fbpx

«Ο δεκαπενταύγουστος αφηγείται ιστορίες με, χλιδή, ναρκωτικά, έρωτα και σπορ αυτοκίνητα σε ένα τσάι με κυρίες κάτω από τον κόκκινο ήλιο», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Τι τρέλα, τί κολασμένη παράνοια κι αυτή γεννημένη από την ανθρώπινη ανοησία. Προ διημέρου, ακριβώς στον φάρυγγα του θέρους, βρέθηκα σε μια από αυτές τις απολαυστικές, ελληνικές παραλίες, τις χάρμα οφθαλμών που οι αισθήσεις των ένλογων όντων παραλύουν, στήνοντας διθυράμβειο χορό, παραθαλάσσιος τόπος ανελέητα διαφημιζόμενος σε όλα τα φυλλάδια απανταχού της Γης διανθισμένος με εγκωμιαστικούς, επιθετικούς προσδιορισμούς ως «παραδεισένιος», «μαγευτικός» και «εκθαμβωτικός».

Με τα προσωπικά μας σύνεργα προστασίας απέναντι στον δυνατό, καυτό ήλιο του Αυγούστου, καθώς η παραλία δεν έχει ηττηθεί, τουλάχιστον ακόμα, από τον απύθμενο λαϊκισμό της μισθωμένης ξαπλώστρας, η ολιγομελής συντροφιά μας αποφάσισε ομόφωνα να ξοδέψουμε γόνιμα ολόκληρη την ημέρα μας. Όχι μόνο τις πρωινές ώρες αλλά και τις στιγμές της άκρατης γοητείας του δειλινού στον όρμο θαύμα της φύσης, κάνοντας πάμπολλες βουτιές, κουβεντιάζοντας, διαβάζοντας, αποδεχόμενοι ευχάριστα τα διάφορα, ελαφρά εδέσματα που είχαμε ετοιμάσει και κατά διαστήματα, κατακτημένοι από την παραζάλη της ζέστης και την μαγεία του τοπίου, να παραδινόμαστε σε μικρές, μεσημεριανές σίεστες κάτω από τις ομπρέλες στην απλωμένη πετσέτα, έχοντας ως στρώμα την ψιλή άμμο, την ανακατεμένη ισόποσα με το λιλιπούτειο, λευκό βότσαλο.

Ώσπου λίγο μετά την μεσημβρία και με τον αμείλικτο ηλιάτορα καρσί στον ουράνιο θόλο, σε ελάχιστη απόσταση από εμάς εγκαταστάθηκε μια ακόμα παρέα οκτώ νέων ανθρώπων, με μέσο όρο ηλικίας τα 35 με 40 χρόνια, επίσης, ισότιμα μοιρασμένη σε γυναίκες και άνδρες, προφανώς, ζευγάρια. Το πρώτο τέταρτο των συζητήσεων τους – συνομιλούσαν χαριτωμένα με αρκετά έντονο τον ήχο της φωνής τους, που να επιζητούσες να μην στήσεις αυτί, αναγκαστικά σε καθιστούσαν μάρτυρα των πάντων – το ανάλωσαν σχολιάζοντας θετικά το μαγευτικό του τόπου και πόσο δίκιο είχαν κάποιοι αναμεταξύ τους, που επέμεναν να έρθουν.

Έριξαν τις θορυβώδεις, χορταστικές βουτιές τους στα φιλόξενα, ελληνικά, τιρκουάζ ύδατα, δροσίστηκαν τα μέγιστα, μείωσαν αισθητά την σωματική αψάδα και επανήλθαν στις ομπρέλες τους όλο χαμόγελα, χαρά και θαυμασμό. Αποκάλυψαν ως ταχυδακτυλουργοί από το φορητό ψυγείο τους τα κύπελλα με τους κρύους καφέδες, άναψαν τα τσιγάρα τους και η παράνοια ξεκίνησε αυθόρμητα ως κατάθεση ψυχής από μια χαριτόβρυτη γυναίκα, φρεσκοπαντρεμένη, όπως ενημερωθήκαμε. Είπε, λοιπόν: «Δεν αντέχω άλλο. Θέλω βροχές, κρύο και χειμώνα. Φτάνει το καλοκαίρι. Αρκετά!»

