fbpx

«Ο Αραχνάνθρωπος, ο κύριος Βερντού και η Γκλόρια», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Κρύφτηκε ο ήλιος και το σκούρο χάδι της νύχτας φανέρωσε τις στιγμές ηρεμίας κάτω από ουρανό, τον άδειο από άστρα γιατί τα έντονα, δικά μας φώτα νικούν εγωιστικά τις μικρές λάμψεις του παρελθόντος να αποκαλυφθούν. Απάνεμο μέχρι στιγμής βράδυ με τους φτερωτούς τραγουδιστάδες να συνεχίζουν ακούραστα το μονότονο άσμα τους στα κλαδιά και τα φυλλώματα των δένδρων, όσο το ζεστό χνώτο θερμαίνει ακόμα την όρεξη για ξεγνοιασιά.

Καθισμένος στο πρώτο δεξί, ξύλινο παγκάκι της προβλήτας με την θάλασσα μπροστά του παραδομένη σε άλλα χρώματα, ολομόναχος με το βιβλίο στα χέρια παζάρευε το μεσοδιάστημα της έλλειψης φωτεινού βοηθήματος, εάν έφτασε η στιγμή για να εγκαταλείψει τον καλπασμό στις αράδες των σελίδων ή να συνεχίσει. Τον βοήθησε η πλοκή του μυθιστορήματος στην απόφαση του, που βρέθηκε να είναι αποστασιοποιημένη από τα σημαντικά, τοποθετώντας ήρεμα τον μικρό, χάρτινο σελιδοδείκτη στην θέση της παύσης και να κλείσει τελικά το βιβλίο. Τράβηξε από τα μάτια του τα τετράγωνα, σιδερένια γυαλιά πρεσβυωπίας τα ρίξε δίχως θήκη στην πάνινη τσάντα μαζί με το βιβλίο και έμεινε εκεί να κοιτά την ανησυχία του νερού, που νοιώθει άβολα στην απουσία του φωτός. Η μικρομέγαλη σελήνη θα παίξει τώρα τον δικό της ρόλο, με δανεική αίγλη για να κερδίσει τις εντυπώσεις.  Ήπιε δυο δυνατές γουλιές καφέ, άναψε ένα τσιγάρο και άρχισε μια άλλη ανάγνωση, αυτή την φορά ακριβώς στο πάνω κάτω σκουρόχρωμο τακίμι του ορίζοντα. Η κίνηση από λογής ανθρώπους να βολτάρουν ράθυμα στο πλακόστρωτο είναι αυξημένη. Τα φώτα της Κοινότητας, προγραμματισμένα όπως είναι, άναψαν όλα μαζί και ο μόλος άλλαξε όψη.

Μπροστά από τα μάτια του, δυο πόδια απόσταση, περνάει μια οικογένεια. Η νεαρή μητέρα με την θρησκευτική μαντίλα περασμένη στο κεφάλι και το δροσερό μακρύ φόρεμα σαν ριχτάρι πάνω της σπρώχνει το καρότσι με το βρέφος, μάλλον κορίτσι, ενώ ο επίσης νεαρός πατέρας σπρώχνει κι αυτός ένα δεύτερο καρότσι με το αγοράκι να κοιμάται του καλού καιρού από τα υπνωτιστικά λόγια της βραδινής άπνοιας. Γύρω τους ακολουθεί ήσυχα ένα ανήλικο ζευγάρι τέκνων, αγόρι και κορίτσι, από έξι έως επτά χρόνων πάνω κάτω και τα δύο. Σταμάτησαν το βάδισμα τους για λίγο στην άκρη της προβλήτας και κοίταξαν αμίλητοι το θαλασσινό νερό την στιγμή που το αναστάτωνε το πρώτο βραδινό βοριαδάκι, μετασχηματίζοντας την ατμόσφαιρα. Η πρώτη δροσιά της νύχτας και οι τραγουδιστάδες στα δένδρα σταμάτησαν.

