fbpx

banner αεροδρομίου

«Οι Ιέρειες στα Συμπόσια της Αρχαίας Ελλάδας», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

Το περίφημο Συμπόσιο θα πραγματοποιούταν με το αυστηρό πρωτόκολλο της αθηναϊκής κοινωνίας του 5ου αιώνα. Τα ανάκλιντρα, οι κύλικες με το κρασί, οι χορευτές, οι αυλήτριδες, τα λιτά αλλά άφθονα εδέσματα, ο συμποσίαρχος, ο διακεκριμένος οικοδεσπότης και, τέλος, οι καλεσμένοι, οι εκλεκτοί του πνεύματος της εποχής.

Τα μεγαλύτερα ονόματα με τους βαρύγδουπους τίτλους τους και τη σοφία του πνεύματος τους να θαμπώνει με τη λάμψη του τις μελλοντικές γενιές της ανθρωπότητας: Σωκράτης, Αριστοφάνης, Αγάθων, Αλκιβιάδης, Παρμενίδης και πολλοί άλλοι. Όλοι άνδρες. Γυναίκα καμία. Στα συμπόσια δεν μετέχουν γυναίκες, παρά μόνον οι εταίρες. Διάσημες γυναίκες της εποχής τους με παιδεία, επαναστατικό πνεύμα, οξύ νου, έντονο ερωτισμό και διάθεση να μετέχουν των κοινών, χωρίς τη σεμνοτυφία που απαιτούν οι νόμοι και το κατεστημένο. Γυναίκες που δεν ύφαναν ποτέ, δεν έμειναν κλεισμένες ποτέ σε γυναικωνίτες, αρνήθηκαν το δεσποτισμό, απαξιούσαν να μιλήσουν σε κατώτερους στο πνεύμα και ζούσαν με επιλογή τους μόνες και με την αξιοπρέπεια της επιλογής της ελευθερίας τους από τα «πρέπει» μιας εποχής που δεν ήταν δική τους. Δέχονταν ως εραστές μόνο τους άξιους, αυτούς που μπορούσαν να σηκώσουν το «βάρος» του να έχουν αυτές για συντρόφους σε υλική όσο και σε πνευματική τροφή.

Εταίρες, ιέρειες, αμαζόνες, σειρήνες, πυθίες, επαναστάτριες κάθε εποχής, όλες γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας που αρνήθηκαν να ζουν όπως πρέπει, σε κάθε πρέπει άλλων. Μυθικές ή όχι αυτές οι προσωπικότητες, στην πραγματική ή μη διάσταση που τους έδωσε η ιστορία, κατέθεσαν το δικό τους έργο στη διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων.

 

Διοτίμα. Η Σοφή από την Μαντινεία

Το θέμα του σημερινού Συμποσίου είναι ο Έρωτας.

 

 

Ο Έρωτας, αυτή η λέξη, η έλξη των γραμμάτων με το μυστηριακό περιεχόμενο. Οι λόγοι που θα ακουστούν στο συμπόσιο αυτό, δεν είναι λόγοι περί Έρωτος, αλλά μέσα απ’ αυτούς ακούγεται η φωνή και η ομιλία του ίδιου του Έρωτα, αποκαλυπτική αυτοεμφάνιση της θεϊκής οντότητας μέσα στην περιοχή του ανθρώπινου λόγου. Οι μετέχοντες του συμποσίου καταθέτουν τις γνώσεις, πεποιθήσεις τους και αποφαίνονται για το τι είναι ο Έρωτας.

 

Φαίδρος: Ο Έρως είναι μέγας θεός, γιατί είναι πρωτόγονη θεότητα. Ό,τι στο θεϊκό κόσμο είναι πρωταρχικό και παλαιότατο, είναι και αρχικότατο. Είναι αγέννητη αρχή και αρχική αιτία και καταβολή μέσα στο σύμπαν ολόκληρο. Παρμενίδης: Η Γένεση, ολόπρωτους μέσα στους Θεούς τον Έρωτα δημιούργησε και την Ανάγκη. Είναι ο Έρως η δύναμη που συντροφεύει την ανδρεία  και είναι καρποφόρος, όταν παίρνει επάνω του τη θυσία της ζωής. Ο Έρως όχι μόνον είναι ο πρεσβύτατος Θεός, αλλά και ο πιο σημαντικός για την εξασφάλιση της ανθρώπινης αρετής και ευδαιμονίας.

Αριστοφάνης: Ο Έρως είναι ένα γιατρικό που φέρνει στην ψυχή γαλήνη και αποκατάσταση μιας τάξης που διαταράχθηκε. Είναι η τάση για αποκατάσταση της αρχέγονης φύσης, για την τελειότητα ανώτερου βαθμού, για το Όλον. Η επιθυμία και η επιδίωξη για το ολόκληρο, ονομάζεται Έρως.

