03
Τετ, Ιουν

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

Ο Αντώνης Μιχ. Πρέκας, συνέντευξη στη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

20200520-150255


«Κατά την αντίληψή μου, βιώνουμε μία πρωτόγνωρη και παρανοϊκή βαρβαρότητα, μπροστά στην οποία ο Μεσαίωνας ωχριά»


Παραμονές της πανδημίας είχα στα χέρια μου τη συνέντευξη του καταξιωμένου συγγραφέα, εκλεκτού δημοσιογράφου και σπουδαίου ποιητή Αντώνη Πρέκα για το intownpost.com. Όμως μια σοβαρή περιπέτεια, που ήρθε απρόβλεπτα έκοψε κυριολεκτικά τα χέρια μου, νοιώθοντας ότι τον «άδειασα». Ήρθε και ο κορονοϊός και σκέφθηκα να μην ανεβάσω το σημαντικό κείμενό του για να μην χαθεί μέσα στον ορυμαγδό και στο φόβο.

Τον συνάντησα σε«ένα παιχνίδι παραλλαγής» επί χάρτου, που σκοπό έχει την συμμετοχή του αναγνώστη σε ένα απρόβλεπτο «κυνήγι θησαυρού» (ανάργυρου, όµως), µε κρυφές λέξεις – κλειδιά και εικόνες - γρίφους, «σχεδόν χειροποίητες», όπως εύστοχα σχολιάζει ο ίδιος.

Ο Αντώνης Πρέκας μας παρέδωσε το έκτο ποιητικό του βιβλίο: «Χαμαι-Λεονταρισμοί και μεταμφιέσεις» (διαβάστε εδώ). Στιχουργικά καλλιγραφήματα και απόπειρες μίμησης ποιητικών Πράξεων σπουδαίων, που κυκλοφορεί από την Εκδοτική Αθηνών και πηγαίνει καταπληκτικά.

Το παρόν αποτελεί την συνέχεια μιας – ας την πούµε έτσι -«σπουδαστικής προπαίδειας», η οποία ξεκίνησε µε το «Συμφωνίες και δωδεκάλογοι» (Ασκήσεις Συµφώνων, ενίοτε και ασυµφώνως προς το συμφωνημένο Σύµφωνο) του 1988 και εξελίχθηκε µε το «Σπονδές Ασπονδύλων» (εκδόσεις Πατάκη) του 1996», όπως αναφέρει στο σημείωμά του.

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Αντώνης Μιχ. Πρέκας

Πώς είναι η πορεία σας προς το φως που παράγει η ποίηση;

Κοιτάξτε, κάθε φορά που γράφω, ένα κάλεσμα της «Αθανασίας»- έστω και ασυνείδητο - είναι η αιτία που με προκαλεί. 'Όσο, δε, περνούν τα χρόνια και νιώθω το «αναπόφευκτο» να πλησιάζει, τόσο και η ανάγκη μέσα μου για «γνωριμία με το ουσιώδες της Ύπαρξης» εαυτού και αλλήλων, μεγαλώνει.

Όπως και η αγωνία να βρω τον«από μηχανής Θεό», που οδηγεί στην «κάθαρση» της ανθρώπινης τραγωδίας κατά τον ορισμό της. Τον θάνατο ποτέ δεν τον φοβήθηκα. Αλλά θα με στοιχειώνει μέχρις εσχάτων, κατά τον τρόπο που περιγράφεται στο «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», από τον μέγιστο των ποιητών Κ.Π. Καβάφη, η ματαιοπονία της αναζήτησης απαντήσεων στο σχεδόν προαιώνιο ερώτημα, έτσι όπως κατάφερε να το συμπυκνώσει ο μέγας Νίκος Γκάτσος μέσα στις εξαίσιες μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι: «Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά, ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά».

Ποιο είναι το ιδεολογικό πρόταγμα στη ζωή σας και στην τέχνη που υπηρετείτε;

Αντί άλλης απαντήσεως, σας διαβάζω το «Γενέθλιον». Το δεύτερο κατά σειρά ποίημα του βιβλίου μου:

«Γεννήθηκα μαζί με τον έρωτα. Σαν μια γλώσσα γυμνή, μια πρωτόπλαστη λέξη. Μια ελπίδα διάχυτη παντού, για το τίποτε και το όλα από το πουθενά. Σαν ένα μαργαριτάρι ακατέργαστο μέσα από το κοίλον όστρακο του Σύμπαντος.

