23
Σαβ, Ιαν
Tο διάβασαν 166 άτομα (166 Views)

Οι 12 +1 καλύτερες ταινίες του 2020 από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

ROWEXON-10


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 54


«Είς οιωνός άριστος...»

Διανύουμε μόλις τα τελευταία μέτρα μιας χρόνιας, που αποκάλυψε το μεγαλείο του τρόμου, του φόβου, της απαξίας, αλλά και τις αδυναμίες μας, υποδεικνύοντας όμως έναν κοινό παρανομαστή, από τους πρώτους κιόλας μήνες του έτους, στο εφιαλτικό περιβάλλον που βιώνουμε μέχρι σήμερα. Ένας κοινός παρανομαστής με διττή ερμηνεία και στις δυο όχθες του ποταμού, που έχει να κάνει με την «Ανάγκη» για τους μεν και την «Ανάγκη» για τους δε, που ζουν στην απέναντι όχθη του άγριου ποταμού.

Οι «μεν» που βρίσκονται από την μια πλευρά, δηλαδή εμείς οι απλοί άνθρωποι, έπειτα από την συμφορά του ολετήρα της πανδημίας, ενός «εχθρού» με το όνομα κωρονοϊός, που σάρωσε τις ανθρώπινες αξίες, μηδένισε τα δικαιώματα δράσης, κατέπνιξε κεκτημένα και ελευθερίες αναζητούμε, πια, εναγωνίως την «Ανάγκη» επαναφοράς της ζωής μας στον καθημερινό γνώμονα της ανθρώπινης, κοινωνικής δραστηριότητας. Τον γνωστό γνώμονα με τις ισότιμες τρεις υποδιαιρέσεις, εντός του ήρεμου και δημιουργικού, ανθρώπινου 24ώρου: αυτής της εργασίας, της ψυχαγωγίας και της ξεκούρασης.

Οι «δε», που βρίσκονται από την άλλη πλευρά του ποταμού, εγκαθιστούν ταχύτατα την «Ανάγκη» ενός καινούργιου, παγκόσμιου μοντέλου ζωής, που το επεξεργάζονται κοντά έναν αιώνα, χωρίς εργασία, χωρίς ψυχαγωγία, χωρίς ξεκούραση. Άραγε ποιος θα είναι ο νικητής και ποιός ο ηττημένος σε αυτόν τον αγώνα της «Ανάγκης», που απ' ό,τι φαίνεται θα κριθούμε όλοι, εμείς οι «μεν», μηδενός εξαιρουμένου φύλου και ηλικίας; Πάντως, ο Λέον Τολστόι στο βιβλίο του «Πόλεμος και Ειρήνη» γράφει, πως «θα νικήσω γιατί έχω χρόνο και υπομονή» και εγώ θα προσθέσω την δύναμη του χρήματος και της εξουσίας για τους «δε», αλλά και την θέληση, την επιθυμία για ελευθερία και, φυσικά, τις μνήμες μας, για εμάς τους «μεν». Μέγας ο αγών, τρανός ο πόλεμος και η Ιστορία στέκει ακίνητη.

Στον όλεθρο του έτους 2020, που κάλυψε δυστοπικά τις ζωές μας, ο πολιτισμός βρέθηκε από τους πρώτους στο μάτι του κυκλώνα, παραδίδοντας αμαχητί, όλους τους πύργους του στις χθόνιες σκιές και μεθοδικά στέρισαν την πνευματική μας τροφή, την τόσο χρήσιμη για την ανθρώπινη οντότητα. Οι μουσικές έπαψαν, οι θεατρικές αυλαίες μαύρισαν και έπεσαν, οι κινηματογραφικές αίθουσες στοίχειωσαν, τα φώτα του εσωτερικού μας πλούτου έσβησαν. Η ύψιστη μορφή του πολιτισμού, που είναι η ανθρώπινη συναναστροφή, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και ως ποινική κρατούμενη, βρέθηκε έγκλειστη σε ανήλιαγο κελί να βιώνει την απομόνωση με βαριά δεσμά.