Η ατάραχη, νεανική, ανδρική φωνή από την αντίθετη κατεύθυνση της οικογένειας θορύβησε ευχάριστα τον νεαρό πατέρα, που έστριψε τον λαιμό του όταν είδε προφανώς κάποιον γνωστό του να σέρνει περήφανα κι αυτός ένα ριγωτό, μπλε καρότσι με ένα μωρό αγόρι αναπαυτικά καθισμένο να ακολουθεί κι αυτό ανυπεράσπιστο το μονοπάτι του Μορφέα στο δροσιστικό αέρι. Κάτι είπαν εκείνος και η γυναίκα του άλλου σε μια άγνωστη γλώσσα και ο νεοφερμένος άνδρας χαμογελώντας έδειξε πίσω του την επίσης νεαρή γυναίκα, κι αυτή με θρησκευτική μαντήλα στο κεφάλι, φαρδιά, δροσιστική πουκαμίσα και παντελόνι να πλησιάζει κρατώντας μπόλικες χαρτοπετσέτες στα χέρια της και τρία πιτσιρίκια, από πέντε έως δέκα ετών, να την ακολουθούν, τελετουργικά αφοσιωμένα στα παγωτά χωνάκια που απολάμβαναν.

Δυο φιλικά, νεαρά ζευγάρια που αντάμωσαν στην απογευματινο-βραδινή, οικογενειακή βόλτα τους στην προβλήτα με φόντο τα νυχτερινά νερά του αργοσαρωνικού. Κοίταζε απέναντι του με αριθμητικό συλλογισμό αυτή την παρέα των δέκα, ξένων ανθρώπων. Τέσσερις ενήλικες και οκτώ ανήλικα να μιλούν μεταξύ τους με λόγια που δεν κατανοούσε. Τέσσερις, άγνωστοι νέοι άνθρωποι, μάλλον ξενιτεμένοι από την χώρα τους και ριζωμένοι εδώ, δεν σταμάτησαν να αναπνέουν ζωή, φέρνοντας στον κόσμο ακόμα οκτώ καινούργιους ανθρώπους. Τα νέα ζευγάρια εδώ, στο κλέος του ηττημένου παρόντος, που μεγαλώνουν δυο τέκνα είναι ήρωες, πάνω από δυο τέκνα είναι μουσειακό είδος, ενώ οι πολύτεκνοι είδος προς εξαφάνιση.   

Έπιασε τον καφέ και την πάνινη τσάντα, σηκώθηκε από το παγκάκι με ένα μειδίαμα αυτοκριτικής στα χείλη. Η σκέψη του έριξε μια τελευταία βουτιά στα προσωπικά του σκουρόχρωμα νερά σαν αντίο της όμορφης βραδιάς μέχρι να συναντηθούν ξανά. Τα δικά του βλαστάρια έφυγαν και τα δυο πριν τρία χρόνια από δω που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, δόξα τω Θεώ αξιοπρεπώς, έως τα 25 χρόνια τους, και καλά σπουδαγμένα εκτοξεύτηκαν στην παραζάλη της απόγνωσης για να σφηνώσουν σαν χρυσές βολίδες σε άλλα ξένα, απλά για να ζήσουν. Εκείνος και η γυναίκα του σε κάποια στιγμή του μικρού, γήινου χρόνου θα αποχωρίσουν από τούτο το γλέντι και πίσω τους θα έχουν αφήσει τον ίδιο αριθμό ζωής. Ούτε έναν παραπάνω διάολε, ούτε έναν…  

«Ο Κύριος Βερντού»

(Monsieur Verdoux)

  • Είδος: Μαύρη κωμωδία (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (1947) – σε επανέκδοση με νέες αποκατεστημένες κόπιες
  • Σκηνοθεσία : Τσάρλι Τσάπλιν
  • Με τους: Τσάρλι Τσάπλιν, Μάρθα Ρέι, Γουίλιαμ Φρόλεϊ
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Προβολή της Ταινίας: Σινέ «Θησείο» (Θησείο) – Σινέ «Ριβέρια» (Εξάρχεια) – Σινέ «Όαση» (Παγκράτι)

Ο ηθικός, τίμιος οικογενειάρχης κύριος Ανρί Βερντού (Τσαρλς Τσάπλιν – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς!) απολύεται από ταμίας τράπεζας εξαιτίας της μεγάλης, μεταπολεμικής, οικονομικής κρίσης. Για να συντηρήσει την καλοσυνάτη, ανάπηρη γυναίκα του και το μικρό γιο του, αρχίζει κρυφά να παντρεύεται πλούσιες χήρες και με διάφορα τεχνάσματα να αποκτά τα χρήματα τους. Ύστερα τις εξαφανίζει, δολοφονώντας τες με διάφορους τρόπους.

