fbpx

banner αεροδρομίου

Ο Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος, ένας δημιουργός που τιμά τη χώρα μας εκτός συνόρων, συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

 

 

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

 «…Θέλουμε να συνεβρεθούμε με τους επισκέπτες μας και αυτό μπορεί να γίνει σε μία μικρή ιδιωτική κουβέντα που θα έχει ένας ηθοποιός με έναν θεατή, χωρίς διάθεση να ξεγελάσει ο ένας τον άλλο»

«Μια νύχτα.

 Μια πρόσκληση σε ένα πάρτι.

Στο τελευταίο μας πάρτι.

Για την τελευταία νύχτα πριν το τέλος του κόσμου.

Ένα τέλος που θέλουμε να το γιορτάσουμε μαζί:

Φιλοξενούμενοι και Οικοδεσπότες.

Και σας παρακαλούμε να έρθετε φορώντας τα αγαπημένα σας ρούχα.

Έτοιμοι για μία νέα μετάληψη.    

Είμαστε οι τελευταίοι άνθρωποι που θα δείτε.

Είστε οι τελευταίοι άνθρωποι που θα δούμε. 

Καλώς ήρθατε στο Hotel Apocalypse». 

Την παραπάνω πρόσκληση στέλνει στο κοινό του ο καταξιωμένος στο Λονδίνο  Έλληνας σκηνοθέτης Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος καλώντας το στην φετινή του παράσταση, που έτυχε θερμής υποδοχής και θα παίζεται έως τις 17 Φεβρουαρίου 2019 στο Μπάγκειον.

Η συζήτηση, που μου έκανε την τιμή να έχουμε για το intownpost.com, με διαφώτισε για το είδος του θεάτρου που υπηρετεί. ‘Ένα θεατρικό είδος που του επιτρέπει να εστιάσει στο στόχο του ως «μια πιο τολμηρή εγγύτητα μεταξύ κοινού και δημιουργών.»

Η  δημιουργία της σκέψης  και η παραγωγή της ιδέας για το Hotel Apocalypse άρχισε  το 2012 στο Λονδίνο όταν ο Αλέξανδρος Ραπτοτάσιος ξεκίνησε τους Ferodo Bridges μαζί με μία ντουζίνα από καλλιτέχνες από διαφορετικές χώρες της Ευρώπης:

«… ήθελα να βρω ένα συμβάν», επεξηγεί ο ίδιος, «που θα έφερνε στην επιφάνεια του φόβους, τις ελπίδες και τις ματαιοδοξίες των ηθοποιών και του κοινού. Ένα σύνολο ανθρώπων σε έναν περιορισμένο χώρο λίγες ώρες πριν το τέλος του κόσμου είναι μία ακραία και γοητευτική συνθήκη που αυτόματα σε βάζει σε θέση αξιολόγησης της ζωής σου, των επιλογών σου και ρόλου που έχεις παίξει στις ζωές άλλων. Όμως παράλληλα ήθελα αυτό να φτιαχτεί με σύγχρονα υλικά (μύθους, τραγούδια και ταινίες που όλοι γνωρίζουμε) και να χτιστεί γύρω από τον θεατή που θα έχει ελευθερία συμμετοχής ή όχι. Με ενδιαφέρει ο θεατής να χρησιμοποιεί όλες τις αισθήσεις του και να βρίσκεται μέσα σε αυτό που συμβαίνει, όχι για νιώσει άβολα ή εκτεθειμένος, αλλά για να μετέχει. Δηλαδή να μην προσλαμβάνει ένα έργο μόνο ως ένα κείμενο με συγκεκριμένο μήνυμα και προβληματισμούς, αλλά ως μία εμπειρία που είναι τόσο περίπλοκη, ανήσυχη και αφοπλιστική όσο και η εμπειρία του να είσαι ζωντανός».

Έτσι ξεκίνησε και ένα καινούργιο ταξίδι γνώσης για μένα, κι ευχαριστώ πολύ τον κ. Ραπτοτάσιο που με έκανε πιο πλούσια σε εμπειρία.