Τα γέλια, οι χαρές, η διασκέδαση, οι δια ζώσης, γόνιμες λεκτικές θέσεις, αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις, τα ταξίδια, η επαφή, τα φιλιά, οι αγκαλιές σε πλατείες, δρόμους και πολύβουα στέκια, ακόμα και το δικαίωμα να έχουμε διαφορετική άποψη, κριτικό λόγο στις εικόνες που μας βομβαρδίζουν καθημερινά οι «δε», κατασπαράχθηκαν μονομιάς από την εννεακέφαλη Λερναία Ύδρα. Δυστυχώς αγαπημένοι μου, φαίνεται, πως Ήρωες σήμερα δεν υπάρχουν να βάλουν το τέρας στην θέση που του αξίζει, να σβήσουν δια παντός τον αφανισμό, που βασιλεύει τυραννικά στο μαγεμένο μας δάσος.

Ο πολιτισμός μας, τελικά είναι νεκρός; Η παιδεία μας σκιασμένη; Το δικαίωμα της ελευθερίας να ζούμε ανθρώπινα είναι δηλητηριασμένο; Το σθένος μας κατακερματισμένο; Τα πάντα, όπως και εσείς καταλαβαίνετε, μοιάζουν με αδιέξοδα ερωτήματα να γκρεμίζονται ανήμπορα σε αβυσσαλέες χαράδρες αδικίας, βίας και ψεύδους, γιατί η «Ανάγκη» διέταξε τούς «δε» να ερημώσουν την ζωή στον πλανήτη μας… στον πλανήτη τους(;).

Η Τέχνη του σινεμά υπέστη αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια και η κινηματογραφική αίθουσα λαβώθηκε ανεπανόρθωτα έως θανάσιμα το 2020, όπως άλλωστε άπαντες οι χώροι των Τεχνών και του Πολιτισμού. Όλα ακολουθούν το κατευθυντήριο βέλος της οδού, που υποδεικνύει τον μόνιμο εγκλεισμό μας στο σπίτι-κελί, όπου η «ψυχαγωγία» και η «διασκέδαση» μετασχηματίζονται υβριδικά σαν απόκοσμη τερατογένεση, άνυδρα και βίαια στην ψηφιακή επιφάνεια της μικρής οθόνης ή της οθόνης του ψυχρού, ηλεκτρονικού υπολογιστή μας. Ελάχιστες σε ποσότητα και ποιότητα είναι οι κινηματογραφικές παραγωγές, προ και ενδιαμέσως των δυο εγκλεισμών μας, που προβλήθηκαν στο μεγάλο, άσπρο πανί των σκοτεινών αιθουσών, είτε των χειμερινών που έχασαν μια ολόκληρη σεζόν, είτε των θερινών με τον περιορισμένο αριθμό των θεατών, για να ζωγραφιστεί σαν κατάρα, ως η φτωχότερη, κινηματογραφική περίοδος των τελευταίων ετών στην ιστορία της κινούμενης εικόνας.

Οι 12 συν μια κινηματογραφικές παραγωγές, αριθμός για να ξεφύγουμε από το καθιερωμένο των 10 καλύτερων ταινιών του έτους που συνηθίζεται κάθε χρόνο, τις παρουσιάζω στο InTownPost.com. Ταινίες που άφησαν, προσωπικά σε εμένα, τις καλύτερες των εντυπώσεων και δεν χάθηκαν στιγμιαία από την μνήμη μου στα επόμενα λεπτά με την εμφάνιση των τίτλων τέλους.

Εύχομαι, λοιπόν, να ανταμώσουμε μια καινούργια χρονιά καλύτερη από την προηγούμενη και να συνεργαστούμε εποικοδομητικά μαζί της, κάτι που εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από εμάς τους ίδιους. Χαρά, Δύναμη, Σωφροσύνη, Έμπνευση, Δημιουργία, Ελευθερία, Φως και Τύχη να είναι οι συνοδοιπόροι μας στο νέο έτος.

