fbpx

Νίκος Παναγιωτόπουλος, μια συζήτηση με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Δυστυχώς, συχνά οι γονείς μας μοιάζουν σκληροί και απροσπέλαστοι. «Βαρύ σαν μάρμαρο, μια σακούλα γεμάτη Θεό…» αποκαλεί τον πατέρα της η υπερευαίσθητη Σύλβια Πλαθ»

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1963 στο Χαλάνδρι, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε τεχνολόγος μηχανικός, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με το θέατρο. Εργάστηκε ως καλλιτεχνικός συντάκτης σε εφημερίδες, περιοδικά και την τηλεόραση. Τα τελευταία χρόνια, εκτός από την πεζογραφία, ασχολείται επαγγελματικά με το σενάριο.

Έχει γράψει σενάρια για τηλεοπτικές σειρές, ενώ από το 1995 ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με τον κινηματογράφο. Είναι υπεύθυνος δέκα σεναρίων για ταινίες μεγάλου μήκους -ανάμεσά τους οι «Απόντες» (1996), ο «Βασιλιάς» (2002) και η «Αγρύπνια» (2005), όλες σε σκηνοθεσία Νίκου Γραμματικού, οι «Ώρες κοινής ησυχίας» (2006), σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάκου. Για μια απ’ αυτές, τους «Απόντες», τιμήθηκε με το βραβείο σεναρίου στο 37ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1996.

Ενεργό μέλος της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδας, διδάσκει σενάριο σε σεμινάρια και σε προγράμματα σπουδών κινηματογράφου. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν διακριθεί σε διαγωνισμούς, ενώ το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Η ενοχή των υλικών» (Πόλις, 1997), τιμήθηκε με το Βραβείο Μαρίας Ράλλη για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς.

Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα: «Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν» (Πόλις, 1998,) «Το γονίδιο της αμφιβολίας» (Πόλις, 1999,), «Αγιογραφία» (Πόλις, 2003,) και «Τα παιδιά του Κάιν» (Μεταίχμιο, 2011, βραβείο Μυθιστορήματος Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών, 2012). Τόσο τα μυθιστορήματα όσο και διηγήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές ξένες γλώσσες.

Ο «Ολομόναχος» είναι το έβδομο βιβλίο του και εκδόθηκε αρχικά στη Γαλλία, στη σειρά Ce que la vie signifie pour moi των Editions du Sonneur.

Αφιερώνετε τον «Ολομόναχο» στους δύο Αλέξανδρους, τον πατέρα σας που συναντήσατε πολύ αργά και τον γιο σας που αποχωριστήκατε ανέλπιστα νωρίς. Μα επιτρέψτε μου την αδιακρισία, κ. Παναγιωτόπουλε, αλλά πουθενά μέσα από το γραπτό σας δεν φαίνεται ότι έχετε «χάσει» το παιδί σας. Το αντίθετο μάλιστα!

Η αδιακρισία σας είναι απολύτως δικαιολογημένη. Δυστυχώς «έχασα» -κυριολεκτικά- τον γιο μου εξαιτίας του δημοσιοϋπαλληλικού αυτοματισμού ενός δικαστή και της κυνικής συμπεριφοράς της μητέρας του που, με τη συνδρομή ενός παράλογου νόμου, χρησιμοποίησε το παιδί ως ασπίδα προστασίας των συμφερόντων της. Από συζητήσεις με φίλους και γνωστούς διαπιστώνω πως δεν είμαι ο μόνος. Το οικογενειακό δίκαιο στη χώρα μας αντιμετωπίζει τον πατέρα ως γονιό δεύτερης κατηγορίας. Είναι πολύ αυστηρό ως προς τις –οικονομικής φύσεως, κυρίως– υποχρεώσεις του, αλλά αδιαφορεί πλήρως για τα δικαιώματά του.