Ενώ στην πραγματικότητα ασχολείται με το εμπόριο παλαιών επίπλων και αντικειμένων, σκαρφίζεται διάφορα επαγγέλματα, όπως αυτό του καπετάνιου, του μηχανικού ακόμα και του ράφτη και με άλλα ονόματα και ως «κυανοπώγων» ο Βερντού προσεγγίζει κάθε μοναχική, ηλικιωμένη κυρία, που βρίσκεται στο πλατύσκαλο της απόγνωσης, αντιμετωπίζοντας τα θηράματα του ως μια ακόμα επιχειρηματική δυνατότητα για να εξοικονομήσει χρήματα, παίζοντας παράλληλα και στο χρηματιστήριο με τα χρήματα από την λεία των «δουλειών» του .

Η οικογένεια μια εξαφανισμένης γυναίκας κινεί τις υποψίες στην αστυνομία, που συγκρίνει 14 άλυτες υποθέσεις δολοφονίας γυναικών και τον θέτει υπό στενή παρακολούθηση, προσπαθώντας να συλλάβουν τον κατά συρροή δολοφόνο την στιγμή ενός ακόμα γάμου του.

Ένα πραγματικό διαμάντι της 7ης Τέχνης φτιαγμένο από την αρχή έως το τέλος από τον Τσάρλι Τσάπλιν και δεν το συναντάμε συχνά, σχεδόν σπάνια θα αναφέρω, στις μεγάλες οθόνες. Η ιστορία βασίζεται στα κατορθώματα του πραγματικού Γάλλου serial killer γυναικών Ανρί Λαντρί (Henri Désiré Landru: 1869 – 1922), που εκτελέσθηκε στην γκιλοτίνα, αφού βρέθηκε ένοχος για τις δολοφονίες 11 γυναικών και ενός νεαρού άνδρα.

Η ιδέα και κατόπιν ο πιλότος της ταινίας γράφτηκε από έναν άλλο καταπέλτη της 7ης Τέχνης, τον Όρσον Γουελς, ο οποίος ήθελε ο ίδιος να το σκηνοθετήσει με πρωταγωνιστή τον Τσάπλιν. Ο μέγας Τσάρλι Τσάπλιν, όμως έλεγε, πως «δεν έχει βρεθεί ακόμα ο άνθρωπος που θα σκηνοθετήσει τον Τσάπλιν και ούτε πρόκειται ποτέ να βρεθεί».

Ο Γουέλς που βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση εκείνη την εποχή πούλησε το σενάριο στον Τσάπλιν έναντι του ευτελούς ποσού των 5.000 δολαρίων και όταν το πήρε στα χέρια του αυτή η ιδιοφυΐα το άλλαξε εντελώς. Παραμέρισε τον αλητάκο, που το κοινό τον είχε συνηθίσει σε αυτό τον ρόλο και μεταμορφώθηκε εξαιρετικά σε έναν κυνικό, ψυχρό, αλλά συναισθηματικό, ευγενικό, αστείο πολλές φορές στυγερό δολοφόνο. Η παραγωγή, η σκηνοθεσία, η μουσική και ο πρωταγωνιστικός ρόλος ανήκουν στον ίδιο τον Τσαρλς Τσάπλιν, που σε αυτή την ταινία αποκαλύπτεται το μεγαλείο του πολυτάλαντου και πολυμορφικού καλλιτέχνη.