Δίχως σειρά αξιολόγησης, αλλά αριθμητικά γραμμένες οι δικές μου 12+1 καλύτερες ταινίες για το έτος 2020.


«Η Ομορφιά της Ύπαρξης»

«Om det Oändliga/ About Endlessness»


Ο Σουηδός Ρόι Άντερσον δεν έγραψε σενάριο στην «Ομορφιά της Ύπαρξης» (διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ) αλλά προσέδωσε ζωή σε ό,τι τον απασχολεί και είναι, πρωτίστως ανθρώπινο, ξεκινώντας από την μετουσίωση και τον μετασχηματισμό των αισθημάτων. Η αφηγηματική του διάθεση γεωμετρική, ισόμετρη, άκρως παρατηρητική, που για πρώτη φορά χρησιμοποιεί voice over σε ταινία του, να λέει ήπια σε εμάς: «Είδα ένα άνδρα… είδα μια γυναίκα, είδα…», συστήνοντας ιστορίες στην άγρια όψη των θεμάτων ενός κόσμου που βυθίζεται στις θλιβερές σκιές του, σαν να βλέπεις ένα διαφημιστικό σποτ. Συμπυκνωμένη αλήθεια ενταγμένη σε ένα εικαστικό σύμπαν, πραγματικό έργο τέχνης.


«Η Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ»

«Richard Jewell»


Η πραγματική ιστορία του Ρίτσαρντ Τζούελ, ενός καλόκαρδου ανθρώπου του καθήκοντος, που πιστεύει με όλα τα σπλάχνα του στην ιδέα που ονομάζεται: «Αμερική» και το πως οι δημοσιογράφοι τον καταστρέφουν ολοσχερώς. Στην «Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ»(διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ) ο Κλιντ Ίστγουντ προσφέρει απλόχερα στον ηθοποιό Πολ Γουόλτερ Χάουζερ - τον έχουμε δει σε μικρούς ρόλους αρκετών ταινιών -, την δυνατότητα να ηγηθεί της ταινίας και ο Χάουζερ τα πάει περίφημα. 

Ο γεροντόβραχος Κλιντ είναι ο βιογράφος των αφανών μεγάλων ή μικρών ηρώων της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας εν καιρώ πολέμου ή ειρήνης, αδικημένων ή μη, όλων αυτών που δεν διαθέτουν ανδριάντες και μνημεία, αλλά τον κινηματογραφικό φακό του.


«Μικρές Κυρίες»

(Little Women)


Η Γκρέτα Γκέργουιγκ σκηνοθετεί και παράλληλα μεταφέρει με ευλάβεια και προσοχή το πρώτο μέρος της άτυπης τριλογίας της Αμερικανίδας συγγραφέως Λουίζ Μέι Άλκοτ «Μικρές Κυρίες» (διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ), αποφεύγοντας το οποιαδήποτε ατόπημα ακαδημαϊσμού στο μυθιστόρημα ορόσημο της Άλκοτ, ενώ έξυπνα παντρεύει τα μηνύματα περί της γυναικείας χειραφέτησης του 19ου αιώνα στην προβληματική του σήμερα.

Σε πρώτη θέση τοποθετείται η ταλαντούχα ηθοποιός Σέρσα Ρόναν (Lady Bird) και μαζί με την δραματουργία, το χιούμορ, ο έρωτας και ο ρομαντισμός περιπλέκονται πανέμορφα, τόσο στην δουλειά της Γκέργουιγκ, όσο και στην μουσική του παραγωγικού Αλεξάντερ Ντεσπλά. Ένα καλοφτιαγμένο, φιλμικό γλύκισμα, που αφήνει υπέροχες και έντονες γεύσεις στον ουρανίσκο των αισθήσεων μας.