Πότε πρωτοήρθατε σε επαφή με το θέατρο κ. Ραπτοτάσιο και τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να ακολουθήσετε τη συγκεκριμένη πορεία στο χώρο της τέχνης;

Η πρώτη επαφή ήταν με τις μεγάλες επιθεωρήσεις στο Άλσος, στο Πεδίον του Άρεως καθώς μεγάλωσα στην Κυψέλη. Θυμάμαι τις παραστάσεις με τους Χάρυ Κλυνν και Σωτήρη Μουστάκα ως κάτι γιγαντιαίο μπροστά μου. Είχαν εντυπωσιακά σκηνικά, ασανσέρ και γερανούς επί σκηνής και ατέλειωτα σπετσάτα. Ήταν λίγο σαν μία Dinseyland για εμένα τότε, ειδικά όταν είχα την ευκαιρία να εξερευνήσω κάθε κομμάτι του σκηνικού κατά τη διάρκεια της ημέρας, καθώς ο πατέρας μου δούλευε εκεί ως συντηρητής. Ήθελα να δω κάθε ζωγραφισμένο σκηνικό, κάθε ψεύτικο βράχο και να μπω σε κάθε καμαρίνι και σκοτεινό διάδρομο πίσω από την σκηνή. Νομίζω αυτή η διάθεση έχει παραμείνει και σήμερα, αλλά επισήμως αποφάσισα να ασχοληθώ με το θέατρο αφού ήμουν ήδη στην Αγγλία για σπουδές πάνω στον κινηματογράφο και είδα παραστάσεις που μου έκαναν να αλλάξω εντελώς την αντίληψή μου για το θέατρο.

Στα φεστιβάλ του Λονδίνου, του Εδιμβούργου και του Μπράιτον είδα το θέατρο σαν μια εντελώς ρευστή μορφή έκφρασης,  που μπορεί να χωρέσει κάθε άλλη μορφή τέχνης ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει την επικοινωνία σε ζωντανό χρόνο. Νομίζω, πως αυτή την ελευθερία που βίωσα ταυτόχρονα με έβαλε σε αυτό το μονοπάτι. Αργότερα επηρεάστηκε από το θέατρο που είδα στο Barbican και το Battersea Arts Centre και από δημιουργούς που γνώρισα και με επηρέασαν όπως ο Romeo Castelluci, οι Forced Entertainment, o Ramin Gray, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός και ο Νίκος Καραθάνος.

 Παρουσιάζετε θεατρικές performance (στα ελληνικά επιτέλεση) μόνο και μόνο για να ανατρέψετε τον παραδοσιακό διαχωρισμό ακροατηρίου-ηθοποιού ή για άλλο λόγο; Και εν τέλει πόσο εξοικειωμένοι με αυτό το εργαστήρι είναι οι Έλληνες θεατές;

Η συγκεκριμένη παράσταση θέτει το θέατρο ως μία νέα «εκκλησία του δήμου», ως μια εκδήλωση της αστικής μας ταυτότητας, ως μιας αναπαράστασης ενός μύθου ατομικού και συλλογικού ταυτόχρονα. Αυτό μπορεί να ακούγεται λίγο βαρύ για μια παράσταση αλλά ουσιαστικά απλά φέρνουμε το θέατρο σε μια πρωτύτερη και πιο άμεση μορφή του, δηλαδή λέμε απλά μια ιστορία με την βοήθεια του κοινού.

Το να μη προχωρούμε σε διαχωρισμό για εμένα είναι μια φυσική κατάσταση, βοηθάει στην εγγύτητα που θέλουμε να δημιουργήσουμε σε πολλά επίπεδα. Δεν το θεωρώ κάτι εντελώς ξένο, το βλέπουμε ήδη σε πολλές παραστάσεις όταν μας φτάνει μια μυρωδιά που προέρχεται από ένα αληθινό φαγητό επί σκηνής, όταν υπάρχουν καθίσματα για το κοινό πάνω στη σκηνή, όταν οι μονόλογοι του Σαίξπηρ απευθύνονται με πραγματικές ερωτήσεις στην πλατεία, όταν ο Αριστοφάνης γράφει τις Παραβάσεις του και όταν ο παραμυθάς του χωριού συνομιλεί με τους παρευρισκομένους και τους χρησιμοποιεί για να πει την ιστορία του.

Δουλεύω με αυτόν τον τρόπο για πλησιάσω τον κόσμο περισσότερο, για να νιώσουν κάτι περισσότερο και νομίζω πως μόλις οι φιλοξενούμενοί μας βιώσουν αυτό το εμπειρικό μέρος του έργου θα καταλάβουν πως δεν θα μπορούσε να γίνει με άλλον τρόπο.

