυριαρχούσε στην Ευρώπη αλλά και αλλού. Ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα και οι αποκαλούμενοι πατέρες της Αμερικανικής δημοκρατίας, όπως ο Thomas Jefferson και ο John Adams με θεωρητικό πρόταγμα την ελληνική γραμματολογία συγκρότησαν τις σκέψεις τους. Ο John Adams απευθυνόταν στο τότε Κογκρέσο χρησιμοποιώντας ρήσεις του Δημοσθένη. Τι έγινε στη συνέχεια; Τι έγινε και στο δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα;

Θα επικαλεσθώ τον Αισχύλο, και το έργο του Πέρσαι. Πέρα από την περιγραφή των οδυνηρών συνεπειών ενός πολέμου, θα το μνημονεύουμε απλά ως αντιπολεμική διδαχή; Μήπως θα πρέπει να σταθούμε στις επισημάνσεις της αλυσίδας: επινίκια επιφανειακή ευτυχία – όλβος -, που επιφέρει κορεσμό – κόρος -, αυταπάτη και καταστροφή για να πληρωθούν οι παλαιότεροι χρησμοί; Ανοίγει την αυλαία στην Άτη – την θυμαπάτη -, την Έριδα – τις μύριες τόσες έριδες στη νεότερη Ελλάδα.

Όπως οι μύθοι στα χέρια των τραγωδών δείχνουν μεν την τάξη των πραγμάτων, τη θέση των θείων όντων, τη θέση των θνητών και της κοινωνίας, αλλά δεν διευθετούν, δεν καταγράφουν ένα κοινωνικό καταστατικό: συνταγή για χρήση. Επισημαίνουν! Και μπορεί να περάσουν στην Λήθη. Προσωρινά, για κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι να τους «ξαναχρειασθούμε». Ας ελπίζουμε, ότι τις επόμενες φορές θα είμαστε σοφότεροι.

Η χρησιμότητα του πεντάτομου έργου του Αθανασίου Σταγειρίτη, κατά την δική σας γνώμη κύριε Μουτζουρίδη, είναι προσανατολισμένη στην αποκάλυψη μιας χαμένης γνώσης ή στην επιβεβαίωση, ότι ο ελληνικός πολιτισμός υπήρχε και λειτουργούσε πολιτισμικά, πολιτιστικά και διοικητικά προ των γνωστών ιστορικών χρόνων; Ο σύγχρονος Έλληνας, αλλά και ο Ευρωπαίος ιστορικός και αναγνώστης θα βρει ενδιαφέρον;

Ως προς τον προσανατολισμό θα λέγαμε και τα δύο. Οι ιστορικές και αρχαιολογικές έρευνες των νεοτέρων χρόνων εξ άλλου, χρονολογούν όλο και πιο πίσω τον ελληνικό πολιτισμό εν γένει. Ας μην ξεχνάμε ότι μετά τον Αθανάσιο Σταγειρίτη έδρασαν ο Arthur Evans και o Ε. Σλήμαν  – ανασκαφές σε Κρήτη και Ίλιον -, ο John Chadwick και ο Michael Ventris – Γραμμική Γραφή -, ο Colin Renfrew – πηγή Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών- , για να αναφέρουμε μερικούς που είναι ευρύτερα γνωστοί. Όπως και νεότεροι Έλληνες: Μυλωνάς, Χατζιδάκις, και άλλοι. Αλλά κανείς μπορεί να ανιχνεύσει και έρευνες στις ημέρες μας.

Μιλάτε για χαμένη γνώση. Αν η γνώση που εννοείτε αφορά στην κοσμογονική αντίληψη των αρχαίων και την αποκάλυψη της αρχαίας σοφίας όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και αλλού, σίγουρα έχετε δίκιο.

Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, σκεπτόμενος ως ιστορικός, πίστευε ότι η Μυθολογία είναι ένα είδος παρεφθαρμένης προϊστορίας –εξ ου και ο τίτλος Αρχαιολογία– στη διάρκεια της οποίας έδρασαν σπουδαίες προσωπικότητες, που έζησαν εκείνες τις παλαιότατες εποχές και για τα κατορθώματά τους θεοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα να προκύψουν οι θεοί και οι ήρωες της Μυθολογίας. Γι’ αυτό και μέσα στο έργο διαγράφεται η ανάγκη χρονολόγησης μυθολογικών γεγονότων. Άλλωστε η τάση χρονολόγησης συμβάντων που χάνονται στην αχλύ του χρόνου ήταν ιδιαίτερα διαδομένη μεταξύ των ερευνητών της εποχής του. Όπως είπαμε, η σύγχρονη έρευνα υπερβαίνει τις χρονολογήσεις αυτές.

Ο ίδιος αντιλαμβάνεται τη δυσκολία και λέει:

«…η πραγματική ιστορία των αιώνων εκείνων κατέληξε σε αλληγορική μυθολογία και εκεί παρέμεινε. Η ιστορία ανακαλύπτεται λοιπόν πίσω από τις αλληγορίες, συγκεχυμένη και ταραγμένη από την απουσία χρονολογιών που αποτελούν τον νευρικό ιστό της ιστορίας και χάθηκαν από την αγραμματοσύνη και την άγνοια της αστρονομίας αλλά και από τον ακατάστατο και πολύμορφο καθορισμό των χρονικών περιόδων».

Επίπονα λοιπόν, συνεχίζει σε όλη την έκταση του έργου την ταξινόμηση και παράθεση των διάφορων και συχνά αντικρουόμενων βιβλιογραφικών αναφορών, ώστε τελικά η Ωγυγία να αποτελεί ένα είδος εγκυκλοπαιδικού εγχειριδίου αδιαμφισβήτητης αξίας, προσθέτοντας στη διεθνή βιβλιογραφία μια πηγή άντλησης πληροφοριών συγκριτικής μυθογραφίας.

Μια προσπάθεια να ενταχθεί η ελληνική Μυθολογία μέσα σε χρονικό πλαίσιο και να αποτελέσει ιστορικό οδηγό φαίνεται να υπερβαίνει τις δυνατότητες ακαδημαϊκής τεκμηρίωσης και προσέγγισης. Ο ρόλος της Μυθολογίας, στον ελληνικό πολιτισμό και στην ανθρώπινη σκέψη γενικότερα, είναι διαχρονικός, ή καλύτερα εξωχρονικός, γιατί το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον γράφονται ταυτόχρονα: Θεοί, ημίθεοι, ήρωες, ανθρώπινοι χαρακτήρες είναι παρόντες στη ζωή μας, «σήμερα». Θα τους βρούμε μπροστά μας και «αύριο».

Κατόπιν της σπουδαία εργασίας σας με την «Ωγυγία» του Αθανασίου Σταγειρίτη  ετοιμάζετε κάτι αντίστοιχα βασανιστικό για εσάς και χρήσιμο για εμάς;

Αξίζει να αδράξουμε τον μίτο της Ωγυγίας και να συνεχίσουμε την προσπάθεια να δουν το φως της δημοσιότητας ανέκδοτα έργα της καθόλου ελληνικής γραμματείας. Ας περιμένουμε ένα χρόνο ακόμα και ας μην το κατονομάσουμε από τώρα.

Η παρουσίαση του πεντάτομου έργου του Αθανασίου Σταγειρτίτη “Ωγυγία ή Αρχαιολογία” (ΕΔΩ)