Μια γυναίκα στην ηλικία των σαράντα με αριστοκρατικό παρουσιαστικό, στητή κορμοστασιά, με ένα αγέρωχο και λίγο ειρωνικό βλέμμα παρακολουθεί αθέατη τις συζητήσεις των ανδρών, χωρίς να καταφέρνει να συγκρατήσει ένα μορφασμό αποδοκιμασίας για τα «άτοπα» ή «υπερβολικά» που ακούει. Στέκει παράμερα παρατηρώντας το μαθητή της. Τον Σωκράτη. Είναι η δασκάλα! Η ιέρεια από τη Μαντινεία. Όλοι την γνωρίζουν στην Αθήνα. Είναι η γυναίκα που εξουσιάζει τις φυσικές δυνάμεις και αναβάλλει θανατικές αρρώστιες. Αυτή που με καθαρμούς στην πόλη κατάφερε να καθυστερήσει το λοιμό που έπληξε την Αθήνα, για δέκα ολόκληρα χρόνια.

«Πρέπει να μάθουν την αλήθεια. Δεν είναι δυνατόν να πρεσβεύουν όσα λένε! Σίγουρα θα με θεωρήσουν βλάσφημη, μα αδιάφορο μου είναι! Εγώ θα πω την αλήθεια. Το βάρος της αλήθειας είναι μεγάλο, μα όχι τόσο για να μην μπορέσουν να το σηκώσουν οι άξιοι», αποφάνθηκε η ιέρεια και προχωρώντας στάθηκε στο μέσον της αίθουσας του συμποσίου. Γύρισε το βλέμμα εξεταστικά στους παρόντες. Ένας ψίθυρος μεταξύ τους τη βεβαίωσε πως όλοι την αναγνώρισαν. Και μετά σιγή, όχι από αμηχανία, μα από σεβασμό στη δύναμη της γνώσης της ιέρειας.

«Ο Έρωτας δεν είναι θεός, δεν είναι ωραίος, ούτε σοφός, ούτε ευδαίμων», είπε μιλώντας δυνατά και καθαρά τονίζοντας μία-μία τις φρόνιμα επιλεγμένες λέξεις της.

Αναστάτωση και όχι και τόσο διακριτικές διαμαρτυρίες ακούστηκαν από κάθε μεριά της αίθουσας. Απτόητη συνεχίζει χαμογελώντας ενθαρρυντικά στο μαθητή της, τον Σωκράτη, που μόνον αυτός είναι γνώστης των θέσεων και των θεωριών της δασκάλας του.

Την καμαρώνει και τη σέβεται χωρίς τίποτα να τον εμποδίζει να τη θεωρεί ως το πλέον άξιο πλάσμα να μετέχει των εμπειριών του Έρωτος.

«Δεν είναι όμως ούτε άσχημος, ούτε αμαθής, ούτε δυστυχής. Η περιοχή του είναι το μεσοδιάστημα που αρχίζει από τη θνητή του φύση και τελειώνει στην αθάνατη. Γι’ αυτό ο Έρως είναι ο ερμηνευτής και αγγελιαφόρος των δυο τούτων κόσμων, ο συνδετικός δεσμός θνητού-αθάνατου, ανθρώπινου-θείου».

«Μα τι λέει;»

«Αμφισβητεί το θεϊκό του Έρωτα;»

«Βλασφημία;»

«Σε προκαλούμε να αιτιολογήσεις τα λεγόμενά σου», την παρότρυναν οι παρευρισκόμενοι.

«Σύμφωνοι, θα σας πω ένα μύθο: Όταν γεννήθηκε η Αφροδίτη, οι θεοί παρέθεσαν εορταστικό δείπνο. Μεταξύ τους ήταν και ο Πόρος, ο γιος της Μήτιδας. Όταν τελείωσαν οι θεοί το φαγητό, ήλθε η Πενία για να επαιτήσει, όπως ήταν εύλογο σ’ αυτήν την ευτυχία και στεκόταν μπροστά στην πόρτα. Ο Πόρος λοιπόν μεθυσμένος από το Νέκταρ βγήκε στον κήπο του Διός και αποκοιμήθηκε, βαρύς όπως ήταν από τη μέθη. Η Πενία τότε, που εξαιτίας της απορίας της συνέλαβε το σχέδιο να γεννήσει ένα παιδί από τον Πόρο, ξάπλωσε δίπλα του και συνέλαβε τον Έρωτα. Γι’ αυτό λοιπόν ο Έρωτας έγινε συνοδός της Αφροδίτης και προστάτης της, επειδή γεννήθηκε την ημέρα των γενεθλίων της και επειδή από τη φύση του είναι εραστής του Ωραίου, η δε Αφροδίτη είναι ωραία.