Η φετινή σας δουλειά , Το «Hotel Apocalypse» είναι μία βιωματική (immersive στα καθ΄ημάς καθηλωτική) παράσταση που καλεί τους θεατές να αναλάβουν τους ρόλους των επισκεπτών σε ένα παρακμιακό ξενοδοχείο, που θα τους φιλοξενήσει για τις τελευταίες ώρες πριν την συντέλεια της ανθρωπότητας. Είναι μια διαφορετική παράσταση κάθε φορά; Αλλάζει δηλαδή, ο ρους του κειμένου, αφού οι θεατές επεμβαίνουν στην εξέλιξη;

Κάθε παράσταση είναι διαφορετική κάθε βράδυ ανάλογα με το κοινό και αυτό ισχύει για κάθε ζωντανή δράση. Στην συγκεκριμένη παράσταση το κοινό περνάει από μια διαδικασία μύησης όπου δεν χρειάζεται να πει ή να κάνει κάτι, απλά πρέπει να αφεθεί και να απορροφήσει όσα περισσότερα μπορεί με όλες του τις αισθήσεις. Δεν έχει δηλαδή συμμετοχή με υλικό, διότι ο προσωπικός μύθος που θέλουμε να δημιουργηθεί για τον καθένα θα γίνει κυρίως μέσα στην μνήμη του. Φυσικά και οι ηθοποιοί είναι έτοιμη να ανταποκριθούν σε κάθε αντίδραση από το κοινό αλλά δεν περιμένουν από εκείνους να φτιάξουν την παράσταση.

Η αλήθεια είναι πως δεν νιώθω άνετα με παραστάσεις που εκθέτουν κάποιον στο κοινό για να προκαλέσουν το γέλιο στους υπόλοιπους. Εάν παραβιάσεις τα όρια μεταξύ κοινού και ηθοποιών πρέπει να το κάνεις με ειλικρίνεια και κατανόηση του ότι πάντα έχεις το πάνω χέρι ως προετοιμασμένος ηθοποιός και θα ήταν άδικο να το χρησιμοποιήσεις αυτό εις βάρος του θεατή. Θέλουμε να συνεβρεθούμε με τους επισκέπτες μας και αυτό μπορεί να γίνει σε μία μικρή ιδιωτική κουβέντα που θα έχει ένας ηθοποιός με έναν θεατή, χωρίς διάθεση να ξεγελάσει ο ένας τον άλλο.

«…Η ευθύνη του θεάτρου είναι να ανταποκρίνεται όχι μόνο στις εποχές, αλλά και στο συγκεκριμένο κοινό στο οποίο θα απευθυνθεί»

Οι άνθρωποι είναι φοβισμένοι μπροστά στο τέλος του κόσμου ή έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου;

Πιστεύω, ότι συνυπάρχουν ο φόβος με την συμφιλίωση, την ανακούφιση, τον τρόμο, την αγωνία, την χαρά, την συγκίνηση.

Ποιες είναι οι τελευταίες επιθυμίες τους; Προσπαθούν να μετατρέψουν την πραγματικότητα;

Νομίζω, πως όταν τελειώνει ο χρόνος μας πρώτα θέλουμε να προλάβουμε να κάνουμε όσα δεν κάναμε και τότε συνειδητοποιούμε το τι πραγματικά θέλαμε από την ζωή και το ξεχάσαμε στην πορεία. Βλέπουμε το ποιοι είμαστε μέσα από την τελευταία μας επιθυμία, το θέλω μας είναι αποκαλυπτικό. Όπως είναι και το τι αποφασίζουμε να κάνουμε τις τελευταίες μας στιγμές.

Συνήθως ο άνθρωπος επιστρέφει στην ζωώδη του φύση, που είναι κάτι ειλικρινές και αθώο για μένα. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ωμότητα ή αγριότητα, η ζωώδη φύση μας είναι και η ανάγκη μας για ζεστασιά και σωματική επαφή ή ακόμα και για αλληλεγγύη, να κρατάς το χέρι κάποιου για να νιώθεις πως είσαι ακόμη ζωντανός.

Σας έχει συμβεί το κοινό να σταματήσει την απόδοση, εντελώς ή να προτείνει μία λύση;

Η παράσταση δεν έχει ξαναπραγματοποιηθεί με αυτή την μορφή οπότε δεν μπορώ να ξέρω, ωστόσο υπάρχει στο έργο ένα απόσπασμα από ένα κείμενο του Μπρεχτ που καλεί το κοινό να δώσει μια λύση, να προτείνει κάτι.

Δεν έχω ιδέα πως μπορεί να εξελιχθεί κάτι τέτοιο και εμείς φυσικά δεν βασιζόμαστε στην δημιουργικότητα του κοινού, απλά υπάρχει εκεί μία πιθανότητα, μια μικρή θέση για να ακουστεί κάτι. Αυτό είναι συναρπαστικό και τρομακτικό συνάμα.