«»Γεννήθηκα μαζί με τον πόνο. Όπως η αρχή του τραγουδιού. Η βίαιη πτώση από τον Παράδεισο της μήτρας, κι η αιματηρή διακόρευση της Παρθένου. Όπως η ξεχασμένη κραυγή των πραγμάτων, κατά την αρχική έκρηξη της Δημιουργίας.

«»Γεννήθηκα μαζί με τον θάνατο. Σαν το δισυπόστατο σημείο ενός κύκλου. Την τερματική διαδρομή πάνω σε άγνωστο δρόμο. Και την αντίστροφη μέτρηση πριν από τα πυροτεχνήματα, για τον ερχομό του νέου αδιόρατου έτους. Σαν το κύκνειο άσμα μιας αιώνιας σιωπής.

«»Γεννήθηκα μαζί με την ποίηση. Πού είναι έρωτας, πού είναι πόνος, πού είναι θάνατος, πού είναι λέξεις. Μα πού μονάχα λέξεις δεν είναι, αλλά αχτίδα που τρυπώνει στους πόρους. Προχωρώντας και φέγγοντας βαθύτερα, όλο και βαθύτερα στις καρδιές των ανθρώπων, Καθώς τις σκοτεινές στοές της γης κατεβαίνοντας, φωτίζει το ισχνό λυχνάρι του παλιού ανθρακωρύχου.

«»Αντιστέκομαι στο αναπόφευκτο όπως οι ελιές της πατρίδας μου. Δεν θέλω να πιστέψω πως σκαλίζω ιδέες, πάνω στους κορμούς των ανέμων. Δεν θέλω να πιστέψω πως σκαρώνω στίχους πάνω στα νερά. Πως ζωγραφίζω τοπία με τον αφρό των κυμάτων, πως σχηματίζω σύμβολα στα νεφελώματα των αιθέρων. Και μορφές πάνω στο χιόνι που θα τις σβήσει η θύελλα.»

Πώς νιώθετε που η κοινωνία έρχεται σε επαφή με το έργο σας;

Κατ΄ αρχήν, μακάρι να ισχύει όντως, το σκέλος της ερωτήσεώς από το «πού» μέχρι το «σας». Άλλωστε αυτή υπήρξε η φιλοδοξία μου «κατ' αρχάς». Μακάρι, επίσης, το κάθε απλό περιδιάβασμα του κάθε αναγνώστη στις σελίδες του βιβλίου μου, όσες φορές και να συμβεί, να τον κάνει να σταθεί κάθε φορά σε άλλη λεπτομέρεια. Όπως, ας πούμε, έναν δρόμο, που ενώ τον διασχίζεις κάθε μέρα, διαπιστώνεις ξαφνικά πως υπάρχουν πράγματα που τα βλέπεις για πρώτη φορά και αξίζει τον κόπο να τα ξανακοιτάξεις.

Μιλήστε μου για το έκτο ποιητικό βιβλίο σας , ένα εξαιρετικά πρωτότυπο έργο, όπως αναγγέλθηκε με τον τίτλο «Χαμαι-Λεονταρισμοί και μεταμφιέσεις» και υπότιτλο «Στιχουργικά καλλιγραφήματα και απόπειρες μίμησης Ποιητικών πράξεων σπουδαίων», που κυκλοφορεί απότην Εκδοτική Αθηνών;

Πρόκειται για ένα«παιχνίδι παραλλαγής» επί χάρτου, που σκοπό έχει την συμμετοχή του αναγνώστη σε ένα απρόβλεπτο «κυνήγι θησαυρού», ανάργυρου, µε κρυφές λέξεις – κλειδιά και εικόνες - γρίφους, σχεδόν χειροποίητες. Τελικός, φιλόδοξος στόχος του, να «αναδυθούν», ως κάποιο είδος «παυσίφοβου» για το αγωνιώδες της Ύπαρξης, οι εξαίσιοι ήχοι και οι αέναες διαδρομές της Ελληνικής γλώσσας, η οποία εξακολουθεί να γοητεύει περιδιαβαίνουμε του κόσμου τις «άκρο- λαλιές» και να παραμένει ζώσα στην διαχρονική καθημερινότητά µας. Διαπερνώντας την ανεπαισθήτως, µέσα από τις «ενδοφλέβιες» λέξεις και τους κληρονοµικούς κώδικες των στίχων (ακόµη και των εν δυνάμει) ποιητών µας. Πηγάζοντας απότις επικές ωδές του Οµήρου και εκβάλλοντας μέχρι τα αυτοσχέδια συνθήματα στους τοίχους των παρόδων των Εξαρχείων.