Επτά χρόνια μετά τον καταιγιστικό «Δικτάτορα», που ξετινάζει τον σκοτεινό ναζισμό, στον «Κύριο Βερντού», ο Τσάπλιν αδιακρίτως σέρνει τα εξ΄ αμάξης στους πολεμοκάπηλους, που στήνουν παγκόσμιους πολέμους και αφανίζουν ανθρώπους για ίδιον όφελος. Η απολογία του στο δικαστήριο και στο κελί της φυλακής είναι μοναδική κινηματογραφική στιγμή.

Η ταινία που κυκλοφόρησε στην Αμερική ακριβώς μετά το τέλος του δεύτερου μεγάλου πολέμου στις 11 Απριλίου 1947 (κατόπιν της απελευθέρωσης του πλανήτη από τους Γερμανούς, απελευθερώνεται και ο Τσάπλιν από τον απίθανο «αλητάκο» του) δεν πήγε καθόλου καλά εισπρακτικά, γιατί κυνηγήθηκε και προπηλακίστηκε από τις διάφορες στρατιωτικές οργανώσεις βετεράνων πολεμιστών. Στην Ευρώπη εκείνης της εποχής και ύστερα η ταινία έσκισε.  

Τούτο το κινηματογραφικό αριστούργημα (η ταινία προτάθηκε για το βραβείο Όσκαρ Καλύτερο Πρωτότυπου Σεναρίου το 1947) δημιούργησε το γόνιμο έδαφος, πέντε χρόνια μετά, για να σκηνοθετήσει και να πρωταγωνιστήσει ο Τσάπλιν μαζί με την Κλερ Μπλουμ και τον Μπάστερ Κίτον στα άσβεστα της ψυχής μας «Φώτα της Ράμπας» (Limelight – 1952).

Εάν δεν έχετε δει τον «Κύριο Βερντού» μην χάσετε την ευκαιρία, καθώς είναι και σε θερινό σινεμά, οπότε η κινηματογραφική εμπειρία θα είναι αναντικατάστατη. Απολαύστε την!          

«Spider-Man: Μακριά από τον Τόπο του»

(Spider-Man: Far from Home)

 

 

  • Είδος: Επιστημονικής φαντασίας, Marvel comic (και σε 3D)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Γουάτς
  • Με τους: Τομ Χόλαντ, Σάμιουελ Λ. Τζάκσον, Τζέικ Γκίλενχαλ, Ζεντάγια, Κόμπι Σμάλντερς, Τζον Φαβρό, Μαρίσα Τομέι
  • Διάρκεια: 129’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Έπειτα από την επική μάχη με τον τιτάνα Θάνος που έφερε πίσω στη ζωή τον Πίτερ Πάρκερ –Σπάιντερμαν (Τομ Χόλαντ) και τους φίλους του, αλλά και δισεκατομμύρια άλλους ανθρώπους, ο έφηβος Πίτερ συνεχίζει να πενθεί για τον θάνατο του μέντορα του, Τόνι Σταρκ – Iron Man, του οποίου η θυσία έκανε την επιστροφή του δυνατή. Όπου και να κοιτάξει βλέπει παντού τον Σταρκ, κάτι που κάνει να νιώθει την απώλεια ακόμα πιο έντονα.

O Σπάιντερμαν βρίσκει παρηγοριά στα λόγια του Χάπι Χόγκαν (Τζον Φαβρό), ενώ ο Νικ Φιούρι (Σάμιουελ Τζάκσον) ψάχνει επειγόντως τον Πάκερ και ο Πάρκερ τον αγνοεί για να αναχωρήσει μαζί με τους φίλους και συμμαθητές του σε εκπαιδευτικό ταξίδι στην Βενετία, αφήνοντας στην άκρη για λίγες ημέρες τα υπερηρωϊκά κατορθώματα.

Στην Βενετία όμως επιτίθενται τα τεράστια Στοιχειακά Πλάσματα, που το καθένα εκπροσωπεί ένα από τα τέσσερα στοιχεία: τη Γη, τον Αέρα, το Νερό και τη Φωτιά. Αυτά τα ενεργειακά πλάσματα έχουν ξεπηδήσει από μία τρύπα στο σύμπαν, ως συνέπεια των συμβάντων των δύο τελευταίων ταινιών των Εκδικητών.

