fbpx

«Οι Νεκροί Δεν Πεθαίνουν»

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Dead Don’t Die)       

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζιμ Τζάρμους
  • Με τους: Μπιλ Μάρεϊ, Άνταμ Ντράβιερ, Κλόε Σεβινί, Τίλντα Σουίντον, Ντάνι Γκλόβερ, Στιβ Μπουσέμι, Τομ Γουέιτς
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Στην ήσυχη, σχεδόν αόρατη πόλη Σέντερβιλ, κάπου στην κεντρική, βόρεια Αμερική, φαίνονται τα πάντα ήσυχα και ασφαλή στην ρουτινιάρικη καθημερινότητα της. Όμως κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Η σελήνη τις τελευταίες μέρες φέγγει πιο έντονα και μοιάζει να έχει κατέβει ανεξήγητα χαμηλά.

Οι ώρες της ημέρας μπερδεύονται, το φως του ήλιου χάνεται, ενώ τα ζώα συμπεριφέρονται παράξενα. Οι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις είναι ανησυχητικές και οι επιστήμονες απορούν. Κανείς όμως δεν μπορεί να προβλέψει την κατάρα που θα έρθει να σκεπάσει σύντομα αυτήν τη μικρή πόλη.

Σε λίγο οι νεκροί δεν θα πεθαίνουν. Θα γίνονται αιμοδιψή ζόμπι και θα σηκώνονται απ’ τους τάφους για να κάνουν άγριες επιθέσεις στους ζωντανούς. Οι κάτοικοι της επαρχιακής πόλης πρέπει να παλέψουν για την επιβίωσή τους απέναντι στη βαρβαρότητα των ζωντανών νεκρών. Το Σέντερβιλ είναι μια μικρή πόλη, με το diner της, την εκκλησία της και το αστυνομικό της τμήμα. Μια πόλη όπου όλοι γνωρίζονταν με όλους.

Με την ζεστή αγκαλιά των υπέροχων: Μπιλ Μάρεϊ, Άνταμ Ντράβιερ, Κλόε Σεβινί, Τίλντα Σουίντον, Ντάνι Γκλόβερ, Στιβ Μπουσέμι, Τομ Γουέιτς και Ίγκι Ποπ, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης, ο αγαπητός των κινηματογραφόφιλων,  Τζιμ Τζάρμους, έπειτα από το βαμπιρικό «Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί», αποφασίσει με την γνωστή cool διάθεση και την αέρινη κινηματογράφηση του να καταπιαστεί με τα απέθαντα ζόμπι.

Όλα καλά, όλα χαλαρά, ήρεμα και αστεία ενίοτε στο περιβάλλον του Τζάρμους, που η βία και ο τρόμος του παραδοσιακού, κινηματογραφικού είδους των ζόμπι, αντιμετωπίζονται με το γνωστό στιλάκι του σκηνοθέτη, μόνο που οι νευρώνες αυτής της ταινίας του είναι αποξηραμένοι και άοσμοι. Καλύτερα, θα έλεγα, πως είναι χαμένοι κάπου στην μετάφραση σαν μια πλακίτσα μεταξύ φίλων που αποφάσισαν όλοι μαζί, μια αγκαλιά όπως αναφέραμε, να φτιάξουν ταινιούλα και να περάσουν όμορφα ανακατεύοντας κοκτεϊλοειδώς διάφορα στοιχεία, όπως σάτιρα, βία, ποπ κολτούρα και μπόλικες αντιγραφές απουσία έμπνευσης.

Με τις καταφανείς επιρροές του και το πλήθος των αναφορών από τα κλασικά: «Το Ζωντανό Πτώμα» (White Zombie – 1932) του Βίκτορ Χαλπερίν, τον Ζακ Τουρνέρ (Περπάτησα με ένα Ζόμπι- 1943), τον Τζορτζ Ρομέρο (Η Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών – 1968), ακόμα και από το τηλεοπτικό «Walking Dead», ο Τζιμ Τζάρμους, πραγματικά, δεν ξέρει τι θέλει και που σκοπεύει τελικά.

Η ταινία δεν βγάζει τίποτα απολύτως, απ΄ όπου κι αν την κοιτάξεις και μάλιστα καλοπροαίρετα. Ούτε ατμόσφαιρα έχει, ούτε κάπου διαφοροποιείται, ούτε απλώνει το χεράκι της, όπως μας έχει συνηθίσει ο Τζάρμους, να μας χαϊδέψει και να μας κλείσει το ματάκι έξυπνα. Από τον «γεια σου» σερίφη και τον βοηθό του έως την εξωγήινη Ζέλντα απλώσαμε με δυο μανταλάκια ίσως την πιο βαρετή ταινία του. Εκτός πάλι, εάν ήθελε ο Αμερικανός, ανεξάρτητος, καθ΄ όλα αξιαγάπητος auteur, να σκηνοθετήσει πύρκαυλος μια ταινία με ζόμπι σε old fashion απόδοση και ό,τι βγει. Μαζί του και επαυξάνω, αλλά να την κρατήσει σπίτι του για να την βλέπει με το παρεάκι.

Προσωπικά, παραμένω ακόμα στην όμορφη γεύση του τελευταίου «Paterson» (2016). Δυσκολάκι το μονοπάτι του mainstream, αγαπητέ Τζίμι. Τώρα στα μεγαλώματα σε βασανίζει το δίλλημα: ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς;