fbpx

«Οι λυρικοί τεχνίτες της πέτρας, ο μοναχικός σερβιτόρος μαζί με το χαμένο, αμερικάνικο όνειρο σέρνουν την μπέρτα του έφηβου Shazam», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Πέρασα με μια γρήγορη ματιά τις ταινίες της καινούργιας σεζόν, αυτές, δηλαδή, που ξεκίνησαν από τον Σεπτέμβριο μέχρι σήμερα, διαπιστώνοντας, πως το είδος που απουσιάζει αισθητά από την διεθνή, κινηματογραφική φαρέτρα είναι αυτό της κωμωδίας. Όταν εννοούμε κωμωδία, αναφερόμαστε πάντα στο ασυναγώνιστο, σινεμά του γέλιου, είτε είναι το καθαρόαιμο slapstick, είτε είναι το ρομαντικό screwball, ακόμα κι όταν το γέλιο αναδύεται από μια δυνατή, κοινωνικοπολιτική σάτιρα. Δύσκολη υπόθεση να κάνεις τον άλλον να γελάσει σήμερα. Μάλλον αδιάφορο…

Εάν ρίξετε μια ματιά στα είδη των ταινιών των τελευταίων χρόνων που συμπληρώνουν τις παγκόσμιες λίστες των ετήσιων κινηματογραφικών παραγωγών, θα διαπιστώσετε το εξής δραματικό με την κυριολεξία της λέξης: Δράση, περιπέτεια, art house κοινωνικά δράματα, ρηχοί, χάρτινοι υπερήρωες όλων των διαστάσεων και φυσικά άκρατο, ρεαλιστικό σινεμά κρεμασμένο στην αγχόνη της σύγχρονης ανθρώπινης νοσηρότητας. Δηλαδή, εγκλήματα, φόνοι, διαστροφή, ανωμαλία, ανεξέλεγκτα πάθη και ότι άλλο διαθέτει ο απλησίαστος κουβάς του ανθρώπινου ερέβους.

Αναρωτήθηκα αρκετές φορές, πως στο καλό καταφέρνει η προπαγάνδα της εξαθλίωσης να διασχίζει με άνεση την ανθρώπινη διάθεση και να εγκαθίσταται αυτοκρατορικά στην πολύτιμη, ολιγόωρη ψυχαγωγία μας. Η πρόχειρη απάντηση που κατάφερα να δώσω σε αυτό το αφελές, ίσως, ερώτημα, είναι, απλά, η ύπαρξη της συνήθειας. Εκπαιδευτήκαμε πια στο να γειτονεύουμε με το κτηνώδες και το άθλιο και να μην αντιδρούμε, να μην αποζητούμε το γέλιο, την χαρά, καθώς έχουμε ξεχάσει, τουλάχιστον κινηματογραφικά, το πως είναι να πονάει η κοιλιά και το στομάχι μας από το ασταμάτητο, ξεκαρδιστικό γέλιο.

Παντού πόνος, παντού μαυρίλα στην δράση και τον μόχθο της καθημερινότητας, απόγνωση, ανασφάλεια, εγωισμοί στις ανθρώπινες σχέσεις, κατεστραμμένα όνειρα, ενοχές, τύψεις, φοβίες, τρόμος, μοναχικότητα, απόρριψη στα κοινωνικά υψίπεδα, οπότε οι ίδιες εικόνες, τα ίδια συναισθήματα και γεγονότα καδράρονται εντέχνως ή χύδην σε ταινίες για να σερβιριστούν πλουσιοπάροχα στην προσωπική μας ανάπαυλα, που ονομάζεται ψυχαγωγία. Ό,τι άσχημο και χυδαίο ζούμε στον αγώνα για την επιβίωση μας, το αυτό «τρώμε» στην μάπα κι όταν χαλαρώνουμε, είτε είμαστε επί του σπιτικού μας καναπέ, είτε στην μεγάλη οθόνη, είτε στο θεατρικό σανίδι, είτε στις καψουρονταλκαδιάρικες, μουσικές πίστες.

Οι παλαιότεροι έλεγαν, ότι «το γέλιο γυρίζει τη γη». Σίγουρα, λοιπόν, η όποια στασιμότητα του πλανήτη  και η συνεχής σκίαση της ψυχής μας είναι αποτέλεσμα της παντελούς έλλειψης γέλιου και χαράς.  

«Τα Δάκρυα του Βουνού»

 

  • Είδος: Δραματική περιπέτεια ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Ελλάς (2019)
  • Σκηνοθεσία: Στέλιος Χαραλαμπόπουλος
  • Με τους: Νίκος Γεωργόπουλος, Σπύρος Ζαμπέλης, Αργύρης Κόγκας, Σπύρος Φωτίου, Γιάννης Ζαφειρόπουλος, Πάνος Κοψιδάς
  • Διάρκεια: 111’
  • Προβολή: Από τις 4 Απριλίου 2019 στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, ενώ το Σάββατο 6 Απριλίου 2019 στις 19:00 θα ακολουθήσει συζήτηση με τον Θοδωρή Γκόνη (συνθέτη στιχουργό), τον Παντελή Μπουκάλα (συγγραφέα) και τον σκηνοθέτη Στέλιο Χαραλαμπόμπουλο. Συντονίζει η δημοσιογράφος Ευάννα Βερνάρδου.

Τα μάλα γοητευμένος. Ελληνική ταινία με ιδιαίτερη οπτική και αισθητική, θέσεις μονάκριβες και σπάνιες, όταν η εποχή του σύγχρονου, ελληνικού κινηματογράφου μαστίζεται από τη ανίατη νόσο της προχειράντζας και της ανοησίας του εφήμερου. Ο ντοκιμαντερίστας  Στέλιος Χαραλαμπόπουλος στην τρίτη κατά σειρά ταινία μυθοπλασίας του ανοίγει με μετρημένο λυρισμό και αξιοπρόσεκτα μια τεράστια ζεστή αγκαλιά για να στεγάσει μέσα της το όνειρο τόσο στην τραχιά, όσο και στην ποιητική του μορφή.

Μεστός, αισθαντικός, τρυφερός και συνάμα σκληρός αφηγητής, μα πάνω απ΄ όλα ανθρώπινος φιλοξενεί  στην ταινία του το πνεύμα του αειναύτη Οδυσσέα, δίνοντας του το όνομα του ορεσίβιου, χτίστη Μάρκου. Ο ήρωας είναι ο «πελεκάνος» μάστορας, ο Ηπειρώτης κουδαραίος και το ταξίδι του γράφεται πάνω στα ψηλά βουνά, στα ανήλιαγα δάση, στα φουσκωμένα νερά των ορεινών ποταμών, στα άγρια μονοπάτια της κροκάλας, στα ηλιόφερτα, αλλά και τα φαιά τοπία της μοναξιάς, της σιωπής και της δύναμης, εκεί που κόβεται η ανθρώπινη ανάσα, εκεί, όπου υπάρχει δουλειά πάνω στην πέτρα γι αυτόν και την μαστόρικη συντεχνία του. Πορεία στην ασμίλευτη, γήινη φύση όταν, ενίοτε, συναντά στα ύψη το χαμηλό, κρύο, ουράνιο σύννεφο για να μετρηθεί ο άθλος με το ανθρώπινο σαν μύηση για την ψυχή, το σώμα και τον νου. Να μοιάζει το ταξίδι ίδιο με την βουτιά της απώλειας στο κενό πριν την μεγάλη αλλαγή της εποχής σε μια άλλη, την στιγμή του κοινωνικού μετασχηματισμού σε ακατανόητο και βασανιστικά πολύπλοκο.

Ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος αγαπάει την μυητική δράση και όπως στην πρώτη του βραβευμένη μεγάλου μήκους ταινία με τον τίτλο «Άδης» (1996), έτσι και τώρα στα «Δάκρυα του Βουνού» (σενάριο δικό του) η τεχνική της αφήγησης παραμένει σχεδόν παρόμοια: Δίκαια μοιρασμένος ο λόγος με την καταπληκτική μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη (απίθανο πάντρεμα) θέτει τον άνθρωπο μόνο του να δοκιμαστεί στη φύση και στα τεκταινόμενα της προσωπικής του περιπέτειας.

Η μετάβαση του ανθρώπου από τον έναν αιώνα στον άλλον, οι νέες δυναμικές που προστάζουν άλλου είδους διαχείριση, οι πόλεμοι και εν γένει οι κοινωνικές αλλαγές γίνονται το στέρεο έδαφος για να βαδίσει επάνω τους ο Μάρκος, που όμως βρίσκεται μακριά, ξενιτεμένος από το καινούργιο «πανηγύρι» της Γης, κάπου στα μονοπάτια των θεόρατων, πέτρινων όγκων με τα δικά τους μυστικά, την δική τους ζωή και θάνατο. Τα δάκρυα του βουνού είναι οι πέτρες, αλλά και οι άνθρωποι.

Άριστος χρήστης του κινηματογραφικού φακού με τις, επίσης, ντοκιμαντερίστικες περγαμηνές του («Γρηγόρης Λαμπράκης: Μαραθώνιος Μιας Ημιτελούς Άνοιξης», «Τη Νύχτα που ο Φερνάντο Πεσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη», «Της Πατρίδας μου η Σημαία») ζωγραφίζει πειθαρχημένα και δωρικά, ευρηματικά και με καθάρια εσωτερικότητα το ομηρικό έπος σε ένα μοναδικό φωτογραφικό παραλήρημα του Δημήτρη Κορδελά.

Μαγευτικό περιβάλλον που με καθήλωσε στην καρέκλα. Μην την χάσετε, είναι από τις εξαίσιες οάσεις του ελληνικού σινεμά, που κυριολεκτικώς σε σκλαβώνει και σε ταξιδεύει.           

Μια συντροφιά μαστόρων πέτρας, αποκομμένη από τα χωριά της εξαιτίας ενός δεκαετούς πολέμου περιπλανιέται αναζητώντας δουλειά. Υλικά τους οι πέτρες, τα δάκρυα του βουνού. Και οι ίδιοι όμως ορεσίβιοι, ο τόπος τους φτωχός, τους σπρώχνει σαν άλλα δάκρυα του βουνού, να ξενιτευτούν για να ζήσουν.

Η προσπάθεια του πρωτομάστορα Μάρκου και των μαστόρων να επιστρέψουν σπίτι τους εξελίσσεται σε μια εξοντωτική οδύσσεια. Εκτός από τη «φανερή» Κίρκη, συναντά και τον Ελπήνορα, τον Πολύφημο, τον ασκό του Αιόλου και τη χώρα των Λωτοφάγων, τα Βόδια του Ήλιου και τους Λαιστρυγόνες, την κάθοδο στον κάτω κόσμο και τον Τειρεσία.

Ο Μάρκος θα καταλήξει στο τέλος μόνος. Οι σύντροφοι – άλλοι από απληστία, άλλοι από περιέργεια, άλλοι από ανοησία – θα χαθούν. Μόνο αυτός θα κλείσει τ’ αυτιά στις σειρήνες και το παραμυθητικό κάλεσμά τους. Μόνο αυτός θα περιφρονήσει τις παραπλανητικές υποσχέσεις μιας αναδυόμενης ευδαιμονίας, ενός άλλου νέου κόσμου, του πλούτου και της ευμάρειας.

«Ο Δρόμος του Κεραυνού»

(Thunder Road)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία : Τζιμ Κάμινγκς
  • Με τους: Τζιμ Κάμινγκς, Κένταλ Φαρ, Νίκαν Ρόμπινσον, Μέικον Μπλερ
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Spentzos Film

Υπάρχει και ο Τζιμ Κάμινγκς, που αν συνεχίσει με αυτή την ταχύτητα και όρεξη, σύντομα θα επισκιάσει κάποιους νεόκοπους «ψαγμένους» του καλλιτεχνικού σινεμά των Η.Π.Α. (βλέπε, ας πούμε, τον Τζέιμς Φράνκο). Αμερικανός ηθοποιός ο Τζιμ Κάμινγκς, άνευ υψηλών περγαμηνών, μικρομηκάς, που δυο χρόνια πίσω σκηνοθέτησε την βραβευμένη, διάρκειας 13 λεπτών ταινία, στο γνωστό, ανεξάρτητο φεστιβάλ του Σάντανς, με πυξίδα το γνωστό τραγούδι του Μπρους Σπρίνγκστιν «Thunder Road».

Το φιλμάκι έκανε αίσθηση και αποφάσισε να το επιμηκύνει χρονικά, καταλήγοντας στα 92 λεπτά, εντάσσοντας το στις κινηματογραφικές παραγωγές μεγάλου μήκους. Είναι η δεύτερη δουλειά του και μάλιστα ως «ανεξάρτητη» που είναι στις διάφορες φεστιβαλικές περιοδείες της τσιμπούσε βραβειάκια, αφήνοντας καλή γεύση στους θεατές.

Και όντως αφήνει καλή γεύση με το μαύρο σχόλιο-χιούμορ να πέφτει σαν γλάσσο στο άκρως δραματικό σενάριο της ιστορίας. Ηλεκτρισμένοι μονόλογοι από τον οργίλο Κάμινγκς, σε performance ανάμεσα στο χάσιμο ειρμού και ψυχανάλυσης, να γυρίζει επιδέξια το αφοδράριστο μέσα της αμερικανικής κοινωνίας προς τα έξω και ο αρλεκίνος του αμερικανικού ονείρου να φαντάζει πιο αληθινός και τρομακτικός στις παγωμένες ανάσες της ψευτοηθικής και της καφρίλας.

Η ανωριμότητα, η ανισορροπία και οι νευρώσεις μετατρέπονται σε ένα καλό καύσιμο για την κοινωνική σάτιρα των αδιεξόδων του Κάμινγκς, που πραγματικά, δίνει τα ρέστα του σε νευρωτικά μονοπλάνα και ως άνθρωπος ορχήστρα (σκηνοθεσία, σενάριο, μοντάζ και ερμηνεία δικά του) τα πάει φίνα.

Η αλήθεια είναι όμως, ότι όλες οι σταθερές του σεναρίου και της πλοκής, τόσο στην ψυχοσύνθεση του βραδύνοα ήρωα, όσο και στα αντανακλαστικά του – δεμένα γερά στο επαρχιώτικο, αυτοκτονικό περιβάλλον της άνευρης κωμόπολης που ζει – είναι εντελώς αμερικάνικα, όπως και τα θέματα με τον τρόπο που τα πραγματεύεται απασχολούν μόνο τους συμπατριώτες του. Έχει ένα σινεφίλ ενδιαφέρον, πιθανώς, ως η αρχή του νήματος που θα τυλίξει στο δημιουργικό του αδράχτι ο χειμαρρώδης και φέρελπις Τζιμ Κάμινγκς. Οψόμεθα!   

Ο ψυχολογικά ευάλωτος αστυνομικός Τζιμ Αρνάου (Τζιμ Κάμινγκς – καταιγιστικός) με ένα πρόσφατο διαζύγιο στην πλάτη προσπαθεί να ξεπεράσει τον θάνατο της μητέρας του, που ήταν η δασκάλα χορού της μικρής πόλης. Ταυτόχρονα προσπαθεί με κωμικοτραγικούς τρόπους να βάλει σε τάξη την προσωπική του ζωή και την σχέση με την μικρή κόρη του, που ζει με την επιπόλαιη μητέρα της.

Όλα πάνε από το κακό στο χειρότερο, καθώς ο Τζίμ αναγκάζεται να πουλήσει τον χώρο της σχολής χορού της μητέρας του για να πληρώσει τους δικηγόρους που έχουν αναλάβει το διαζύγιο του. Η μια βλακεία στην υπεύθυνη δουλειά του αστυνομικού ακολουθεί την άλλη με αποτέλεσμα ο αρχηγός της τοπικής αστυνομίας αναγκάζεται να τον απολύσει.  

«The Waiter»

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Ελλάς (2018)
  • Σκηνοθεσία: Στηβ Κρικρή
  • Με τους: Άρης Σερβετάλης, Γιάννης Στάνκογλου, Chiara Gensini, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Mαρία Καλλιμάνη, Αντώνης Μυριάγκος, Γιώργος Γλάστρας, Ελεάνα Φινοκαλιώτη
  • Διάρκεια: 97’
  • Διακρίσεις: Βραβείο ΕΚΚ Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη – Βραβείο ΕΚΚ Καλύτερων Locations

Ο Ρένος είναι ένας επαγγελματίας σερβιτόρος που οδηγεί μια απλή και ήσυχη ζωή, μοναχικός και σχολαστικός παρατηρητής με ιδιαίτερη αδυναμία στα φυτά. Η ζωή του όμως θα διαταραχθεί όταν θα βρεθεί αντιμέτωπος με την εξαφάνιση του γείτονά του, Μίλαν.