Ο Πίτερ θα συναντήσει τον Κούεντιν Μπεκ, γνωστός και ως Μιστέριο (Τζέικ Γκίλενχαλ), έναν υπερήρωα που έρχεται από μία παράλληλη Γη και είναι αποφασισμένος να σταματήσει την εισβολή των Στοιχειακών Πλασμάτων.  O Φιούρι, Ο Μιστέριο και ο Σπάιντερμαν θα ενώσουν τις δυνάμεις τους, παρότι ο μικρός έχει τις αντιρρήσεις του, για να αντιμετωπίσουν το κακό. Τα πράγματα όμως είναι διαφορετικά απ΄ ότι δείχνουν και ο Σπάιντερμαν, ο τολμηρός ήρωας της γειτονιάς, καλείται να αντιμετωπίσει μια τρομερή κατάσταση πάνω από τις δυνάμεις του.

Αυτόνομο μεν επεισόδιο για τον Σπάιντι, αλλά η ροή του βρίσκεται στον απόηχο των δυο προηγούμενων Εκδικητών, αφού το «φάντασμα» του Σταρκ κυριαρχεί σε όλη την πλοκή. Ο Μιστέριο μαζί με τον Δόκτωρα Ότο Οκτάβιους, στον «χάρτινο» Spiderman, είναι οι δυο πιο ισχυροί του αντίπαλοι.

Η παραγωγή της Marvel με τον Τζον Γουάτς στο σκηνοθετικό τιμόνι απλώνει διακριτικά τα ποδαράκια της και προς Ευρώπη μεριά, καθώς η τουριστική, πλωτή Βενετία γεύεται την σπουδαία παρουσία των υπερηρώων, για να μην φωνάζουν μερικοί μερικοί, πως το M.C.U. αφορά μόνο το U.S.A. Αυτός που είναι έξω από τα «νερά» του είναι ο Γκίλενχαλ ως Κούεντιν Μπεκ – Μιστέριο… εντελώς ξενέρωτος.

Ο Τομ Χόλαντ παρά τα 23 χρόνια στις πλατούλες του, σέρνει μια χαρά το εφηβικό άρμα με το ακατέργαστο συναίσθημα, τις αγαπούλες, τα αδέξια φλερτ για να μπει στο ζουμί της υπόθεσης, που ερμηνεύεται ως ακόμα μια μαρβελική ταινία με τα ψηφιακά εφέ δράσης στα «κόκκινα», τον ασταμάτητο θόρυβο και ξανά μανά τα ίδια και τα ίδια. Είναι πασιφανές, πως όλο αυτό το σύμπαν των superheroes αλλάζει διάσταση και σφαίρα ενδιαφέροντος (ε, γέρασαν κάποιοι) για να κρατήσει το νταβαντούρι αφού φέρνει θεατές και γεμίζει τα ταμεία…ακόμα.

Η φάμπρικα των κινηματογραφικών ηρώων με τα κολάν και τις μάσκες – εκτός της ετήσιας υπερ-παραγωγής της (κάθε χρόνο έχουμε δόση, είτε από Marvel, είτε από DC) –  όσο προχωράει και προοδεύει τεχνολογικά, ολοένα και πιο ρηχά κολυμπάει σεναριακά. Για την προεφηβική ηλικία ο Σπάιντι είναι μια χαρά. Ως εκεί όμως.

«Γκλόρια»

(Gloria Bell)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό, ερωτικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Χιλή (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σεμπάστιαν Λέλιο
  • Με τους: Τζούλιαν Μουρ, Τζον Τορτόυρο, Μάικλ Σέρα,
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Η διαζευγμένη Γκλόρια (Τζούλιαν Μουρ – καλή), μάνα δυο ενήλικων τέκνων και γιαγιά ενός βρέφους, είναι ένα ελεύθερο πνεύμα που περνάει τις μέρες της σε μία συντηρητική δουλειά γραφείου ως ασφαλίστρια  και τις νύχτες της, ενίοτε, σε χορευτικές πίστες σε διάφορα κλαμπ, όπου ξεδίνει χορεύοντας στους disco ρυθμούς των επιτυχιών 70s και 80s.