Γράφετε κάπου στο βιβλίο σας: «Δεν υπάρχει δυσκολότερο απ’ το να είναι κανείς πατέρας» (Πασκάλ Μπρικνέρ). Αν είναι ήρωας, συντρίβει με τη δόξα του, αν είναι  κάθαρμα, με την αχρειότητά του, κι αν είναι συνηθισμένος άνθρωπος, με τη μετριότητά του», δηλαδή εν ολίγοις: Η παρτίδα είναι χαμένη από χέρι; Δεν υπάρχει μια γλυκύτερη εκδοχή στη σχέση πατέρα-γιου;

Εκδοχές υπάρχουν τόσες όσα και ζεύγη γιων-πατεράδων. Από τις πρώτες αντιδράσεις αναγνωστών του βιβλίου ωστόσο, διαπιστώνω ότι το συγκρουσιακό υπόβαθρο και μια απόσταση που δύσκολα γεφυρώνεται δεν είναι καθόλου σπάνια χαρακτηριστικά σ’ αυτή τη σχέση. Σ’ αυτό μάλλον οφείλεται η γενίκευση του Μπρικνέρ, αλλά και εκείνη του Ρομπέρτο Μπολάνιο, από το εμβληματικό μυθιστόρημά του, «2666», που παρατίθεται ως μότο στο βιβλίο μου. «Ένας πατέρας» λέει «είναι μια κατασκότεινη στοά, μέσα στην οποία βαδίζουμε στα τυφλά ψάχνοντας την πόρτα εξόδου».

Και τι νομίζετε: Αυτές οι αιχμηρές καταστάσεις ταλανίζουν και τη σχέση ανάμεσα σε πατέρα-κόρη ή αφορούν αποκλειστικά το ίδιο φύλο;

Δεν έχω άποψη για τη σχέση πατέρα-κόρης. Δεν ευτύχησα να έχω μια αδερφή για να το παρακολουθήσω από κοντά. Ως εξωτερικός παρατηρητής διαπιστώνω, ότι συχνά παρατηρούνται αντίστοιχες αγκυλώσεις και στη σχέση πατέρα-κόρης κι ας είναι οι πατεράδες πιο ευάλωτοι απέναντι στις κόρες τους κι ας είναι οι κόρες πιο δοτικές απέναντι στους πατεράδες τους. Και πάλι οι εκδοχές είναι τόσες όσα και τα ζεύγη. Αρκεί όμως να διαβάσει κανείς το σπαρακτικό ποίημα «Daddy» της Σίλβια Πλαθ: «Δεν κάνεις, δεν κάνεις άλλο πια, μαύρο παπούτσι που μέσα του έζησα σαν ένα πόδι για τριάντα χρόνια, άσπρο και φτωχό, και ίσα που τολμούσα να ανασάνω ή να βγάλω κιχ…», για να καταλάβει πως καμιά γενίκευση δεν μπορεί να αντέξει για πολύ.

Την ίδια στιγμή απολαμβάνω τα βιβλία γυναικών συγγραφέων που αποτυπώνουν με τόσο ξεχωριστό τρόπο τη σχέση μάνας-κόρης, όπως το «Δέντρα, πολλά δέντρα» της Ρούλας Γεωργακοπούλου, ή το «Μαμά κι εγώ δεν σ’ αγαπώ» της Μαργαρίτας Φρανέλλη που ευτύχησε και στη θεατρική του διασκευή.

Γράφετε κάπου αλλού και πολύ με άγγιξε: «Πολύ αργά, στα σαράντα ένα μου πια, μπαμπά, αποφάσισα να σε αγνοήσω. Δοκίμασα το 42 νούμερο στα παπούτσια και διαπίστωσα ότι αυτό ήταν το νούμερό μου[…] Δεν σ’το είπα ποτέ. Στο λέω τώρα. Με στένευαν τα παπούτσια σου![…] Πώς να απομακρυνθώ, πώς να ξεφύγω;» Αναρωτιέμαι λοιπόν κι εγώ πόσο τσαμπουκά πρέπει να έχει ένα πιο ευαίσθητο παιδί. Να  χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι όταν ο απέναντι, ο πατέρας, η μάνα είναι σαφώς σκληρότεροι αυτού;

Δυστυχώς, συχνά οι γονείς μας μοιάζουν σκληροί και απροσπέλαστοι. «Βαρύ σαν μάρμαρο, μια σακούλα γεμάτη Θεό…» αποκαλεί τον πατέρα της η υπερευαίσθητη Σύλβια Πλαθ, την οποία προανέφερα. Μεγαλώνοντας μοιάζει μάλλον απίθανο το να μπορέσεις να τους αντιμετωπίσεις στα ίσα. Αν τη βγάλει κανείς καθαρή από την παιδική του ηλικία, ίσως καταφέρει να τους προσεγγίσει, όταν το επιτρέψουν τα πρώτα ρήγματα της παντοδυναμίας τους, τα πρώτα δείγματα της δικής τους αδυναμίας.