 Δύο σκοτεινοί χαρακτήρες, ο «Ξανθός» και η Τζίνα, μπλεγμένοι με τον Μίλαν, θα παρασύρουν τον Ρένο σε μια σειρά ακραίων γεγονότων. Ο Ρένος, αμφισβητώντας την ιερή καθημερινή του ρουτίνα, θα δοκιμάσει την ικανότητά του και την προθυμία του να αλλάξει τη ζωή του πάνω σε θέματα αγάπης και θανάτου. Σχέσεις θα δημιουργηθούν, μυστικά θα μοιραστούν και η εμπιστοσύνη θα αμφισβητηθεί.

Το «TheWaiter» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Στηβ Κρικρή. Εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του ’80, και τοποθετημένο στην Αθήνα του σήμερα, το “TheWaiter” είναι μία σπουδή πάνω στην ανθρώπινη φύση. Ένα υπαρξιακό neo noir και μία ιστορία δολοφονίας δοσμένη μέσα από τα μάτια του (εκ)κεντρικού χαρακτήρα, του Ρένου.

Στον ρόλο του Ρένου επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη, ως πρωταγωνιστής ο Άρης Σερβετάλης, με μια ακόμη σπουδαία ερμηνεία, ανεπιτήδευτη, άκρως πειστική και ουσιαστική.        

Σημείωμα του Σκηνοθέτη:

To «The Waiter» είναι μια ιστορία εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα που βίωσα, ενώ ζούσα στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του 1980.  Η Ιστορία είναι μια σπουδή για ένα φανταστικό χαρακτήρα που θα μπορούσε να είναι ένας (αντι)ήρωας του Αλμπέρ Καμί. Εξερευνά την ιδέα του «πως και αν» ο άνθρωπος είναι διατεθειμένος να αλλάξει τον τρόπο ζωής του θυσιάζοντας την ασφάλεια της συνήθειας, όταν έρχεται αντιμέτωπος με ακραία γεγονότα που σχετίζονται με μια δολοφονία και ένα εγκεφαλικό έρωτα.

Το ενδιαφέρον εστιάζεται στη δημιουργία ενός μικρόκοσμου όπου όλα τα αισθητικά στοιχεία του περιβάλλοντος στο οποίο ήμουν εγώ εκτεθειμένος αναπροσαρμόζονται και οι φαινομενικά μικρές λεπτομέρειες βγαίνουν στην επιφάνεια και αποκτούν σημασία. Ένα ανεπαίσθητο μαύρο χιούμορ υπογραμμίζει τους διαλόγους, του Ρένου με τον συνάδελφο του, τον «Κεραυνό».

Οι χώροι επίσης αντικατοπτρίζουν τον ψυχισμό του ήρωα και αναδεικνύουν μια επιπλέον διάσταση του ήρωα, υπογραμμίζοντας τις ιδιαιτερότητές του τονίζοντας την μοναχικότητα του μέσα σε ένα άχρονο τόπο – το καταπραϋντικό και αρμονικό σκούρο πράσινο του διαμερίσματός του γεμάτο από υγιή φυτά, τους συνήθως πολυσύχναστους δρόμους που είναι παράξενα άδειοι, το παραφορτωμένο και ελαφρώς παρακμιακό ζαχαροπλαστείο όπου επιμελώς προσδίδει πρότυπα ποιότητας και άνεσης.

«Shazam»

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια DC comics
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Φ. Σάντμπεργκ
  • Με τους: Ζάκαρι Λίβαϊ, Μαρκ Στρονγκ, Άσερ Έιντζελ, Τζακ Ντίλαν Γκρέιζερ, Ντζιμόν Χουνσού, Λοβίνα Γιάβαρι, Μισέλ Μπορθ, Άνταμ Μπρόντι, Μάρτα Μίλανς, Γκρέις Φάλτον
  • Διάρκεια: 132΄
  • Διανομή: Tanweer

Η μαγική λέξη Shazam πρόκειται για τα ακρωνύμια έξι αθάνατων πρεσβυτέρων, όπως αναφέρει η ιστορία του υπερήρωα, δηλαδή: S (Solomon – Σολομών ως προς τη Σοφία), H (Hercules – Ηρακλής ως προς την Δύναμη), A (Atlas – Άτλας ως προς την Αντοχή), Z (Zeus – Ζεύς ως προς την Δύναμη της Ηγεσίας), A (Achilles – Αχιλλέας ως προς το Θάρρος) και M (Mercury – Ερμής ως προς την Ταχύτητα).