Μετά τη γνωριμία της με τον πρώην στρατιωτικό, νυν ιδιοκτήτη πάρκου paint ball, Άρνολντ (Τζον Τορτούρο – καλός) σε μία νυχτερινή έξοδο της, βρίσκεται να ζει έναν αναπάντεχο έρωτα, με όλες τις χαρές και τις επιπλοκές των ραντεβού, της αναζήτησης ταυτότητας της και της οικογένειας. Μόνο που ο Άρνολντ έχει αδυναμία στις δυο βληματερές θυγατέρες του που του κάνουν την ζωή πατίνι. 

Ριμέικ της γνωστής, υπέροχης και βραβευμένης «Γκλόρια» του Χιλιανού σκηνοθέτη Σεμπάστιαν Λέλιο – πέρσι η ταινία του «Μια Φανταστική Γυναίκα» κράτησε το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας – σε αμερικάνικη έκδοση αυτή την φορά σκηνοθετημένο ξανά από τον Λέλιο. Η Χιλιανή ηθοποιός Παουλίνα Γκαρσία που υποδύθηκε μοναδικά την ελεύθερη «Γκλόρια» το 2013 (όσοι δεν την έχετε δει, την προτείνω), παραδίδει την σκυτάλη στην Αμερικάνα Τζούλια Μουρ για να απολαύσουν και οι μεγαλοκυρίες των Η.Π.Α. τι εστί βερίκοκο στα fifty something.

Οι λόγοι που ένας σκηνοθέτης γυρίζει το ίδιο έργο σε διαφορετικές γλώσσες και με διαφορετικούς πρωταγωνιστές είναι γνωστοί και δεν χρειάζονται επεξηγήσεις και αναλύσεις. Ο πρώτος τα χρήματα και ο δεύτερος είναι τα χρήματα.

Το ταμπεραμέντο της Παουλίνα Γκαρσία αδιαμφισβήτητα είναι το «πυρ» απέναντι στον «πάγο», της εξαιρετικής κατά άλλα Μουρ και η Τζούλιαν δεν προσδίδει το κάτι τις παραπάνω στο όλο θέμα. Εάν ήταν μικρότερη ηλικιακά η Ντάιαν Κίτον σίγουρα είχε στο τσεπάκι της τον ρόλο, ακόμα κι αν διαρρηγνύει τα ιμάτια του ο Λέλιο, ότι την σκηνοθέτησε ξανά γιατί του το ζήτησε η ίδια η Τζούλιαν Μουρ.   

Να έστηνε το ριμέικ κάποιο αμερικανάκι, φρέσκος σκηνοθέτης να το δεχθώ, αλλά ξανά ο Σεμπάστιαν; Είναι δηλαδή σαν να πουν στον Τζεφ Μπεκ να παίξει το  Superstition σε συναυλία στην μαύρη Ήπειρο και να το τραγουδήσει στα σουαχίλι…   

«70 Πεντακοσάρικα»

(70 Binladens / 70 Big Ones)      

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια, Δράση
  • Παραγωγή: Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κόλντο Σέρα
  • Με τους: Εμα Σουάρεζ, Χιούγκο Σίλβα
  • Διάρκεια: 100΄
  • Διανομή: Weird Wave

Η Ρακέλ πρέπει, πάση θυσία, να βρει 35.000 ευρώ ή αλλιώς 70 πεντακοσάευρα μέσα σε 24 ώρες, για να τα παραδώσει σε κάποιους εκμεταλλευτές που κρατούν την κόρη της. Μετά από πολλές αρνήσεις δανειοδότησης από διάφορες τράπεζες, κατορθώνει να πείσει μια τράπεζα να της χορηγήσει το δάνειο.