  «Απόστρατος»


Πανέμορφη ελληνική ταινία για κινηματογράφο, διαθέτοντας στο οπλοστάσιο της ένα βατό, ανθρώπινο σενάριο με αρχή μέση και τέλος, καταπληκτικές ερμηνείες και μεστό, γευστικό απόσταγμα, σύγχρονης, κοινωνικής κατάστασης. Τα πράγματα είναι απλά και συνάμα πολύτιμα στην δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους του Ζαχαρία Μαυροειδή (Ξεναγός) και ο Αθηναίος κινηματογραφιστής τα προσφέρει απλόχερα στον θεατή. Ο «Απόστρατος» (διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ) είναι μια έκπληξη.

Όλο το εγχείρημα με τους ανθρώπινους, σωστούς διαλόγους, τις οικείες αντιδράσεις και το σκεπτικό που εκφράζει την γενιά των τριαντάρηδων της οικονομικής κρίσης, καθώς η γνωστή, ελληνική περίοδος της Σύβαρης παρέδωσε βιαίως την σκυτάλη στην εποχή του ξεπουλήματος κάθε είδους. Τα πρώτα μαζικά θύματα αυτής της αλλαγής, φυσικά, οι νέοι, ως μάρτυρες μιας ψευδαίσθησης όπως ο Άρης, που ερμηνεύει καταπληκτικά ο βραβευμένος με το «Βραβείο Χορν» Μιχάλης Σαράντης.


«O Αόρατος Άνθρωπος»

(The Invisible Man)


Ο «Αόρατος Άνθρωπος» του μοναδικού και ευφάνταστου συγγραφέα Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς γραμμένο το 1897 στα χέρια του Αυστραλού σκηνοθέτη Λι Γουανέλ , του πολύ καλού neo-noir φανταστικού σινεμά «Upgrade», επαναφέρει τον μυστηριώδη κύριο στην φαντασία του κινηματογραφόφιλου κοινού. Ο Γουανέλ στον «Αόρατο Άνθρωπο» (διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ), από το πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο της ταινίας σε αρπάζει από τα μαλλιά και σε αδειάζει στουβαλάτα και χύμα στην άψογα ρυθμισμένη θρίλερ ατμόσφαιρα, που για 96 λεπτά της ώρας είσαι στην τσίτα.

Το πρώτο bonus για την ηθοποιό Ελίζαμπεθ Μος, η οποία, παρότι δεν είναι αυτή που αντικειμενικά ονομάζουμε: η καλλονή (συμπαθητική έως γοητευτική είναι), κατάφερε έπειτα από πολύ δουλειά να δημιουργήσει μια ενδιαφέρουσα υποκριτική περσόνα με καλές ερμηνείες σε ρόλους.


«Η Αόρατη Ζωή της Ευριδίκη Γκουσμάο»

«A Vida Invisível de Eurídice Gusmão»


Ο βραβευμένος, Βραζιλιάνος σκηνοθέτης Καρίμ Αϊνούζ μεταφέρει το βιβλίο της Μάρθα Μπατάλχα στην μεγάλη οθόνη. «Η Αόρατη Ζωή της Ευριδίκη Γκουσμάο» (διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ) είναι μια ιστορία τραγική και ως αυθεντικό, γυναικείο δράμα είναι άψογα κινηματογραφημένο, υιοθετώντας τους απαραίτητους, ήρεμους ρυθμούς όπου χρειάζεται, ώστε να ενταχθεί ο θεατής στο ασφυκτικό περιβάλλον της στείρας ηθικής, που, κυριολεκτικώς, εξοντώνει ανθρώπους.

Το απάνθρωπο στοιχείο, από την πλευρά του άνδρα, φορμάρεται σε μια ρεαλιστική ατμόσφαιρα και η αγάπη βαδίζει τρομακτικά προς το ικρίωμα της απελπισίας.