Επειδή λοιπόν ο Έρως είναι παιδί του Πόρου και της Πενίας, του δόθηκε ο εξής κλήρος: κατ’ αρχάς είναι πάντοτε φτωχός και κάθε άλλο παρά απαλός και ωραίος όπως τον φαντάζονται πολλοί. Αντίθετα είναι σκληρός και αγριωπός στην εξωτερική του εμφάνιση, ξυπόλητος και άστεγος. Ξαπλώνει πάντα κατά γης χωρίς στρωσίδια  και κοιμάται μπροστά σε πόρτες και στους δρόμους.

Επειδή έχει τη φύση της μητέρας του, έχει πάντοτε σύντροφο του τη στέρηση, διότι ο Έρως από τη φύση του είναι πόθος και κάθε πόθος είναι το σύμβολο μιας στέρησης. Σύμφωνα όμως με τη φύση του πατέρα του, τρέχει πίσω από το Ωραίο και το Καλό, γενναίος, ριψοκίνδυνος, δραστήριος, δεινός κυνηγός εφευρίσκοντας διαρκώς νέα τεχνάσματα, επιθυμητής της φρόνησης και επινοητικός, όλη του τη ζωή φιλόσοφος, φοβερός μάγος, γόητας και σοφιστής. Σύμφωνα με τη φύση του δεν είναι αθάνατος ούτε θνητός, αλλά πάντοτε ανθεί και ευδοκιμεί την ίδια μέρα όταν ευρίσκεται σε ευπορία, πότε πεθαίνει και ξαναζωντανεύει, χάρη στη φύση του πατέρα του. Όμως, ό,τι αποκτά τού φεύγει πάντα. Έτσι ο Έρως δεν είναι τελείως άπορος, ούτε πλούσιος. Βρίσκεται στη μέση μεταξύ σοφίας και αμάθειας».

«Τι εννοείς με αυτήν τη θεώρηση; Τι συμβαίνει σ’ αυτό το μεταξύ που επικαλείσαι;»

«Τα πράγματα είναι απλά. Κανένας θεός δεν είναι φιλόσοφος, ή επιθυμεί να γίνει σοφός αφού είναι ήδη, ούτε όποιος άλλος είναι σοφός είναι και φιλόσοφος. Ούτε οι ανίδεοι φιλοσοφούν, μα ούτε και επιθυμούν να γίνουν σοφοί. Αυτό είναι το κακό στην άγνοια, το ότι εκείνος που δεν είναι ωραίος, ούτε καλός, ούτε σοφός, είναι παρ’ όλα αυτά ικανοποιημένος με τον εαυτό του, γιατί εκείνος που δεν πιστεύει πως του λείπει κάτι, δεν ποθεί εκείνο που κατά τη γνώμη του δεν του λείπει. Η απόλυτη γνώση και η απόλυτη άγνοια κάνει υποχρεωτική τη συνάντηση και τη συγκατοίκηση σε ένα ‘μεταξύ’, σε ένα κοινό σημείο που είναι ο Έρωτας!»

«Τότε ο Έρωτας δεν είναι θεός, είναι δαίμων!»

«Εύγε Σωκράτη! Ο Έρωτας είναι δαίμων γιατί βρίσκεται μεταξύ θεού και θνητού».

«Γιατί θα πρέπει να είναι πόθος ή φιλόσοφος;» ρώτησε ο μαθητής την ιέρεια γνωρίζοντας την απάντηση, που όμως την προκάλεσε για να μυηθούν και οι άλλοι σ’ αυτήν.

«Η σοφία ανήκει στα ωραία πράγματα, ο Έρωτας είναι πόθος για το Ωραίο και γι’ αυτό είναι αναγκαία φιλόσοφος. Ως φιλόσοφος βρίσκεται στη μέση μεταξύ σοφού και ανίδεου. Αιτία γι’ αυτό είναι η καταγωγή του, γιατί κατάγεται από ένα σοφό και εύπορο πατέρα, όσο και από μια άπορη και όχι σοφή μητέρα».

«Το ωραίο συνυπάρχει με την ευδαιμονία, αγαπητή φίλη», ομολόγησε ο τραγικός ποιητής Αγάθων.