Ακούστηκε τόσο δυνατά και με τέτοια απόγνωση βγαλμένη η επιθυμία της από τα χείλη της, που εμείς, άνευ σχολίων, κοιταχτήκαμε με απορία και αμέσως μεταμορφωθήκαμε σε ολόασπρα, πεντελικά μάρμαρα. Η παρέα της, άκριτα, ακολούθησε τον γεμάτο ένταση συλλογισμό της και σε αυτό το εκπάγλου, φυσικής ομορφιάς, καλοκαιρινό τοπίο άρχισαν να συζητούν με ζέση, για μια άλλη εποχή του χρόνου με βροχές, χιόνια, τσουχτερό κρύο, μάλλινα ρούχα, μπότες, κασκόλ, παλτά, σκουφιά, χιονισμένα καταφύγια και πυρακτωμένες, πέτρινες εστίες σε ομιχλώδη όρη, κοψίδια, λουκάνικα και γουρουνοπούλες, φτάνοντας έως τις γιορτινές ημέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

Ακούραστα για δυο ώρες, περίπου και με ενδιάμεσες, σύντομες επισκέψεις στα ευεργετικά νερά του Αρχιπελάγους, εν είδει εμβαπτισμού θα έλεγα, δρόσιζαν στα γρήγορα τα ιδρωμένα κορμιά τους για να μην πλαντάξουν, επέστρεφαν συνεχίζοντας να περιγράφουν με ζουμερές λεπτομέρειες τις προσωπικές τους, χειμερινές αποδράσεις, εκτός τόπου και παρόντος χρόνου, εξορκίζοντας καθολικά και διεστραμμένα όχι μόνο την παρούσα εποχή, την έναρξη του αυγουστιάτικου μήνα, την θερινή στιγμή, αλλά και την ίδια την εικόνα της μυθικής παραλίας που βίωναν μπροστά τους, ώρα δυο το μεσημέρι. Η εώα επιτολή του Σείριου τον μήνα Αύγουστο είναι άμεσα συνυφασμένη με την καταλυτική παρουσία του Ήλιου στην ανθρώπινη οντόντητα, καθώς το λαμπρότερο άστρο του Μεγάλου Κυνός ανατέλλει, διασχίζοντας τον αστερισμό του Λέοντα.

Γνωστά στην αρχαιότητα τα «κυνικά καύματα», από την αυξημένη, ηλιακή ακτινοβολία την συγκεκριμένη ετήσια περίοδο για όσους δεν ήταν προσεκτικοί. Έντονο, σπάνιο και καθαρό, ουράνιο φως δηλαδή, σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ζωής και οι μήνες: Εκατομβαιών (16 Ιουλίου έως 14 Αυγούστου), Μεταγειτνιών (15 Αυγούστου έως 12 Σεπτεμβρίου) ως οι δυο πρώτοι μήνες του αττικού ημερολογίου ήταν εξαιρετικά αφιερωμένοι στον Απόλλωνα, τον θεό του φωτός. Στον δε μισό μήνα Εκατομβαιών και στο άλλο μισό μήνα Μεταγειτνιών οι Έλληνες γιόρταζαν τα σπουδαία Παναθήναια αφιερωμένα στην θεά Αθηνά.

Την παράνοια, την διαστροφή να μην ζούμε την όποια στιγμή που καθορίζει το «Τώρα» δεν είναι κάτι καινούργιο. Τους χειμερινούς μήνες μυριάδες συζητήσεις σε παρέες αλλά και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής διαδικτύωσης υμνολογούν και αναζητούν το θέρος, αγνοώντας την ωραιότητα του παρόντος χρόνου. Όταν έρχεται το θέρος, αντίστοιχες συζητήσεις και αναρτήσεις αναζητούν απεγνωσμένα τον χειμώνα. Είναι υπαρκτή η τρέλα.

Ο Έλλην άνθρωπος συνεχίζει να είναι απών από τον εαυτό του, την στιγμή που τον καθορίζει, αλλά και την ιστορία του.      

