fbpx

banner αεροδρομίου

«Ο Κύριος Βερντού»

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Monsieur Verdoux)  

  • Είδος: Μαύρη κωμωδία (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (1947) – σε επανέκδοση με νέες αποκατεστημένες κόπιες
  • Σκηνοθεσία : Τσάρλι Τσάπλιν
  • Με τους: Τσάρλι Τσάπλιν, Μάρθα Ρέι, Γουίλιαμ Φρόλεϊ
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Προβολή της Ταινίας: Σινέ «Θησείο» (Θησείο) – Σινέ «Ριβέρια» (Εξάρχεια) – Σινέ «Όαση» (Παγκράτι)

Ο ηθικός, τίμιος οικογενειάρχης κύριος Ανρί Βερντού (Τσαρλς Τσάπλιν – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς!) απολύεται από ταμίας τράπεζας εξαιτίας της μεγάλης, μεταπολεμικής, οικονομικής κρίσης. Για να συντηρήσει την καλοσυνάτη, ανάπηρη γυναίκα του και το μικρό γιο του, αρχίζει κρυφά να παντρεύεται πλούσιες χήρες και με διάφορα τεχνάσματα να αποκτά τα χρήματα τους. Ύστερα τις εξαφανίζει, δολοφονώντας τες με διάφορους τρόπους.

Ενώ στην πραγματικότητα ασχολείται με το εμπόριο παλαιών επίπλων και αντικειμένων, σκαρφίζεται διάφορα επαγγέλματα, όπως αυτό του καπετάνιου, του μηχανικού ακόμα και του ράφτη και με άλλα ονόματα και ως «κυανοπώγων» ο Βερντού προσεγγίζει κάθε μοναχική, ηλικιωμένη κυρία, που βρίσκεται στο πλατύσκαλο της απόγνωσης, αντιμετωπίζοντας τα θηράματα του ως μια ακόμα επιχειρηματική δυνατότητα για να εξοικονομήσει χρήματα, παίζοντας παράλληλα και στο χρηματιστήριο με τα χρήματα από την λεία των «δουλειών» του .

Η οικογένεια μια εξαφανισμένης γυναίκας κινεί τις υποψίες στην αστυνομία, που συγκρίνει 14 άλυτες υποθέσεις δολοφονίας γυναικών και τον θέτει υπό στενή παρακολούθηση, προσπαθώντας να συλλάβουν τον κατά συρροή δολοφόνο την στιγμή ενός ακόμα γάμου του.

Ένα πραγματικό διαμάντι της 7ης Τέχνης φτιαγμένο από την αρχή έως το τέλος από τον Τσάρλι Τσάπλιν και δεν το συναντάμε συχνά, σχεδόν σπάνια θα αναφέρω, στις μεγάλες οθόνες. Η ιστορία βασίζεται στα κατορθώματα του πραγματικού Γάλλου serial killer γυναικών Ανρί Λαντρί (Henri Désiré Landru: 1869 – 1922), που εκτελέσθηκε στην γκιλοτίνα, αφού κρίθηκε ένοχος για τις δολοφονίες 11 γυναικών και ενός νεαρού άνδρα.

Η ιδέα και κατόπιν ο πιλότος της ταινίας γράφτηκε από έναν άλλο καταπέλτη της 7ης Τέχνης, τον Όρσον Γουελς, ο οποίος ήθελε ο ίδιος να το σκηνοθετήσει με πρωταγωνιστή τον Τσάπλιν. Ο μέγας Τσάρλι Τσάπλιν, όμως έλεγε, πως «δεν έχει βρεθεί ακόμα ο άνθρωπος που θα σκηνοθετήσει τον Τσάπλιν και ούτε πρόκειται ποτέ να βρεθεί».

Ο Γουέλς που βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση εκείνη την εποχή πούλησε το σενάριο στον Τσάπλιν έναντι του ευτελούς ποσού των 5.000 δολαρίων και όταν το πήρε στα χέρια του αυτή η ιδιοφυία το άλλαξε εντελώς. Παραμέρισε τον αλητάκο, που το κοινό τον είχε συνηθίσει σε αυτό τον ρόλο και μεταμορφώθηκε εξαιρετικά σε έναν κυνικό, ψυχρό, αλλά συναισθηματικό, ευγενικό, αστείο πολλές φορές στυγερό δολοφόνο. Η παραγωγή, η σκηνοθεσία, η μουσική και ο πρωταγωνιστικός ρόλος ανήκουν στον ίδιο τον Τσαρλς Τσάπλιν, που σε αυτή την ταινία αποκαλύπτεται το μεγαλείο του πολυτάλαντου και πολυμορφικού καλλιτέχνη.

Επτά χρόνια μετά τον καταιγιστικό «Δικτάτορα», που ξετινάζει τον σκοτεινό ναζισμό, στον «Κύριο Βερντού», ο Τσάπλιν αδιακρίτως σέρνει τα εξ΄ αμάξης στους πολεμοκάπηλους, που στήνουν παγκόσμιους πολέμους και αφανίζουν ανθρώπους για ίδιον όφελος. Η απολογία του στο δικαστήριο και στο κελί της φυλακής είναι μοναδική κινηματογραφική στιγμή.

Η ταινία που κυκλοφόρησε στην Αμερική ακριβώς μετά το τέλος του δεύτερου μεγάλου πολέμου στις 11 Απριλίου 1947 (κατόπιν της απελευθέρωσης του πλανήτη από τους Γερμανούς, απελευθερώνεται και ο Τσάπλιν από τον απίθανο «αλητάκο» του) δεν πήγε καθόλου καλά εισπρακτικά, γιατί κυνηγήθηκε και προπηλακίστηκε από τις διάφορες στρατιωτικές οργανώσεις βετεράνων πολεμιστών. Στην Ευρώπη εκείνης της εποχής και ύστερα η ταινία έσκισε.  

Τούτο το κινηματογραφικό αριστούργημα (η ταινία προτάθηκε για το Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου το 1947) δημιούργησε το γόνιμο έδαφος, πέντε χρόνια μετά, για να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει ο Τσάπλιν μαζί με την Κλερ Μπλουμ και τον Μπάστερ Κίτον στα άσβεστα της ψυχής μας «Φώτα της Ράμπας» (Limelight – 1952).

Εάν δεν έχετε δει τον «Κύριο Βερντού» μην χάσετε την ευκαιρία, καθώς είναι και σε θερινό σινεμά, οπότε η κινηματογραφική εμπειρία θα είναι αναντικατάστατη. Απολαύστε την!