«Από τη γνωριμία μου –ως αναγνώστης– με συγγραφείς από γειτονικές χώρες αντλώ την πεποίθηση πως μοιάζουμε με τους γείτονές μας όσο και τα δέντρα που φυτρώνουν στις δυο όχθες ενός ποταμού»

Διάβασα κάπου μια άλλη κουβέντα σας: «Οι περισσότεροι από τους αναγνώστες μου» λέτε «δεν διαβάζουν τις δικές  μου ιστορίες, αλλά τις δικές τους». Μα πόσο αλήθεια είναι αυτό! Γι’ αυτό και το διάβασμα είναι παρηγορητικό; Δεν είναι;

Η λογοτεχνία –και η Τέχνη γενικότερα– επαναδιατυπώνουν τον κόσμο για χάρη μας. Η ματιά ενός συγγραφέα πάνω στα ερωτήματα που μας βασανίζουν όλους μας κάνει να αισθανόμαστε λιγότερο μόνοι σ’ αυτό το ζόρικο αλλά εκπληκτικό ταξίδι που είναι η ζωή. Ιδίως όταν η ματιά του κατορθώνει να ξετρυπώσει εκείνο που ήδη υποψιαζόμαστε πως κρύβεται πίσω απ’ την κουρτίνα. Ή όταν περιγράφει με επάρκεια εκείνο που ήδη βιώνουμε και που –άπιαστο και άμορφο– άλλοτε σκοτεινιάζει και άλλοτε φωτίζει τις μέρες μας.

Περνάτε μια ζόρικη φάση στη ζωή σας. Βλέπετε το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο; Αισιοδοξείτε ότι όλα στο τέλος καλά θα πάνε ή μπα; Δεν υπάρχει φως στο τούνελ;

Παρόλο που είμαι φύσει αισιόδοξος άνθρωπος, παρόλο που θέλω να ελπίζω ότι θα επικρατήσει η λογική, παρόλο που δεν βλέπω πώς είναι δυνατόν να μην αποδοθεί κάποτε δικαιοσύνη, δεν παύω και να είμαι ανυπόμονος. Αυτή τη στιγμή που με ρωτάτε δεν βλέπω κανένα φως. Οι ιστορίες που έχω ακούσει το τελευταίο διάστημα από ομοιοπαθείς πατεράδες δεν με ανακουφίζουν. Παρόλο που έχω δει με τα μάτια μου τον χρόνο να κάνει θαύματα, νιώθω πως δεν έχω πραγματικό λόγο να ελπίζω. Από την άλλη όμως, επιμένω να στέκομαι στα πόδια μου και να προσδοκώ τη διάψευση των εύλογων φόβων μου.

Τα βιβλία σας τα διαβάζουν, ανάμεσα σε άλλους Βορειοευρωπαίους, Αλβανοί και Σέρβοι. Από την επαφή μαζί τους στις παρουσιάσεις σας, είμαστε πιο κοντά σε νοοτροπίες με αυτούς τους λαούς;

Δυστυχώς, δεν είχα επαφή με αναγνώστες από τις χώρες στις οποίες αναφέρεστε, ώστε να έχω άποψη. Από τη γνωριμία μου –ως αναγνώστης– με συγγραφείς από γειτονικές χώρες αντλώ την πεποίθηση πως μοιάζουμε με τους γείτονές μας όσο και τα δέντρα που φυτρώνουν στις δυο όχθες ενός ποταμού.

Μετά την αυτογραφική προφητεία σας ετοιμάζετε κάτι καινούργιο για τους αναγνώστες σας, για το σινεμά ίσως.

Αυτή την εποχή δουλεύω πάνω σε δύο κινηματογραφικά σενάρια στα οποία –παραδόξως– η σχέση πατέρα-γιου βρίσκεται στο επίκεντρο της αφήγησης. Ταυτοχρόνως, ολοκληρώνω μια συλλογή διηγημάτων με απροσδόκητες, έως ακραίες, ερωτικές ιστορίες.

Κυρία Πανώριου, σας ευχαριστώ πολύ για τις ερωτήσεις σας και πιο πολύ για τις παρηγορητικές ευχές σας.

Κι εγώ θερμά σας ευχαριστώ!