Την ώρα της διαδικασίας για το δάνειο, για κακή της τύχη, ορμούν στο κατάστημα μια σημαδεμένη στο πρόσωπο, πρώην φιλακόβια και ένα εξαρτημένο πρεζόνι για να ληστέψουν.  Ένας ντεντέκτιβ δολοφονείται από τον τρελαμένο τοξικομανή, καθώς ο αστυνομικός αναζητά μια μετανάστρια, η οποία βρίσκεται μέσα στην τράπεζα. Η απλή ληστεία καταλήγει σε μείζονος σημασίας θέμα για την αστυνομία με ομήρους και απειλές θανάτου.

Η Ρακέλ δεν πτοείται από τα γεγονότα γιατί πρέπει να εξασφαλίσει το χρηματικό ποσό, οπότε θα κάνει τα πάντα για να βρει και να παραδώσει τα 70 πεντακοσάευρα.

Ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας είναι «70 Binladens» (70 Μπιν Λάντενς), όπως, δηλαδή, αποκαλούν οι Ισπανοί τα χαρτονομίσματα των πεντακοσίων ευρώ. Αυτή η χώρα κινηματογραφικά παθαίνει διάφορες κράμπες και κολλήματα με την σεναριακή θεματική της. Παραπάνω από μια δεκαετία το ισπανικό σινεμά βούτηξε τις κινηματογραφικές παραγωγές του στον βαλτοτόπι των θρίλερ μυστηρίου και ως θεατές γευτήκαμε κάποια ελάχιστα καλά ταινιάκια, ενώ τώρα σειρά έχει το heist genre με γαρνιτούρα την ανατροπή και την ευφυΐα λάβαρο από το μέρος των ληστών.

 Η αλήθεια είναι ότι η τηλεοπτική επιτυχία «Caza de Papel» έχει ήδη ξεκινήσει να προκαλεί, δυσάρεστες σεισμικές δονήσεις στον ισπανικό κινηματογράφο και το πρώτο θύμα είναι η εν λόγω ταινία, που κινείται σε αυτό το ύφος. Δεν είναι «Caza de Papel» τα «70 Πεντακοσάρικα», αλλά απ΄ όπου κι αν την πιάσεις μυρίζει τσίκνα από το οινομαγειρείο «Caza de Papel».

Ο Κόλντο Σέρα, που είναι καθαρόαιμος σκηνοθέτης τηλεοπτικών σειρών (χώρος που μπορείς να κάνεις ότι θέλεις δίχως να κριθείς σκληρά), παραδίδει την δεύτερη μεγάλη μήκους ταινία του σε περίοδο 13 χρόνων. Η πρώτη του είναι το αδιάφορο, δραματικό θρίλερ «Ειδυλλιακός Εφιάλτης» (Bosque de Sombras) του 2006 με πρωταγωνιστή τον Γκάρι Όλντμαν που στην χώρα μας πέρασε απευθείας στο δίκτυο του dvd.

Σκηνοθετικά η ταινία είναι άτολμη, παρά την φαινομενική δράση, με έντονα τα στοιχεία της υπερβολής να κρώζουν: «εδώ σαπουνόπερα!», ενώ το σενάριο είναι σαθρό και εντελώς παραμελημένο στον τομέα της λεπτομέρειας του. Οι όποιες έξυπνες, ας πούμε, στιγμές ξεφουσκώνουν από την έλλειψη φροντίδας και απουσία προσοχής, ειδικά με την αντιμετώπιση των αστυνομικών δυνάμεων στο γεγονός της ληστείας, αλλά και σε κάποιες μελιστάλαχτες πενιές, που θα ήθελε ο σκηνοθέτης να κερδίσει το παιχνίδι των ανατροπών, αλλά το χάνει πανηγυρικά. Με αυτά και με εκείνα η απουσία του Πορφεσόρ είναι αισθητή.   

«Μια Ζωή Ταλαιπωρία»

(¿Qué he hecho yo para merecer esto?!! / What Have I Done to Deserve This?)