«Ο Πρίγκιπας του Καρτέλ»

(Driven)

 

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Πόρτο Ρίκο, Ηνωμένο Βασίλειο, Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Νικ Χαμ
  • Με τους: Λι Πέις, Τζέισον Σουντέκις, Έριν Μοριάρτι, Τζούντι Γκριρ, Κόρεϊ Στολ
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Spentzos Film

Ο Τζιμ Χόφμαν (Τζέισον Σουντέκις) είναι ένας μέσος οικογενειάρχης, πατέρας δύο παιδιών που εργάζεται σκληρά ως πιλότος και περιστασιακό  βαποράκι. Όταν ο Τζιμ συλλαμβάνεται  κατά την διάρκεια των οικογενειακών του διακοπών να εισάγει κοκαΐνη στις ΗΠΑ, ο φιλόδοξος πράκτορας του FBI Μπένεκτιτ Τζ. Τίσα (Κόρεϊ Στολ) το βλέπει σαν μια ευκαιρία να κερδίσει μία τεράστια επιτυχία για την Υπηρεσία  χρησιμοποιώντας τον Τζιμ για να παγιδεύσει τον προμηθευτή του.

Έτσι ο Τζιμ στρατολογείται, μετακομίζει στο Σαν Ντιέγκο και γίνεται  το «καρφί» του FBI. Εκεί θα βάλλει στην άκρη τα καθήκοντα του όταν γνωρίσει τον διάσημο γείτονα του, τον μηχανικό αυτοκινήτων και σχεδιαστή, Τζον ΝτεΛόριαν (Λι Πέις).

Σύντομα μπαίνει στον κύκλο του ΝτεΛόριαν γοητευμένος από  το όραμα του να φέρει την επανάσταση στην αμερικάνικη αυτοκινητοβιομηχανία.

Όταν όμως το όνειρο του ΝτεΛόριαν καταλήγει σε αποτυχία και ο πράκτορας Τίσα βρίσκεται πολύ κοντά στην σύλληψη του, ο Τζιμ άξαφνα βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άντρες που θέλουν απελπισμένα να πετύχουν.

Η Αμερική των σέβεντις ξανά μπροστά στον κινηματογραφικό φακό, αποτυπώνοντας αυτή την φορά – εκτός της κολομβιανής εισβολής των ναρκωτικών που έσπασε το ασιατικό καρτέλ και έκανε τις διωκτικές αρχές να χάσουν τα αυγά και τα πασχάλια – , την ιστορία μιας σημαντικής μορφής από τον χώρο της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Ένα από τα μεγάλα αφεντικά της Τζένεραλ Μότορς που αποφάσισε να αυτονομηθεί, σχεδιάζοντας και κατασκευάζοντας παράλληλα το αμερικανικό όνειρο για ένα exotic car, πέρα των συνηθισμένων, τετράτροχων υπνοδωματίων που οδηγούσαν στα χάιγουεϊς τα αμερικανάκια. Ο μηχανικός Τζον ΝτεΛόριαν ήταν πραγματικά ο «πρίγκιπας» του Ντιτρόιτ, ο εμπνευστής και ο σχεδιαστής πολλών μοντέλων αυτοκινήτων που άφησαν εποχή στην ιστορία των τεσσάρων τροχών.

Τέτοιου είδους οραματιστές, όπως ο Τζον ΝτεΛόριαν δεν χωρούν στην ήδη κατεχόμενη αμερικανική βιομηχανία των «Τριών Αδελφών» (Big Three), που είναι η Τζένεραλ Μότορς, η Φορντ Μότορ Κόμπανι και η Κράισλερ, σημερινή Fiat Chrysler Automobiles US. Θυμηθείτε την εκπληκτική ταινία με τον Τζεφ Μπρίτζες «Τάκερ: Ο Άνθρωπος και το Όνειρο του» (Tucker – 1988) του Φράνσις Φορντ Κόπολα, τον πόλεμο που δέχθηκε ο κατασκευαστής αυτοκινήτων Πρέστον Τάκερ από τις «τρεις μεγάλες αδελφές» για να μην βγει σε παραγωγή το αυτοκίνητο του.