Σχεδιασμένος το 1939 για την εκδοτική εταιρεία Φόσετ Κόμιξ ως Κάπτεν Μάρβελ, ήταν το alter ego του ραδιοφωνικού δημοσιογράφου Μπίλι Μπάτσον, ο οποίος το 1953 σταμάτησε να εκδίδεται λόγω της δικαστικής διένεξης με την αντίπαλη Μάρβελ για το όνομα του ήρωα. Ίσως είναι η πιο μπλεγμένη ιστορία χάρτινου ήρωα, που τελικά, κατέληξε ως Σαζάμ και είναι ο 14χρόνος, ορφανός Μπίλι Μπάτσον. Προφέροντας την μαγική λέξη, που του χάρισε υπεραιωνόβιος μάγος Σαζάμ, για να απαλλάξει τον κόσμο από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, ο έφηβος μεταμορφώνεται αμέσως σε ενήλικα υπερήρωα με υπερφυσικές δυνάμεις, ίδιες με αυτές του Σούπερμαν, αλλά η σκέψη και οι αντιδράσεις του κυβερνώνται από το μυαλό ενός 14χρόνου.

Ο  Ζάκαρι Λίβαϊ, που υποδύεται τον Σαζάμ, κινηματογραφικά αναφερόμενος για τους φανατικούς του είδους, ο πιο σπουδαίος ρόλος του στην μεγάλη οθόνη είναι αυτός του γενναίου ξανθού Φάντραλ, ενός από την πιστή, φιλική τριανδρία του μαρβελικού Θωρ. Όλη η ταινία αφήνεται ελεύθερη στην εφηβική αφασία και με πλήθος αναφορών σε επιτυχημένες ταινίες των eighties, ο Σαζάμ, σε μετρήσιμα μεγέθη της καφρίλας, γέρνει συμπαθητικά και με γούστο στους ώμους του Deadpool.

Σαν καλοφτιαγμένο πέρασμα μοιάζει αυτός ο χάρτινος ήρωας της DC με την δυνατότητα γεφύρωσης του μικρού με αυτό του ενήλικου κοινού. Οι μεγαλύτεροι θα το ευχαριστηθούν αναπνέοντας πλήθος αναφορών εϊτίλας, ενώ οι νεότεροι σε ηλικία θα ανακαλύψουν τον φανταστικό τους, κρυφό όρμο που μεταμορφώνει την θνητή υπόσταση ενός συνηθισμένου πιτσιρικά σε θεϊκό ήρωα έτοιμο να σώσει τον πλανήτη Γη. Ε, όλοι μας κάποτε λίγο ή πολύ το είχαμε φαντασιωθεί.            

Ο ορφανός Μπίλι Μπάτσον (Άσερ Έιντζελ – καλός ο πιτσιρικάς), χάρη στην ευγενική «χορηγία» ενός αρχαίου μάγου (Ντζιμόν Χουνσού), κάθε φορά που φωνάζει τη λέξη «Σαζάμ!» μεταμορφώνεται από 14χρονο έφηβο στον ενήλικα ομώνυμο υπερήρωα (Ζάκαρι Λίβαϊ – καλός).

Ωστόσο, παρά το θεόρατο και γεροδεμένο σώμα του, παραμένει μέσα του ένα παιδί  που, όπως είναι φυσικό, διασκεδάζει με την ενήλικη έκδοση του εαυτού του, κάνοντας ό,τι θα έκανε κάθε έφηβος που θα αποκτούσε υπερδυνάμεις: Κοινώς κάνει φιγούρα και την πλάκα του!

Μπορεί να πετάξει. Βλέπει με ακτίνες Χ. Μπορεί να εξαπολύσει αστραπές από τα χέρια του. Δεν τον πιάνουν οι σφαίρες. Μπορεί, επίσης, να κάνει κοπάνα από το σχολείο. Με τη βοήθεια του ειδήμονα σε υπερηρωικά ζητήματα φίλου του Φρέντι (Τζακ Ντίλαν Γκρέιζερ – η έκπληξη της ταινίας), ο Σαζάμ δοκιμάζει τα όρια των ικανοτήτων του με την ανεμελιά του παιδιού που κρύβει μέσα του.