 

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Παραγωγή: Ισπανία (1984) – σε νέες αποκατεστημένες ψηφιακές κόπιες. με αγγλικούς και ελληνικούς υπότιτλους
  • Σκηνοθεσία: Πέδρο Αλμοδόβαρ
  • Με τις φωνές των: Κάρμεν Μάουρα, Λουί Ολαστότ, Ανχελ ντε Αντρες Λοπέζ, Βερόνικα Φορκέ
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Trianon Filmcenter

Η Γκλόρια είναι μια ταλαιπωρημένη νοικοκυρά, που μένει σ’ ένα διαμέρισμα 40 τετραγωνικών στα περίχωρα της Μαδρίτης κι είναι υποχρεωμένη να ξενοδουλεύει για να συμπληρώσει τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Με τον άντρα της, Αντόνιο, ταξιτζή στο επάγγελμα, δεν υπάρχει ίχνος επικοινωνίας.

Ο Αντόνιο, πρώην εραστής μιας γερμανίδας καλλιτέχνιδας, πήρε μέρος στην πλαστογράφηση κάποιων ερωτικών επιστολών που υποτίθεται ότι είχε γράψει ο Χίτλερ. Ο 12χρονος γιος τους, Μιγκέλ, είναι ομοφυλόφιλος και με χαρά δέχεται να «υιοθετηθεί» από έναν παιδεραστή οδοντίατρο. Ο 14χρονος γιος τους, Τόνι, πουλά ηρωίνη για ν’ αγοράσει ένα αγρόκτημα στην εξοχή. Το ίδιο όνειρο έχει και η γιαγιά, που έχει ως κατοικίδιο μια τεράστια σαύρα. 

Η Γκλόρια είναι γειτόνισσα με την Κριστάλ, μια καλόκαρδη πόρνη που θέλει να πιστεύει ότι κάποια στιγμή θα κάνει καριέρα ως ηθοποιός, και τη Χουανί, μια στριμμένη νοικοκυρά που η κόρη της έχει τηλεκινητικές ικανότητες. Η Γκλόρια δουλεύει ως καθαρίστρια και στο σπίτι ενός ζεύγους συγγραφέων που, μέσω του Αντόνιο, προσπαθούν να έρθουν σ’ επαφή με την πρώην γερμανίδα ερωμένη του, για να εκδώσουν το δήθεν ημερολόγιο του Χίτλερ.

Η Γκλόρια αναγκασμένη να δουλεύει 18 ώρες το 24ωρο, έχει εθιστεί στις αμφεταμίνες, αλλά τις βρίσκει όλο και πιο δύσκολα χωρίς ιατρική συνταγή, κάτι που την κάνει φοβερά ευερέθιστη. Πρωταρχικός της στόχος είναι να βάλει σε τάξη στη ζωή της, ενώ όλα γύρω της καταρρέουν.

Με αυτή την ταινία (η τέταρτη κατά σειρά) το τρομερό παιδί του ισπανικού σινεμά Πέδρο Αλμοδόβαρ (35 χρόνων τότε), ξεκινάει να αναγνωρίζεται ως ο σκηνοθέτης του διαφορετικού, που έπλεξε περίτεχνα την ποπ κουλτούρα με το μελό και την κωμωδία ριγμένα στην πορσελάνινη χύτρα της αστικής υπερβολής.

Η παγκόσμια κινηματογραφοφιλία στρέφει ζωντανά και με ενδιαφέρον το βλέμμα της επάνω του και δεν διαψεύδεται, καθώς τέσσερα χρόνια αργότερα από την σουρεαλιστική ιστορία της Γκλόρια μας δίνει τις «Γυναίκες στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης» και ο Πέδρο απογειώνει το χρωματικό, κινηματογραφικό του κάδρο στον ουρανό της αναγνώρισης.

Ο ίδιος ο Αλμοδόβαρ είχε πει, ότι :  «Ήμουν πετυχημένος στην Ισπανία από την αρχή, αλλά με θεωρούσαν προκλητικό. Με το «Μια Ζωή Ταλαιπωρία», έπεισα τους ανθρώπους ότι «είμαι μοντέρνος, αλλά έχω και συναισθήματα». Στην ταινία μίλησα για τις ρίζες μου, για τους ανθρώπους που έρχονται από τα μικρά χωριά τους και προσπαθούν να επιβιώσουν στη Μαδρίτη».