«Ακριβώς φίλτατε οικοδεσπότη. Είναι ο τόκος εν καλώ, δηλαδή η γέννηση μέσα στο Ωραίο. Είναι ο χορηγός του Ωραίου και η παντοτινή επιθυμία για κατοχή του Αγαθού. Σωκράτη, περιμένω από σένα τον επίλογο», είπε η ιέρεια και αποχώρησε από ένα συμπόσιο στην Αθήνα του 5ου αιώνα που όμως θα καταγραφόταν ως αιώνιος ύμνος στην πραγματική υπόσταση του έρωτα.

 «Και μην ξεχάσεις την αθανασία!» συμπλήρωσε διασταυρώνοντας το βλέμμα με νόημα με εκείνο του καλύτερου μαθητή της.

Ο «μαθητής» Σωκράτης έτεινε το βλέμμα του στη γυναικεία φιγούρα που απομακρυνόταν ανάμεσα από τη σειρά των κιόνων του αίθριου, νιώθοντας υπερήφανος για τη γυναίκα που κατάφερε να εκτιμήσει ορθά το ανεκτίμητο.

«Μέσα στον Έρωτα, πέρα από την ύπαρξη του Ωραίου και του Αγαθού υπάρχει και αθανασία, την οποία κερδίζει ο θνητός με την αναπαραγωγή, όταν αντικαθιστά τη θέση του παλιού με τη γέννηση του νέου. Εάν το νόημα του σωματικού έρωτα βρίσκεται στο κέρδος της αθανασίας με την παιδογονία, το νόημα του έρωτα της ψυχής εντοπί¬ζεται στην κυοφορία και τη γέννηση της φρόνησης και της κάθε μορφής αρετής. Ο αληθινός έρωτας είναι παιδαγωγικός. Η παιδεία των ψυχών είναι έργο του γνήσιου έρωτα. Ο αυθεντικός έρωτας συνδιαλέγεται συνεχώς με το Ωραίο σε όλες του τις διαστάσεις, μετέχει ουσιαστικά στη ζωή και ανελίσσεται προοδευτικά στη βαθύτερη οικείωση του Θείου».

Αυτό κατέγραψε ο Πλάτων στον περίφημο διάλογο του Συμπόσιο ξεδιπλώνοντας νοήματα διαχρονικά, μοναδικά σε ακρίβεια, αλήθεια και σεβασμό στην προσωποποίηση της ελκτικής δυνάμεως, τον Έρωτα.

Ο Σωκράτης στο τέλος του Συμποσίου καταλήγει, ότι για την απόκτηση της αθανασίας, «καλύτερο της ανθρώπινης φύσεως από τον Έρωτα, δεν είναι δυνατόν να ευρεθεί άλλο».

Ο Πλάτων αναγνωρίζοντας τις δυνάμεις και τις δυνατότητες κατανόησης της γυναίκας, έδωσε το βήμα και ανέβασε στο βάθρο τη Διοτίμα. Μια ιέρεια από τη Μαντινεία που κατάφερε να διαλύσει την αχλύ του «υπερβολικού» με την εσωτερική λογική της κοσμικής μήτρας. Αυτής που παράγει μα και προάγει μέσω της ελκτικής της δύναμης τα όντα σε δαιμονικά επίπεδα κατανόησης. Το πρόσωπο της Διοτίμας δεν αναφέρεται πουθενά αλλού, πέρα από τον πλατωνικό διάλογο που την παρουσιάζει να μιλά μέσω του Σωκράτους.

Η ιστορικά αποδεκτή παρουσία της ή όχι, δεν μας εμποδίζει να κατανοήσουμε το αληθές των λόγων ή των ισχυρισμών της για τη φύση του έρωτα, ούτε και να αρνηθούμε τη δύναμή του για επίτευξη ανθρώπινων έργων αρεστών στους θεούς.

Βιβλιογραφία:

  • Πλάτων, Σοφιστής, 258 B: «δεῖ θαρροῦντα ἤδη λέγειν ὅτι τό μή ὄν βεβαίως ἐστί τήν αὑτοῦ φύσιν ἔχον».
  • Taylor A. E. (2003), Πλάτων: ο Άνθρωπος και το Έργο του, μετάφραση Ιωάννης
  • Αρζόγλου, ΜΙΕΤ, Αθήνα, σελ. 448.
  • Τσέλλερ-Νέστλε (2004), Ιστορία της Ελληνικής φιλοσοφίας, Αθήνα, σσ. 165-171.
  • Κωσταράς Γ. (2003), Φιλοσοφική Προπαιδεία, Αθήνα, σσ. 238-242.
  • «Οι μεγάλοι φιλόσοφοι»: Μεταφραστής και επιμελητής:  Ευτύχιος Π. Φικιώρης
  • Πλάτωνος Συμπόσιον: Κείμενον, μετάφρασις και ερμηνεία υπό Ιωάννου Συκουτρή