Ο 62χρονος, Ιρλανδός σκηνοθέτης Νικ Χαμ («Η Τρύπα», «Ο Ψίθυρος των Αγγέλων», «Σκοτώνοντας τον Μπόνο», που προβλήθηκε μόνο στο φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας), το ίδιο μετριοπαθής στα αντανακλαστικά του και εντελώς έξω από τα χωρικά ύδατα της θεματολογίας του, ασχολείται επιδερμικά με μια υπόθεση, που συγκλόνισε το παραγωγικό σύμπαν του αυτοκινήτου στην Αμερική προς τα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, προσπαθώντας να ρίξει φως στο παρασκήνιο αυτής της ιστορίας. Δεν τα καταφέρνει και διασημότητες, ναρκωτικά, χλιδή, άνθρωποι με πραγματικά οράματα, διωκτικές αρχές, πληροφοριοδότες και σκάνδαλα μιας σημαντικής δεκαετίας πετιούνται όπως όπως στο μπλέντερ για να κτυπηθούν με βιάση, καταλήγοντας σε ένα άγευστο, χλιαρό κοκτέιλ, που έχει μεν ατμόσφαιρα αλλά όχι ψυχή και σώμα.

Για την ιστορία και τους κινηματογραφόφιλους, πάντως, να αναφέρουμε, πως το αυτοκίνητο που κατασκεύασε ο Τζον ΝτεΛόριαν (6 Ιανουαρίου 1925 – 19 Μαρτίου 2005) το θρυλικό σπορ DeLorean με τις πόρτες φτερά και έγινε η αιτία να πτωχεύσει η εταιρεία του, αφού τον ανακάτεψαν σε υπόθεση εμπορίας ναρκωτικών (αθωώθηκε πανηγυρικά το 1984), είναι το αυτοκίνητο που «πρωταγωνιστεί» στην blockbuster τριλογία των έιτις σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Ζεμέκις «Επιστροφή στο Μέλλον» (Back to the Future – 1985) με πρωταγωνιστή τον νεαρούλη, τότε, Μάικλ Τζ. Φοξ.

Περιμένουμε τα καλύτερα για το αυτοκίνητο, εκεί κάπου τον Νοέμβριο 2019 στη βιογραφική ταινία του σκηνοθέτη Τζέιμς Μάνγκολτ «Κόντρα σε Όλα» (Ford v Ferrari), που πραγματεύεται την συνεργασία του Αμερικανού σχεδιαστή αυτοκινήτων Κάρολ Σέλμπι (Ματ Ντέιμον) και του οδηγού αγώνων Κεν Μάιλς (Κρίστιαν Μπέιλ), ρίχνοντας το 1966 στις πίστες το αγωνιστικό Φορντ για να κτυπήσουν την κυριαρχία της Φεράρι στον εικοσιτετράωρο αγώνα αντοχής, Λε Μαν.

«Τσάι με τις Κυρίες»

(Tea with the Dames)

 

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ρότζερ Μισέλ
  • Με τους: Aϊλίν Άτκινς, Τζούντι Ντεντς, Τζόαν Πλοουράιτ, Μάγκι Σμιθ
  • Διάρκεια: 83’
  • Διανομή: Neo Films

Κατά καιρούς, τέσσερις παλιές φίλες, όλες τους εξαίσιες ηθοποιοί, συναντιούνται στην αγγλική ύπαιθρο και συζητούν, θυμούνται και γελούν. Αυτή τη φορά, άφησαν τις κάμερες να τις κινηματογραφήσουν.

Η ταινία ντοκιμαντέρ είναι ένας ξεχωριστός εορτασμός των ζωών και των επαγγελματικών σταδιοδρομιών τεσσάρων κινηματογραφικών ειδώλων της Αγγλίας. Της Άιλιν Άτκινς, της Τζούντι Ντεντς, της Τζόαν Πλοουράιτ και της Μάγκι Σμιθ. Και οι τέσσερις κατάφεραν να μετατραπούν από αρχάριες ηθοποιοί της δεκαετίας του ’50 σε κινηματογραφικές «γαλαζοαίματες». Παρακολούθησαν τις επαγγελματικές σταδιοδρομίες τους να μεγαλώνουν και να ακμάζουν και γιόρτασαν τα σκαμπανεβάσματα της ζωής μαζί.