Χαρακτηρίσατε την παράστασή σας ως «μία απόπειρα προσέγγισης του θεάτρου ως μία αστική τελετουργία που εμπνέεται από την σύγχρονη ποπ κουλτούρα και παγκόσμιους αρχέτυπους μύθους». Αληθεύει ότι τα αρχέτυπα μας καθοδηγούν σε ορισμένες βασικές συμπεριφορές;

Τα αρχέτυπα όπως και τα στερεότυπα είναι αποτέλεσμα παρατήρησης και μια προσπάθεια απλοποιημένης αντίληψης του κόσμου. Η κωμωδία βασίζεται στα στερεότυπα γιατί πρέπει να κάνει χρήση κάποιων κοινών αναφορών για να βγει το γέλιο, αλλιώς είσαι αναγκασμένος να εξηγήσεις το αστείο, οπότς έχεις χάσει το κοινό.

Θυμάμαι την κωμικό Κατερίνα Βρανά, που είχα την τύχη να γνωρίσω πριν χρόνια στο Λονδίνο, να μιλάει εκτενώς για τα στερεότυπα ως χρήσιμα εργαλεία που εξαρτώνται από εσένα πως θα τα χρησιμοποιήσεις.

Τα αρχέτυπα είναι βασικό δομικό στοιχείο του θεάτρου διότι βοηθούν στο να μιλήσεις σε μεγάλη γκάμα ανθρώπων με έναν προγλωσσικό τρόπο επικοινωνίας.

Αναγνωρίζουμε μοτίβα ανθρώπινων συμπεριφορών που επαναλαμβάνονται σε βάθος χρόνου, μέσα από πολλές ιστορίες που προέρχονται από διαφορετικές κουλτούρες. Έτσι δημιουργούνται τα αρχέτυπα, έτσι έχουμε ιστορίες και θεατρικά έργα που έχουν παγκόσμια απήχηση, έτσι εξαπλώνονται οι θρησκείες ανά τον κόσμο. Χρησιμοποιούν τις κοινές αναφορές, συλλέγουν πολιτισμικά στοιχεία διαφόρων γεωγραφικών περιοχών και δημιουργούν νέους μύθους, νέες αφηγήσεις για να απαντήσουν στις ανάγκες της κάθε εποχής.

Το δυστύχημα είναι όταν οι αφηγήσεις αυτές γίνονται δόγμα και δεν αλλάζουν μαζί με τον κόσμο, δεν επαναεφευρίσκονται από την κάθε νέα γενιά.

Η έδρα σας είναι το Λονδίνο όπου έχετε διακριθεί τιμώντας την Ελλάδα. Σε αυτή τη δύσκολη περίοδο για τη χώρα μας πόσο μπορεί να συνεισφέρει το θέατρο και να στηρίξει τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν με φόβο το μέλλον ή δεν το βλέπουν καν; Με άλλα λόγια, τι  ρόλο μπορεί να παίξει η τέχνη στην εποχή της κρίσης;

Το μόνο που μπορεί να κάνει η τέχνη είναι να προσφέρει αφηγήσεις επανάκαμψης και αλλαγής. Δεν θα δώσει καμία τέχνη την απάντηση στα προβλήματα μιας χώρας ή μιας ολόκληρης γενιάς. Παρ’ ότι είναι αφελές να ελπίζει κάποιος πως το θέατρο που κάνει μπορεί να έχει τέτοια δύναμη, πρέπει ταυτόχρονα να κάνει θέατρο με την ελπίδα ενός αντίκτυπου αλλιώς το αποτέλεσμα βγαίνει νεκρό, γίνεται ρουτίνα, ένα μέσο διαβίωσης.

Ποια ανάγκη δική σας καλύπτετε με το να κάνετε θέατρο;

Έχοντας δουλέψει ως σκηνοθέτης και ηθοποιός σε διάφορες ομάδες και σε περιοδείες σε πολλά μέρη του κόσμου έχω καταλάβει, ότι ο λόγος που ήθελα τελικά να κάνω θέατρο ήταν για να δημιουργήσω μια οικογένεια, μια κοινότητα, έστω και προσωρινή. Τώρα αν κοιτάξω το περιεχόμενο των έργων που έχω γράψει ή σκηνοθετήσει, νομίζω όλα, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι μια απόπειρα του εαυτού μου για να πείσει τον ίδιο, πως για την αξία της ζωής είναι να ανακαλύψει τις χαραμάδες με το φως.