Στην ανάδοχη οικογένεια που έχει μεταφερθεί, συζώντας με ακόμα τέσσερα ορφανά και με κύριο μέλημα να ανακαλύψει την μητέρα του, που την έχασε σε ένα πανηγύρι όταν ήταν πέντε ετών, ο Μπίλι θα χρειαστεί να μάθει να ελέγχει τις ικανότητες του για να κατατροπώσει τις φονικές δυνάμεις του κακού που βρίσκονται υπό τον απόλυτο έλεγχο του Δρ. Σιβάνα (Μαρκ Στρονγκ – καλός), ο οποίος έχει βάλει στο μάτι τον Σαζάμ, γιατί ο μάγος τον είχε απορρίψει όταν ήταν μικρός.

«Νεκρωταφίο Ζώων»

(Pet Sematary)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : των: Κέβιν Κόλς και Ντένις Γουίντμαγιερ
  • Με τους: Τζέισον Κλαρκ, Εϊμι Σάιμετζ, Τζον Λίθγκοου
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Odeon

Ο Δρ. Λούις Κριντ (Τζέισον Κλάρκ) μετά τη μετακόμισή του με τη σύζυγό του Ρέιτσελ (Έιμι Σέιμετζ) και τα δύο μικρά παιδιά τους από τη Βοστώνη στο Μέιν, ανακαλύπτει ένα μυστηριώδη τόπο ταφής κρυμμένο βαθιά μέσα στο δάσος που βρίσκεται δίπλα στο νέο τους σπίτι.

Όταν η τραγωδία χτυπά το κατώφλι του σπιτιού του με τον θάνατο της μικρής κόρης του γιατρού, ο απεγνωσμένος Λούις θα στραφεί στον ασυνήθιστο γείτονά του Τζαντ Κράνταλ (Τζον Λίθγκοου) για να τον οδηγήσει στο απόκοσμο σημείο του νεκροταφείο των ζώων, εκεί που οι ψυχές επιστρέφουν από τον άλλο κόσμο, για να επαναφέρει στην ζωή την νεκρή του κόρη, προκαλώντας μια επικίνδυνη αλυσιδωτή αντίδραση που θα απελευθερώσει ένα άνευ προηγουμένου κακό με τρομακτικές συνέπειες.

Μια δεύτερη κινηματογραφική εκδοχή, εν είδει remake, του σκοτεινού, ομότιτλου μυθιστορήματος του μετρ του τρόμου Στίβεν Κινγκ, γραμμένο το 1983. Απλά, είναι μια δεύτερη αποτυχημένη μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του μεταφυσικού «Νεκροταφείου Ζώων», το οποίο με τον ανορθόγραφο τίτλο προσπαθεί, εν πρώτοις, να κερδίσει εντυπώσεις.

Μηδέ ο Τζέισον Κλαρκ, μηδέ ο Τζον Λίθγκοου σώζουν την κατάσταση που βυθίζεται στα κλισέ και στην απουσία ατμόσφαιρας. Στην πρώτη κινηματογραφική εκδοχή του 1989 σε σκηνοθεσία της Μέρι Λάμπερτ, τουλάχιστον, το κινηματογραφικό σενάριο είχε αναλάβει ο ίδιος ο Κινγκ και υπήρχε κάποια καθοδήγηση για να αγγίξει η σκηνοθέτις τον ρυθμό του βιβλίου.

Στην συγκεκριμένη απόπειρα σε σκηνοθεσία των Κέβιν Κόλς και Ντένις Γουίντμαγιερ (σκηνοθετικό δίδυμο ταινιών τρόμου), από ένα σημείο και έπειτα το στόρι βουτάει στο άνευρο παρωχημένο με άστοχα ηχητικά εφέ και απουσία ενδιαφέροντος.

Ελάχιστες είναι, όπως είχαμε αναφέρει παλαιότερα, οι επιτυχημένες μεταφορές βιβλίων του Στίβεν Κινγκ στην μεγάλη οθόνη. Πολυγραφότατος ο Αμερικανός συγγραφέας, έχει δημιουργήσει πια την δική του σχολή τρόμου με πολλούς μαθητές, στο γραπτό του καταφέρνει μοναδικά να μετατρέψει το απλό σε μεγαλειώδες, κάτι που στο σινεμά λίγοι σκηνοθέτες το κατάφεραν.