Σκηνοθετημένη από τον Νοτιοαφρικανό Ρότζερ Μισέλ (Μια Βραδιά στο Νότινγκ Χιλ), τούτο το ντοκιμαντέρ, προσκαλεί τους θεατές να περάσουν χαλαρά και άνετα 83 λεπτά με αυτές τις «θρυλικές» κυρίες του αγγλικού θεάτρου και του σινεμά.

Με άνεση συνομιλούν, μεταξύ τυριού και αχλαδιού, άντε και σαμπάνιας, για τις ζωές τους τότε και τώρα, τις εμπειρίες τους στο θέατρο, στην τηλεόραση και στο σινεμά, σχολιάζουν τους γάμους τους με το γνωστό, αγγλικό χιούμορ και τις αναμνήσεις που έχουν από τότε που ήταν νέες μέχρι σήμερα, καθώς αναπολούν τα χρόνια που έζησαν με τη σοφία της ηλικίας τους.

Ο Ρότζερ Μισέλ απλά κινηματογραφεί τις αυθόρμητες, πνευματώδεις συζητήσεις τους και όλο το concept μοιάζει με εκείνες τις επιτυχημένες, τηλεοπτικές εκπομπές της Σεμίνας Διγενή στην κρατική τηλεόραση της δεκαετίας του ογδόντα, που σε ένα στρογγυλό τραπέζι διάφορες διασημότητες από τον χώρο των Τεχνών μιλούσαν για τις ζωές και τα έργα τους.

Ε, για την μεγάλη οθόνη χρειαζόταν το κάτι τις περισσότερο από αυτή την κοζερί των σπουδαίων κυριών με τα εβδομήντα χρόνια θητεία στο θεατρικό πάλκο των ερμηνειών και των σπουδαίων ταινιών.

«Μονομαχία στον Κόκκινο Ήλιο»

(Soleil Rouge / The Red Sun)

 

 

  • Είδος: Γουέστερν περιπέτεια, δράση
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία (1971) σε επανέκδοση με νέα ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Τέρενς Γιανγκ
  • Με τους: Τσαρλς Μπρόνσον, Αλέν Ντελόν, Τοσίρο Μιφούνε, Ούρσουλα Άντρες, Τζιάν Μαρία Βολοντέ, Καπισίν
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Προβολή της ταινίας: Σινέ «Βοξ» (Εξάρχεια) – Ώρα προβολής: 23.00 Σινέ «Ζέφυρος» (Πετράλωνα) – Ώρες προβολής: 21:00 και 23:00 – Σινέ «Αστέρι» (Ίλιον) – Ώρες προβολής: 21:00 και 23:00 – Σινέ «Φλέρυ» (Καλλιθέα) – Ώρα προβολής: 23.00

Ο ληστής Λινκ Στιουάρτ (Τσαρλς Μπρόνσον) συνεταιρίζεται με τον Γκος (Αλέν Ντελόν) για να ληστέψουν ένα τρένο. Στο τρένο όμως, από το Σαν Φρανσίσκο προς την Ουάσιγκτον ταξιδεύει και ο νέος Ιάπων πρεσβευτής, με τους σαμουράι- σωματοφύλακες του και ένα πανάκριβο, χειροποίητο χρυσό σπαθί, δώρο προς τον Προεδρο των Η.Π.Α.

Ο Γκος όμως, αφού επιδοθεί σε μία τεράστια σφαγή στο τρένο, σκοτώνει τον ένα από τους δύο σωματοφύλακες, αλλά ο άλλος, Κουρόντα (Tοσίρο Μιφούνε) ορκίζεται εκδίκηση, δίνοντας στον εαυτό του προθεσμία 7 ημερών για να πάει το σπαθί πίσω στον Ιάπωνα πρέσβη, διαφορετικά θα προχωρήσει σε Σεπούκου (χαρακίρι), ως την ένδειξη αποτυχίας του.

Ο Άγγλος σκηνοθέτης των τριών πρώτων κινηματογραφικών περιπετειών του πιο διάσημου πράκτορα της μεγάλης οθόνης, του Τζέιμς Μποντ, ο γεννημένος στην Σαγκάη της Κίνας, Τέρενς Γιανγκ («Δόκτωρ Νο», «Από την Ρωσία με Αγάπη», «Επιχείρηση Κεραυνός»), βουτάει στα ξεροτόπια της άγριας Δύσης και των κολτ, με πυξίδα την μόντα των σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε, χρησιμοποιώντας ένα διεθνές καστ από ανατολή και δύση, δίνοντας όμως μια ιδιαίτερη, κινηματογραφική αίσθηση στην ιστορία του συγγραφέα και μετέπειτα σεναριογράφου, Λάρντ Κέινογκ («Γραμμή Αίματος» – 1979).

Με εμφανή τα στοιχεία της ταινίας του Λεόνε «Ο Καλός, Ο Κακός και ο Άσχημος» του 1966, ως έμπειρος σκηνοθέτης στο περιβάλλον της δράσης, ο Τέρενς Γιάνγκ (20 Ιουνιου 1915 – 7 Σεπτεμβρίου 1994), προσφέρει την δική του πνοή στους τρεις βασικούς χαρακτήρες της ταινίας (Τσαρλς Μπρόνσον, Αλέν Ντελόν και Τοσίρο Μιφούνε, αντιστοίχως), τοποθετώντας την «Μονομαχία στον Κόκκινο Ήλιο» μπορεί όχι στα κορυφαία γουέστερν, αλλά σίγουρα στα κλασικά του είδους.

Η ταινία καθιέρωσε τον Τσάρλς Μπρόνσον σταρ πρώτου μεγέθους στην χώρα του Ανατέλλοντος Ήλιου και ο σκηνοθέτης Τζον Χιούστον την κατέταξε στα τρία καλύτερα του γουέστερν μαζί με την «Άμαξα της Αγωνίας» («Stagecoach» -1939) και «Το Κόκκινο Ποτάμι» («Red River» – 1948).

Για την χρωματική της κινηματογραφικής ιστορίας – σημειολογίας να αναφέρουμε πρώτον, ότι η χημεία των δυο ηθοποιών: Ντελόν και Μπρόνσον είναι ήδη άριστα δοκιμασμένη από το «Αντίο Φίλε» («Adieu l’ Αmi» – 1968) του Ζαν Ερμάν, που έφτιαξε τους δυο ηθοποιούς σούπερ αστέρες και δεύτερον, ότι οι συμπρωταγωνιστές, ο Τσαρλς Μπρόνσον και ο σπουδαίος, Ιάπων Τοσίρο Μιφούνε έχουν κάτι κοινό. Ο μεν Μιφούνε πρωταγωνιστεί στους θρυλικούς «7 Σαμουράι» του 1954 σε σκηνοθεσία του Ακίρα Κουροσάβα, ο δε Μπρόνσον στο αμερικάνικο remake της ταινίας του 1960 «Και οι Επτά Ήταν Υπέροχοι», του Τζον Στάρτζες.

Η μουσική της ταινίας, γραμμένη από τον αχώριστο συνθέτη του σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λιν, τον αισθαντικό Μορίς Ζαρ («Λόρενς της Αραβίας») είναι απλά απίθανη.    

«Καρουζέλ»

(Körhinta)

 

 

  • Είδος: Δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ουγγαρία (1955) σε πλήρη ψηφιακή αποκατάσταση 4Κ από το εργαστήριο Magyar Labor των Ουγγρικών αρχείων κινηματογράφου
  • Σκηνοθεσία: Ζόλταν Φάμπρι
  • Με τους: Μάρι Τέρετσικ, Ίμρε Σόος, Άνταμ Σίρτες, Μπέλα Μπάρσι, Μάνι Κις
  • Διάρκεια: 90΄
  • Διανομή: Carousel Films

Ο Ίστβαν, γαιοκτήμονας, αποχωρεί από την κολλεκτίβα των αγροτών και απαγορεύει στην κόρη του Μάρι να βλέπει τον Μάτε, αγαπημένο της και υπέρμαχο του συνεταιρισμού.

