fbpx

banner αεροδρομίου

 

«Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Οδυσσέας Ελύτης και το «Άξιον Εστί»», της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

Από τη συνάντηση Θεοδωράκη – Ελύτη, έως την ολοκλήρωση του ορατορίου, που περικλείει όλη την ιστορική περίοδο του ελληνικού έθνους πέρασαν 56 χρόνια.

Το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη που στα χέρια του Μίκη Θεοδωράκη «βρήκε τη μουσική του ολοκλήρωση», όπως ακριβώς πίστεψε ο Νομπελίστας ποιητής το ‘ 60, που εμπιστεύτηκε το έργο στον μεγάλο μας συνθέτη, συνεχίζει τη μεγάλη διαδρομή του μέσα στο χρόνο.

Για να θυμηθούμε κάνουμε ένα φλας μπακ μισό και πλέον αιώνα πίσω.

Ήταν καλοκαίρι του ΄60  στο πατάρι του Λουμίδη, στέκι των διανοουμένων και των καλλιτεχνών, όπου έγινε η ιστορική συνάντηση του Οδυσσέα Ελύτη και του Μίκη Θεοδωράκη , πιάνοντας κουβέντα για ποίηση και μουσική.

Ο ποιητής εκφράζει τον θαυμασμό του για τον τρόπο που ο συνθέτης προσεγγίζει την ποίηση πάνω στις δουλειές του «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου και «Επιφάνεια» του Γιώργου Σεφέρη.

‘Έτσι του προτείνει να δει το νέο του έργο το «Άξιον Εστί», το πρώτο ποιητικό  έργο που έγραψε ο μεγάλος μας ποιητής με πρόθεση να το συνδέσει με μουσική.

Ο Μίκης Θεοδωράκης λέει για την πρώτη του αυτή επαφή με το έργο του Οδυσσέα Ελύτη:

«Στην πρώτη μας συνάντηση ο Ελύτης μου είπε πως πιστεύει ότι το « Άξιον Εστί» θα έβρισκε στα χέρια μου τη μουσική του ολοκλήρωση. Χάρηκα και τον ευχαρίστησα. Όμως μέσα μου είχα κάποιους ενδοιασμούς για το κατά πόσο  το ελληνικό τραγούδι και εγώ ο ίδιος είμαστε έτοιμοι για ένα τέτοιο άλμα.

Δηλαδή, από το απλό τραγούδι σε μια μουσική σύνθεση, που διατηρούσε όμως, τα «λαϊκά» της στοιχεία. Δεν είπα τίποτα. Την επομένη θα έφευγα για το Παρίσι. Του έδωσα τη διεύθυνσή μου και τον παρακάλεσα να μου στείλει εκεί το βιβλίο του.

Πράγματι λίγες μέρες μετά την άφιξή μου στη γαλλική πρωτεύουσα, ο ταχυδρόμος μου παρέδωσε το βιβλίο. Διάβασα μονορούφι τους στίχους, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο, με μια αίσθηση που συνεχώς μεγάλωνε, όσο προχωρούσα στην ανάγνωση.

‘Ετσι ήταν φυσικό να συνθέσω εκείνη τη στιγμή το σπουδαιότερο μουσικό μοτίβο.

Το «Άξιον Εστί» κατά τη γνώμη μου αποτελεί ένα μνημείο της σύγχρονης ελληνικής τέχνης.

Ακόμα, πιο πολύ ο βαθύτατος ελληνισμός του, το φέρνει στην πρώτη γραμμή του αγώνα του λαού μας, για την ολοκλήρωσή του τόσο σαν έργο μιας συγκεκριμένης ιστορικής αξίας , όσο και μίας ηθικής στάσης και παρουσίας.

Φυσικά ,  τόσο οι διαστάσεις του ποιητικού κειμένου, όσο και η φόρμα του γενικά, οδηγούσαν αυτονόητα στην αναζήτηση μιας καινούργιας μουσικής μορφής.

Το έργο διατρέχει ολόκληρη την ιστορική περίοδο του ελληνικού έθνους.

Δεν βιάστηκα, όμως, να το παρουσιάσω, γιατί διαισθανόμουν, ότι το ελληνικό κοινό δεν ήταν ακόμα έτοιμο να το δεχθεί.»  

Τρία ολόκληρα χρόνια εργάστηκε ο Μίκης Θεοδωράκης  για να ντύσει μουσικά το μεγάλο αυτό έργο, στο οποίο απέδωσε τις βασικές του ιδέες και επιδιώξεις, δηλαδή να ενσωματώσει την εκκλησιαστική, τη λαϊκή και τη δημοτική παράδοση στη μουσική.

‘Έτσι το 1963 γεννιέται το «Άξιον Εστί», ένα ορατόριο, που χωρίζεται σε τρία μέρη: «Η Γένεσις», «Τα Πάθη», «Το Δοξαστικό». Το πρώτο μέρος έχει ως θεματικό κέντρο τη δημιουργία του κόσμου και τη θέση του στη συνείδηση του ποιητή. Το δεύτερο αναφέρεται στα πάθη του ποιητή και του ελληνισμού κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την Κατοχή και στο τρίτο κυριαρχεί η Ελλάδα( φύση, θρησκεία-ιδιαίτερη αναφορά στην Παναγία-, ποιητής). Η αφήγηση γίνεται σε α΄ πρόσωπο: άλλοτε είναι ο ποιητής και άλλοτε ο Έλληνας που αφηγείται.