  «Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς»


Ο Γιάννης Οικονομίδης είναι ο κινηματογραφιστής που άλλαξε την πεδιάδα, τις πλαγιές, τις λόχμες, τα φαράγγια, τα δάση και τις όχθες του πρόσφατου, ελληνικού σινεμά, δίνοντας άλλες διστάσεις τόσο στην κινηματογράφηση, όσο και στο σεναριακό σετάρισμα με ιστορίες που έχουν σαφή αρχή, σαφή μέση και σαφές, μοιραίο τέλος. Το σινεμά του Γιάννη Οικονομίδη μ΄ αρέσει, όπως θαυμάζω και την τόλμη που διαθέτει να αφήνει τα σκυλιά λυτά να αλυχτούν με ωμότητα στο λερωμένο προφίλ του Έλληνα, που σήμερα είναι ο «Ελληναράς». Πάνω απ΄ όλα όμως δημιούργησε μια σχολή, όπου το κινηματογραφικό γαμοσταυρίδι ως μέρος της ατάκα ή σκέτο ως ατάκα, απέκτησε οντότητα, εκτόπισμα και ειδικό βάρος, ξεπερνώντας το απλό μπινελίκι ως βρισιά, ανάθεμα και εργαλείο του διαλόγου, για να στρογγυλοκαθίσει πολυθρονάτο στο σαλόνι του ανθρώπινου πολιτισμού ως κάτι το εντελώς καθημερινό, απενοχοποιημένο και χρήσιμο, κάτι που θα το διαπιστώσετε και στην ταινία «Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» (διαβάστε την κριτική τα ταινίας εδώ).

Ο Οικονομίδης «παίζει» με τους ήρωες του ερωτικά και φονικά όσο δεν έχει παίξει σε καμιά ταινία του, όπως παίζουν μεταξύ τους τα ξέγνοιαστα παιδιά στο σκάμμα του πάρκου, ανακατεύοντας την άμμο, λερώνοντας με λάσπη τα ρούχα τους, «κλέβοντας» ένα ή δυο φτυαράκια το ένα από το άλλο, βάζοντας τα γεμάτα άμμο δάχτυλα τους στο στόμα, φτιάχνοντας ωραίους πύργους και τέλος γκρεμίζοντας τους.


«Ηρωικά Χαμένοι»

(La Odisea de los Giles / Heroic Losers)


Ο σκηνοθέτης Σεμπαστιάν Μπορένσταϊν («Ο Πιλότος», «Η Αγελάδα που Έπεσε από τον Ουρανό»), ενώνει τις δυνάμεις του με τον συγγραφέα Εντουάρντο Σατσέρι (Το Μυστικό Στα Μάτια τους) και με φόντο την οικονομική κρίση της Αργεντινής του 2001 στήνουν με ευαισθησία μια όμορφη δραμεντί με καλοβαλμένα στοιχεία δράσης και αγωνίας, τοποθετώντας στο επίκεντρο του θέματος τον άσσο της γερής κέντας, τον εξαιρετικό Αργεντίνο ηθοποιό Ρικάρντο Νταρίν. Μερακλίδικη η σκηνοθεσία στους «Ηρωικά Χαμένους» (διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ), αποστασιοποιημένη εντελώς από την τηλεοπτική χύτρα των εύκολων και άψυχων πλάνων, ο Μπορένσταϊν και ο Σατσέρι παραδίδουν μια έντιμη ταινία με απόλυτα εξισωμένο τόσο το δραματικό, όσο και το χιουμοριστικό στοιχείο.

Είναι η στιγμή που οι απλοί, φιλήσυχοι άνθρωποι-θύματα, απεγνωσμένοι και λαβωμένοι ανεπανόρθωτα αποφασίζουν να βγουν από το κάδρο του ηλίθιου και απαθούς πολίτη, που δεν αντιδρά στα παιχνίδια που κατασκευάζουν οι πολιτικοί και τα λαμόγια παρατρεχάμενοι τους, για να ενταχθούν αμέσως στην δράση και να πάρουν τον νόμο και την τάξη στα χέρια του. Τα παίζουν όμως, όλα για όλα. Μια ζαριά και ένα «γαμώτο» με αγανάκτηση για μην αισθάνονται οι βλάκες ενός αδίστακτου συστήματος, που τους έχει χαρακτηρίσει αναλώσιμους και τους αγνοεί αυτοκρατορικά. Όταν θέλεις μπορείς να είσαι ελεύθερος και όχι το θύμα.