Επί της ουσίας, προσπάθησα να προσεγγίσω το νομοτελειακά αναπόδραστο του θνητού μας βίου, όσο πλησιέστερα μπορούσα, συμφώνως με το Αριστοτέλειο «έστι ουν τραγωδία» του «Περί ποιητικής», που προϋποθέτει «ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι' απαγγελία». Δηλαδή ,λόγο «γλυκό» (ή κατά κυριολεξία «διανθισμένο») και σπονδυλωτά μέρη, ποικίλα ως προς την φόρμα τους, τα οποία μόνο αν παριστάνονται ενεργά και δεν απαγγέλλονται (μόνο) η «μίμησις» της «πράξεως», καθίσταται «σπουδαία και τελεία». Πάει να πει, σημαντική και ολοκληρωμένη.

Υπό τον τίτλο: «Χαμαι-Λεονταρισμοί και μεταμφιέσεις» και υπότιτλο «Στιχουργικά καλλιγραφήµατα και απόπειρες µίµησης Ποιητικών πράξεων σπουδαίων», θέλησα να ξεκαθαρίσω από την «βιτρίνα» της προκείµενης συλλογής όχι µόνο την ταυτότητα των προθέσεών µου, αλλά και την γονιδιακή καταγωγή των «εκθεµάτων» της. Επί της ουσίας, αναζητώντας µεθόδους «προσαρµογής» και «επιβίωσης», ως άλλος «χαµαιλέων», επιδόθηκα (καθόλου ανεπαισθήτως) σε µια διττή ιχνηλασία. Από τη μία, επιχειρώντας ως προς τον τρόπο γραφής, ποιητικές προσομοιώσεις κατά µίµηση του ύφους άλλων (µε φόντο το πολυτονικό ανάγλυφο) και από την άλλη, χρησιμοποιώντας, ως παράλληλο εικαστικό στοιχείο - «καµουφλάζ», την παµπάλαιη τεχνική των «καλλιγραφηµάτων» (ή «καλλιγραµµάτων) την οποία επανέφερε στο λογοτεχνικό προσκήνιο (πριν από περίπου 100 χρόνια) ο Γάλλος Απωλλιναίρ και την οποία έκτοτε, έχουν χρησιµοποιήσει εκατοντάδες δηµιουργοί. Ανάµεσά τους και ο Γιώργος Σεφέρης.

Κύριε Πρέκα, όπως αναφέρεται, συνεχίζετε να γράφετε με τον τρόπο γνωστών ποιητών, όπως ο Βρεττάκος και ο Καρυωτάκης μέχρι ο Γκάτσος και οι ρεμπέτες. Αλλά και ο Ελύτης και ο Καρούζος, ενώ μέχρι τα συνθήματα στους τοίχους της πόλης δεν σας άφησαν ανεπηρέαστο. Πόσο προχωρήσατε;

Δεν μπορώ να γνωρίζω το πόσο προχώρησα. Ούτε το πόσο ακόμη μπορώ να προχωρήσω. Η διαδρομή είναι αέναος. Και μπορεί να ξεπερνά το όριο τού θνητού μας βίου. Όμως, ξέρω από που ξεκίνησα. Αφετηρία είναι η ψυχή και τα νάματα, που αυθορμήτως και μάλλον ασυνείδητα, έχουν αποτυπωθεί στα εφηβικά μου «ημερολόγια». Τα έχω κρατημένα. Σε αυτά υπάρχει και το «προσχέδιο» του ποιήματος που επέλεξα να μπει πρώτο στην έκδοση:

«Είναι κι αυτή η δίψα. Να μάθω το Λόγο και το έτεο στις πηγές των αέναων λέξεων της άστειρης γλώσσαςμου, ενώ στις εκβολές τους, εκεί στου κόσμου τις ακρολαλιές, να την βλέπω, με την πανάκεια σαγήνη της στα χέρια,να ωδηπορεί ανάμεσα σε γιασεμιά και αγάλματα, άφθαρτη και ολόγυμνη σαν που την γέννησε η μάνα της. Και ένεκα μια ουράνια πυρακτωμένη στύση, να κάνω έρωτα στο αρχέγονο σώμα, ώσπου εν μέσω οργασμών κεκραμμένων, από τα ρέοντα σύμφωνα των χρόνων της, και το υγρό λάμβα της θάλασσας της, να βουλιάζω έναυδος εις τον βυθόν του θύτα.