«Το θεατρικό έργο ήταν επιτυχία. Το κοινό του ήταν αποτυχία», αναφέρει σε ένα απόφθεγμά του ο Όσκαρ Ουάιλντ. Συμβαίνει και αυτό κ. Ραπτοτάσιο;

Όχι. Είναι ευθύνη μας ως δημιουργοί να φτιάχνουμε το κοινό μας και όχι το αντίθετο. Η ευθύνη του θεάτρου είναι να ανταποκρίνεται όχι μόνο στις εποχές, αλλά και στο συγκεκριμένο κοινό στο οποίο θα απευθυνθεί. Ακόμα και να θέλει να ενοχλήσει ή να προκαλέσει, η σχέση με το κοινό είναι καταρχήν ευθύνη του καλλιτέχνη.

«Θέλω να αναδημιουργήσω μία αγαπημένη μου ταινία σε μεγάλη κλίμακα όπου το κοινό να γίνεται μέρος της, να τρώει, να πίνει, να χορεύει, να συνομιλεί και να περνάει μέσα σε αυτήν την μισή μέρα του»

Σε ένα σαθρό πολιτικό σύστημα ένας άνθρωπος χωρίς καμία επιστημονική κατάρτιση, χωρίς πτυχία μπορεί να φθάσει και στην ανώτατη ιεραρχία. Μια καθαρίστρια οδηγήθηκε στις φυλακές της Θήβας με δεκαετή κάθειρξη επειδή πλαστογράφησε το απολυτήριο του Δημοτικού για να διοριστεί στο Δήμο Βόλου και να ζήσει τα παιδιά της. Τελικά οι ηθικές αξίες περνούν τη μεγαλύτερη κρίση που γνώρισαν ποτέ;

Κάθε τι που συμβαίνει σε μια κοινωνία, συμβαίνει με την ανοχή των υπολοίπων.

Ποια η γνώμη σας για τις διάφορες μορφές βίας, για παράδειγμα to bullyng στα σχολεία και στους χώρους εργασίας, που κυριαρχούν στη ζωή μας;

Επίσης συμβαίνει, επειδή γίνεται ανεκτό από τον περίγυρο. Υπάρχει σαφώς συνενοχή. Δεν υπάρχουν οι διαδικασίες αντιμετώπισης ρατσιστικών, σεξιστικών, ομοφοβικών και τρανσφοβικών επιθέσεων. Ακούω συνέχεια δικαιολογίες γύρω μου, με την ευθύνη να περνάει πάντα σε τρίτους. Όλοι είμαστε υπεύθυνοι, δημιουργούμε μια κοινωνία που βασίζεται στις προκαταλήψεις, τα κόμπλεξ και τις φοβίες μας. Δεν πιστεύω στα ελαφρυντικά και στην παραμικρή ανοχή σε τέτοιες περιπτώσεις.

Άνθρωποι με τέτοιες συμπεριφορές δεν έχουν θέση σε κανένα σχολείο ή δημόσια υπηρεσία, απάντηση είναι η απόλυση και οι ανάλογες ποινικές διώξεις. Στον ιδιωτικό τομέα η απάντηση είναι μποϊκοτάζ, δημόσιος διασυρμός και εξαντλητικά πρόστιμα μέχρι αυτές οι συμπεριφορές να εκλείψουν, αλλιώς να κλείσουν οι εταιρίες που τα ανέχονται. Με όποιο κόστος κι αν φέρει αυτό. Δεν υπάρχει καμία διαπραγμάτευση για την αυτοδικία και τις διακρίσεις οποιουδήποτε είδους και μεγέθους, δεν ανέχομαι καν συζήτηση περί αυτού.

Τι θαυμάζετε σε έναν άνθρωπο και τι σας απογοητεύει;

Θαυμάζω την ευγένεια. Με απογοητεύει όταν κάποιος αδυνατεί να δει τα πράγματα έξω από τον εαυτό του.

Η ζωή σας είναι μια διαρκής διαδικασία αναζήτησης. Που περιμένετε να σας οδηγήσει αυτός ο διάλογος με τον εαυτό σας, τους συνεργάτες σας και το κοινό;

Στην μεγαλύτερη κατανόηση του εαυτού μου και σε ακόμα περισσότερες συνεργασίες και συνθέσεις μυαλών και ταλέντων.

Περιγράψτε μου μια ιδανική στιγμή ευτυχίας.

Ένα μεγάλο τραπέζι με όλους τους φίλους μου.

Τί να περιμένουμε από εσάς στο εγγύς μέλλον;

Θέλω να αναδημιουργήσω μία αγαπημένη μου ταινία σε μεγάλη κλίμακα όπου το κοινό να γίνεται μέρος της, να τρώει, να πίνει, να χορεύει, να συνομιλεί και να περνάει μέσα σε αυτήν την μισή μέρα του.