«Το Γεράκι του Φυστικοβούτυρου»

(The Peanut Butter Falcon)


Το κοινωνικό road movie επικεντρωμένο στην φιλία δια χειρός των: Τάιλερ Νίλσον και του Μάικλ Σουόρτζ, που ως δημιουργικό δίδυμο εμβαπτίζονται στο σύμπαν της μεγάλης οθόνης, πετυχαίνει εκεί που οι άλλες του είδους βυθίζονται στην κινούμενη άμμο του βερμπαλισμού, της θολούρας και της δηθενίας. Είναι, απλή, άμεση, κατανοητή δίχως φιοριτούρες και περισπούδαστους φραμπαλάδες ταινία και όπως όλοι μας γνωρίζουμε στο κάθε τι απλό, το πηγαίο και το αληθινό εκπορεύεται το μεγαλείο.

Ο ηθοποιός Ζακ Γκοτσέιγκεν είναι «Το Γεράκι του Φυστικοβούτυρου» (διαβάστε την κριτική της ταινίας), επαγγελματίας ηθοποιός με σύνδρομο Down, που κυριολεκτικώς κλέβει την παράσταση και την αγάπη μας. Η ταινία δεν είναι δακρύβρεχτη, μήδε δραματική και δεν έχει ουδεμία διάθεση να θέσει σε ομηρία το συναίσθημα του θεατή, λόγω του ηθοποιού της. Βρίθει ρεαλισμού, αληθοφάνειας και πάνω απ΄ όλα στο τέλος αφήνει μια δροσιά αισιοδοξίας στον ήδη κακοποιημένο ουρανίσκο του κινηματογραφόφιλου κοινού.


«Ο Φάρος»

«The Lighthouse»


Από το θερμοκήπιο των «ανεξάρτητων» κινηματογραφιστών, άξιο τέκνο του φεστιβαλικού Σάντανς ο Ρόμπερτ Έγκερς και με το βραβείο Σκηνοθεσίας ανά χείρας, πέρασε τελικά στην δεύτερη δουλειά του, τον «Φάρο» (διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ), φιλμάροντας και αυτή την φορά, τον ανθρώπινο τρόμο.

Εάν το «VVitch» του 2015 σε πρώτο πλάνο κρατούσε την θηλυκή δυναμική εντός της μεταφυσικής σφαίρας, «Ο Φάρος» γίνεται ο απόλυτος, ολόφωτος, εσωτερικός οδηγός στην αρσενική παράνοια και ό,τι παρελκόμενα συμπεριλαμβάνει η εν λόγω διάσταση. Με σύμμαχο την ασπρόμαυρη φωτογραφία, το τετράγωνο, κινηματογραφικό κάδρο 1.19:1, το έντεχνο contre lumières στα σημαντικά πλάνα με το φως άλλοτε στην μέση και άλλοτε στην κορυφή του κάδρου, την μεταφυσική αγρίλα του έρημου βράχου με τον φάρο, ο Έγκερς, τουλάχιστον, από καλλιτεχνικής άποψης σκίζει. Η δε πρόσκληση που δίνει στον θεατή για να βουτήξει στα άγρια και αφρώδη πεδία των συναισθημάτων και των ανυπεράσπιστων ανδρικών φαντασιώσεων σε κατάσταση απομόνωσης, ως πρόσκληση είναι ενδιαφέρουσα και ατμοσφαιρική. Μια κατατοπιστική ξενάγηση στα σκότη της αρσενικής ιδιοσυγκρασίας, δίχως όμως πολύπλοκα θυρανοίξια σε διαστάσεις και επίπεδα που τυχόν θα πρόδιδαν τον ίδιον και την ταινία του. Ο φαλλικός «Φάρος» είναι αμιγώς ανδρική υπόθεση όχι πως δεν πρέπει να την παρακολουθήσουν και οι κυρίες


  «1917»


Το «1917» (διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ) είναι ένα πολεμικό δράμα, αλλά και ο κινηματογραφικός άθλος του Σαμ Μέντες σε μια real time κινηματογράφηση εξωτερικών χώρων (όχι εντός δωματίου με ελεγχόμενο τον φωτισμό) και «αόρατο» μοντάζ, καταφέρνοντας το απίστευτο.