«»Με αυτήν την πανχυμόσπερμη ηδονή και το άλφα της απεραντοσύνης της στα χείλη. Την ώρα που τα δύο σίγμα του πολύτροπου φλοίσβου της, εν χορώ με το ο το μέγα από τα εγκώμια των νοητών θαυμάτων της ψάλλουν την εξόδιο ακολουθία μου».

Διαβάζοντας το ποίημά σας «Μικρές Αγγελίες» στάθηκα στους παρακάτω στίχους σας και συγκλονίστηκα: «…Αγοράζω καταπατημένες ψευδαισθήσεις και όνειρα υπό ξένη κατοχή. Πληρώνω πανάκριβα την αδικία. Ζητώ γνωριμία με το ουσιώδες της ύπαρξης». Με την ευκαιρία πώς νιώθετε κάθε φορά που οι ποιητικές σας βολές βρίσκουν στόχο;

Νοιώθω υπέροχα, όπως τώρα που μου το είπατε. Αλλά, πού να ξέρω κάθε πότε συμβαίνει πραγματικά;

Συναντήσατε πολλούς ομότεχνούς σας στη ζωή σας. Τι μάθατε από τις κραυγές τους, τις σιωπές τους, τις πτώσεις και τις ήττες τους;

Όσα καταγράφω και δεν όσα προλάβω ακόμα να εκφράσω.

Είναι ανεξήγητη η αφορμή για να γράψετε ένα ποίημα ή μήπως αυτό είναι και η έμπνευση;

Την τελευταία τετραετία, σχεδόν καθημερινά πηγαινοέρχομαι Παιανία- Πειραιά κυρίως με τα μέσα σταθερής τροχιάς. Έτσι μια μέρα περνώντας από το λιμάνι και μέχρι να φτάσω στον σταθμό του Προαστιακού με έπιασε «αυτή η δίψα: Να βρω την υπόσταση στον Λόγο της χώρας μου», όπως είχα γράψει σε ένα από τα ποιήματα της εφηβείας μου και επανήλθε στο μυαλό μου η εικόνα της λέξης «θάλασσα»: «Το θήτα δια τον βυθόν, το λάμδα διά το υγρόν και την αλμύρα, τα τρία άλφα διά την απεραντοσυνη και τα δύο σίγμα διά τον φλοίσβον τον απαλόν».

Πλημμύρισε η ψυχή μου. Και κάπως έτσι έκτοτε, οι μονότονες διαδρομές με τους συρμούς του τρένου, τα εναλλασσόμενα τοπία, οι μορφές των ανθρώπων, οι φωνές, οι ήχοι και που και που κάποια τραγούδια, με έβαλαν στις ράγες αυτής της κατεύθυνσης και άρχισα να σκαρώνω στίχους και σκιτσάκια στο μπλοκάκι που κουβαλάω πάντα μαζί μου.

Στα ποιήματά σας το εγώ και το εσύ συγκρούονται;

Μα υπάρχει το όντι «εγώ» χωρίς το «εσύ» και το «εμείς»; Γράφω σε κάποιο στίχο μου: «Δεν ξέρω να σου πω τι είναι η ευτυχία, αν και θυμάμαι να συνάντησα, κι ευτυχισμένους ανθρώπους. Μπορώ να σου μιλήσω για προσωρινές αλήθειες, με ψυχοσταγείς λέξεις εν βρασμώ ή να σου περιγράψω τελειωμένες ελπίδες. Εικόνες όπως αυτή του νερού, που χάνεται κάτω από τις πέτρες ή μέσα στην ψύχα της άμμου. Μπορώ να σου μιλήσω για (...). Ένα μονοκύτταρο εγώ που όταν διαιρείται, πολλαπλασιάζεται όπως η γύρη των βοτάνων».