Ο Μάτε αντιδρά αλλά κι η Μάρι δεν αποδέχεται τα σχέδια που έχει γι’ αυτήν ο πατέρας της. Η χειραφέτησή της συγκλονίζει την οικογένειά της, ενώ οι συγκρούσεις με αφορμή την κολλεκτιβοποίηση κορυφώνονται.

Το Φεστιβάλ Καννών του 1956 σημαδεύτηκε από ένα πρωτοφανές συμβάν: Ένας νεαρός κριτικός των Cahiers du Cinema, προκάλεσε επεισόδιο κατά τη διάρκεια της απονομής, εξοργισμένος για την άδικη, μη βράβευση ενός φιλμ και της πρωταγωνίστριάς του. Η διαμαρτυρία του ήταν τόσο έντονη που το φεστιβάλ του απαγόρευσε την είσοδο και για την επόμενη χρονιά. Ο κριτικός ονομαζόταν Φρανσουά Τρυφό, η ταινία για την οποία διαμαρτυρήθηκε ήταν το «Καρουζέλ» του Ζόλταν Φάμπρι και η πρωταγωνίστριά του Μάρι Τέρετσικ.

Ένα πραγματικό αριστούργημα της 7ης Τέχνης που βάζει το ουγγρικό σινεμά στον χάρτη. Για πρώτη φορά σε ταινία του ανατολικού μπλοκ, η εστίαση αποσπάται από την ταξική σύγκρουση, το στυλιζάρισμα και η αφήγηση ξεπερνούν τα στερεότυπα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ανοίγοντας τον δρόμο για την έκρηξη του ουγγρικού «Νέου Κύματος» που θα ακολουθούσε λίγα χρόνια μετά αναδεικνύοντας στη συνέχεια στο κινηματογραφόφιλο κοινό την σπουδαία σχολή των Μαγυάρων σκηνοθετών (Γιαν Καντάρ, Μπέλα Ταρ, Ίλντικο Ενιέντι).

Το «Καρουζέλ» εισάγει μοντέρνους αφηγηματικούς κανόνες και στυλ, διαθέτοντας δυο σκηνές ανθολογίας του παγκόσμιου σινεμά: την εξαιρετικά πολύπλοκη τεχνικά σκηνή του Καρουζέλ, μια από τις πρώτες σκηνές που η αιώρηση αποδίδεται με τέτοια αληθοφάνεια, όπου ο διευθυντής φωτογραφίας, ο Μπάρναμπας Χέγκι μένει στην ιστορία, αλλά και την σκηνή του χορού, ένα αριστούργημα του μοντάζ με 77 cut σε δυο λεπτά. Παράλληλα, ο Ζόλταν Φάμπρι (15 Οκτωβρίου 1917 – 23 Αυγούστου 1994) εγκαινιάζει την αφήγηση μέσω ενδιάμεσων φλας μπακ που θα εξελίξει αργότερα και θα γίνει σήμα κατατεθέν του.

Ο Φάμπρι, έπειτα από εξαντλητικό κάστινγκ, επέλεξε την δεκαοχτάχρονη Μάρι Τέρετσικ, θεατρική ηθοποιό στα πρώτα της βήματα, πρωτόβγαλτη τότε στο σινεμά. Στο πλευρό του καταξιωμένου Ίμρε Σόος, η Τέρετσικ έλαμψε σε κάθε σκηνή, έγινε το «πρόσωπο» της ταινίας και ξεκίνησε μια τεράστια καριέρα που φτάνει ως τις μέρες μας με πάνω από εκατό φιλμ στο ενεργητικό της και συνεργασίες με όλα τα ιερά τέρατα του Ουγγρικού σινεμά.

Στην Ελλάδα η ταινία προβλήθηκε το 1957 με τον τίτλο: «Τίποτα δεν Σβήνει τον Πόθο».

Μοναδικές ερμηνείες σε μια έξοχη κινηματογραφική γραφή. Μην την χάσετε!!!