Ο θεατής είναι το σώμα, ο νους και η ψυχή ενός στρατιώτη. Αυτή είναι η επιτυχία του Μέντες: στο μονοθέσιο της σκοτεινής αίθουσας σε χρήζει κοινωνό στα μύρια συναισθήματα ενός νεαρού φαντάρου απέναντι στο καθήκον και στα γεγονότα, ενώ οι σφαίρες και οι βόμβες εντός και εκτός των χαρακωμάτων πέφτουν βροχηδόν.


«Το Κόλπο του Αιώνα»

(El Robo del Siglo)


Περιπέτεια βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, σενάριο εμπνευσμένο, μάλιστα, από το βιβλίο του Φερνάντο Αραούχο, ενός εκ των ληστών που έλαβαν μέρος και σε σκηνοθεσία του Αργεντίνου Αριέλ Γουϊνογκράδ (Χωρίς Παιδιά), κλέβει, σάνβουαρ, το ενδιαφέρον σου, έχοντας μια cool και συνάμα μεστή προσέγγιση χαρακτήρων, καταστάσεων και δράσης στο απαιτητικό και άκρως ανταγωνιστικό genre των heist movies.

Στο «Κόλπο του Αιώνα» (διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ), ο Γουϊνογκράδ δομεί πειθαρχημένα τους χαρακτήρες που απαρτίζουν την συμμορία, αναμειγνύοντας χιούμορ, ευφυΐα, συναίσθημα, τα απλά όνειρα, την καθημερινότητα στις ζωές τους σε ανθρώπινες διαστάσεις συμπεριφοράς και όχι με υπερβολές και εξωφρενικές μαγκιές, για να προχωρήσει στο πανέξυπνο σχέδιο τού ξαφρίσματος μιας τράπεζας, όπως, τουλάχιστον, χαρακτηρίστηκε η ληστεία από τον παγκόσμιο Τύπο. Μιας απίστευτης ληστείας στα χρονικά των ριφιφί, που αγάπησαν οι θεατές το καλοκαίρι του 2020 στην «ανάπαυλα» μεταξύ των δυο εγκλεισμών μας, ένεκα του κωρονοϊού.


  Wild Rose

Με διάκοσμο της ταινίας την εργατική τάξη της Γλασκόβης, πασπαλισμένη και από την πετυχημένη κάστα των αστών, το «Wild Rose» του Τομ Χάρπερ (διαβάστε την κριτική της ταινίας εδώ) είναι ρεαλιστικό, αυθάδικο, τρυφερό, γεμάτο από την χειμαρρώδη, την ατρόμητη ορμή και την φωνάρα της Ιρλανδής πρωταγωνίστριας, Τζέσι Μπάκλεϊ. 

Ταινία γεμάτη πάθος, αμφισβήτηση, γέλιο, μουσική και σταγόνες από δάκρια. Το δε σενάριο της Νικόλ Τέιλορ, που είναι «πωρωμένη», όπως αναφέρει η ίδια, με την κάντρι μουσική, είναι ευέλικτο, ανθρώπινο, στιβαρό, διαθέτοντας τις κοινωνικές και υπαρξιακές του ανατροπές, δίχως να καταλήγει ανούσιο και βαρετό. Ένα κινηματογραφικό, «αμάραντο», άγριο τριαντάφυλλο.


Ταινιακό online αφιέρωμα στην μούσα του Γκοντάρ, Ά...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/