 ‘Όταν ο Οδυσσέας Ελύτης πήρε ταχυδρομικά την πρώτη γεύση από την σύνδεση του «Άξιον Εστί» με τη μουσική, έγραψε στο Μίκη Θεοδωράκη:

«Αγαπητέ μου Μίκη,

Φάκελο με νότες πρώτη φορά έλαβα στη ζωή μου και αυτό πολύ με συγκίνησε. Μόνο που δεν ήξερα να τις διαβάσω!

Τελικά,  βρήκα ένα νεαρό που γνωρίζει μουσική, μου τις τραγούδησε , και τις έπαιξε με το ένα δάχτυλο στο πιάνο.

Εντυπώσεις: Να σου πω, αν δεν με είχες προειδοποιήσει, ότι πρόκειται όχι για το αρχικό σχέδιο, αλλά για τραγούδια , θα έλεγα ότι παραβρίσκω απλές τις μελωδίες αυτές ανάλογα με το κείμενο. Τώρα όμως, επικροτώ και χειροκροτώ και ανυπομονώ να το ακούσω στην ολοκληρωμένη τους απόδοση.

Τί μπορεί να γίνει; Τί σκέπτεσαι;

Είμαι αγράμματος στη μουσική, το ξέρεις, και περιμένω να με φωτίσεις. Εγώ πάντως το βλέπω και σε μια ραδιοφωνική παρουσίαση του «Άξιον Εστί» σαν χορωδιακές διακοπές, στην ανάγνωση των κειμένων. Δεν θα ήθελα όμως, να παραμελήσουμε και το άλλο σχέδιο – χωρίς να σημαίνει ότι είναι κάτι βιαστικό. Φτάνει να το’ χεις στο νου σου και ξέρω ότι θα΄ ρθει, έχω εμπιστοσύνη σε σένα.»

Ο Ελύτης άκουσε για πρώτη φορά το έργο του ολοκληρωμένο στο στούντιο «Άλφα» στα Μελίσσια, κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, από την οποία δεν έλειψε ούτε στιγμή και συμμετείχε ψυχικά όσο και ο συνθέτης.

Το κοινό άκουσε για πρώτη φορά το «Άξιον Εστί» τον Οκτώβριο του 1964  στο θέατρο «Κοτοπούλη».

Ποιες όμως, ήταν οι εντυπώσεις του Μίκη Θεοδωράκη από την πρεμιέρα του έργου:

«Μεγάλη ήταν η αγωνία και η νευρικότητα του Ελύτη στην παρουσίαση του έργου. Το κοινό στην πρεμιέρα δεν ήταν τόσο θερμό, όχι πάντως όσο το περιμέναμε. Και απ΄ όλους ο πιο κατηφής ήταν ο Ελύτης, ενώ ο Κατράκης συνηθισμένος από τη συνεχή επαφή του με το κοινό στο θέατρο, εύρισκε την υποδοχή ενθουσιώδη.

Θέλω με αυτό να πω, ότι από την πρώτη στιγμή ο Ελύτης συμμετείχε ενεργά στο μουσικό έργο και όχι απέξω, σαν παρατηρητής.»

Από τότε το «Άξιον Εστί» παρουσιάστηκε στο Μουσικό Οργανισμό του Πειραιά και το 1966 και στο θέατρο «Κεντρικόν» το 1967 πριν τη δικτατορία.

Ο δεύτερος κύκλος της παρουσίασής του άνοιξε το 1975 στη Θεσσαλονίκη με διευθυντή Ορχήστρας το Σταύρο Ξαρχάκο, ο οποίος το παρουσίας και το 1976 στο Ηρώδειο.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο πρώτος ερμηνευτής του έργου ήταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, που τραγούδησε για πρώτη φορά το έργο πριν από 56 χρόνια. Τόσα χρόνια συμπληρώθηκαν από τότε που συναντήθηκαν η μεγάλη μουσική έμπνευση του Μίκη Θεοδωράκη με την υψηλότερη ίσως κορυφή της ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη.

Ελπίζουμε ότι θα γιορταστεί η επέτειος αυτού του μνημειώδους έργου, που όπου παίζεται, εδώ και  στο εξωτερικό, φέρνει δάκρυα στα μάτια των ακροατών,  που στους στίχους του γίνεται προσπάθεια να ταυτιστεί η μοίρα του ποιητή με τη μοίρα της Ελλάδας, που και οι δυο πασχίζουν για την ελευθερία.

Όσο για  γλώσσα του «Άξιον Εστί» περιέχει στοιχεία από τον Όμηρο ως το Μακρυγιάννη και από το Βυζάντιο ως το Σολωμό. Ο Ελύτης, όμως, προχώρησε και στον εμπλουτισμό της με νέες λέξεις.