Εύκολα η έμπνευση κ. Πρέκα μετουσιώνεται ποιητικά;

Που να ξέρω; Πως η μουσική σε κάνει να τραγουδάς και να χορεύεις;

Κάποια ομότεχνή σας υποστήριζε, ότι: «Οι ποιητές παντού είναι ανεπιθύμητοι γιατί είναι ριζοσπάστες, αρνητές, υπενθυμίζουν την πλήξη που φέρουν όλοι όσοι έχουν αφεθεί στην καθημερινότητα». Εσείς τι λέτε;

Μετά την εμπειρία των χρόνων και την κοπιώδη προσπάθεια προς την ενσυνείδηση, έμαθα πως πρέπει να αντιστέκομαι στις «σειρήνες» των αφορισμών της «ναρκισευόμενης ματαιοδοξίας». Έστω και λανθάνουσας, όπως(υπό)νοείται στην παραπάνω ρήση.

Σας ενδιαφέρει η καταξίωση μέσα από την ποιητική σας δραστηριότητα;

Μα υπενύχθηκα την απάντηση ήδη από την πρώτη ερώτησή σας. Το ματαιόπονο του καλέσματος της αθανασίας, φυγείν αδύνατον. Τουλάχιστον σε ό,τι με αφορά.

Σας τρομάζει η εικόνα του σημερινού κόσμου ή όσο ζείτε ελπίζετε;

Κατά την αντίληψή μου, βιώνουμε μία πρωτόγνωρη και παρανοϊκή βαρβαρότητα, μπροστά στην οποία ο μεσαίωνας ωχριά. Επιτρέψτε μου να σας το διευκρινίσω με τον παρακάτω στίχο, από το ποίημά μου υπό τον γενικό τίτλο «Αν μ' αγαπάς, μην μ' αγαπάς»:

«Σε βρήκα στην Αμερική, στις Πυραμίδες των Μάγια να ζητάς πέτρες που λένε μυστικά, πως φτάνουμε στο τέλος του Αιώνα, στου κέρδους τον Αρμαγεδδώνα».

Τί σας απωθεί;

Η γκρίνια, η αγένεια, τα κλισέ και η κατάχρηση αστόχων στόχων, για άχρηστες νίκες ματαίων επιδόσεων με έπαθλα ευτελή.

Νομίζετε ότι σημερινή εποχή χρειάζεται τους ποιητές;

Όσο και ο άνθρωπος την ζωτική ανάγκη να ανασαίνει.

Ασπάζεσθε την ρήση του Αριστοτέλη «Φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον ποίησις ιστορίας εστίν: η μεν γαρ ποίησις μάλλον τα καθόλου, η δε ιστορία τα καθ' έκαστον λέγει», μεθερμηνευόμενο: «η ποίηση είναι πιο φιλοσοφική και πιο σπουδαία από την ιστορία , επειδή η ποίηση μιλάει περισσότερο για το όλον ενώ η ιστορία για το συγκεκριμένο».

Θα σας απαντήσω πάλι με ένα στίχο: «Έμαθα να κάνω τη δοκιμή - όπως θα τη λέγανε κι οι παλαιοί δάσκαλοι- πάνω σε πράξεις με ενδοκρινή κλάσματα. Αλλά η ύβρις βουλιμικών αριθμητών, διά της βλάσφημης ανορεξίας μοιραίων παρονομαστών ισούται με προφάσεις πηλίκων εν αμαρτίες και άρα προ του τέλους της η επαλήθευση της ευτυχίας παραμένει αναξιομακάριστος».

Κι ο Καρυωτάκης που θαυμάζετε έλεγε: «Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις είναι το καταφύγιο που φθονούμε». Συμφωνείτε μαζί του;

Θα απαντήσω ως ένας από τους «ιδανικούς αυτόχειρες», ανάμεσα στους οποίους ο ίδιος καταχωρούσε τον εαυτό του, μέχρι να τολμήσει να πράξει το απονενοημένο. Τουλάχιστον έτσι το εξέφρασα κατά την απόπειρα μίμησης του δικού του ύφους, γράφοντας: «Από ποιον γαλαξία μας πέταξαν εδώ, στην άκρη του μάταιου, δώθε της θλίψεως και κείθε του κενού(...) Μα λίγες ώρες είναι όλη η ζωή που γρήγορα διαβαίνουν. Μόνο η πρώτη μας γεννά. Όλες οι άλλες, μας πεθαίνουν (...) Σκύψε πάνω από τα χείλη μου, να δεις αν ανασαίνω, κλαίω γιατί δεν έζησα , δεν κλαίω που πεθαίνω».

Η Μαριαλένα Σπυροπούλου σε μια κουβέντα με την Τίν...
Η συγγραφέας Αννίτα Π. Παναρέτου σε α’ πρόσωπο στη...

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares