fbpx

«Μυθικός, υποβρύχιος super hero, ηρωίδα δημοσιογράφος και η βραβευμένη Romaflix» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Η Τετάρτη ήταν για την θεατρική έξοδο και η Δευτέρα ή η Πέμπτη ήταν αφιερωμένη αποκλειστικά στο σινεμά. Η Κυριακή μονοπωλούσε καθολικά την μπάλα, το γήπεδο, την ομάδα και το βράδυ ο Γιάννης Διακογιάννης στην «Αθλητική Κυριακή» χόρταινε το μικρό και αθώο πάθος του πατέρα μου στα σωθικά της γυάλινης θεάς Pye. Όχι, η Pye δεν ήταν το όνομα κάποιας καινούργιας θέαινας μυστηριακού πανθέου, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι, αλλά η μάρκα της αγγλικής, ασπρόμαυρης τηλεόρασης, που είχε φέρει από τα ξένα.

Κάθε φορά, όταν βρισκόντουσαν οι γονείς μου στην εξώπορτα του σπιτιού για να αναχωρήσουν προς θέατρο μεριά, ως πιτσιρίκι, φώναζα από το δωμάτιο να περιμένουν για να τους θαυμάσω. Άψογα ντυμένοι και οι δυό τους. Μια αρμονική και εκλεπτυσμένη συμφωνία σωμάτων και ενδυμάτων. Όχι εξεζητημένα πράγματα, αλλά ανθρώπινα, πολιτισμένα, πανέμορφα. Κοστουμαρισμένος μετά γραβάτας, ενίοτε και ασορτί γιλέκου, ο Μανώλης. Φρεσκοξυρισμένος, μπανιαρισμένος, αρωματισμένος, ακόμα κι αν είχε περάσει από τα πρωινά, χαλαρωτικά νερά της κάθαρσης πριν φύγει για το γραφείο, τα απογεύματα των ψυχαγωγικών εξόδων και των βραδινών διασκεδάσεων ξανά μανά μπάνια, ξανά ξυρίσματα, ξανά αρώματα. Γυαλισμένα παπούτσια, πραγματικός καθρέπτης. Το ίδιο και η mother, χωρίς τα ξυρίσματα, βέβαια. Η Όλγα είχε άλλα τρεχάματα, με τα μαλλιά και τα νύχια. Πραγματική βασίλισσα στα προσεγμένα της ensembles, βαμμένη διακριτικά και πάντα με σικ τσάντα που δεν παραφούσκωνε σαν κουμπαράς και τον χειμώνα απαλά γάντια στα μακριά δάχτυλά της, ασορτί με το πανωφόρι της. Κι αυτά για να πάνε απλά στο θέατρο. Η κινηματογραφική τους έξοδος ήταν πιο σπορ, πιο κάζουαλ, απαλλαγμένη ελάχιστα από την διάθεση της υπερπαραγωγής, πάντα όμως πενάτοι και οι δυο.

Όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτου κοινωνικής στάθμης και οικονομικού επιπέδου, όταν πήγαιναν στο θέατρο ήταν άψογα ενδεδυμένοι, σαν να υπήρχε ένας σεβασμός προς το ζωντανό θέαμα της ψυχικής μύησης, μια άγραφη, θαρρείς, τελετουργία εκτίμησης στους επί σκηνές εργάτες της υποκριτικής τέχνης. Εάν ήταν πρεμιέρα δε, που οι σκηνοθέτες, οι πρωταγωνιστές, οι παραγωγοί και οι θεατρώνηδες θα ερχόντουσαν σε άμεση επαφή και συζήτηση με το κοινό κατόπιν των παραστάσεων, τότε, οι ενδυματολογικές επιλογές των προσκεκλημένων θεατών, αλλά και των σκηνοθετών, των παραγωγών και των ηθοποιών γινόντουσαν ακόμα πιο σκληρές, έως ακραία επίσημες. Μεγαλείο ωραιότητας, ευφάνταστης κομψότητας και τελειότητας οι άνθρωποι των Τεχνών, τότε.   

Το θέατρο δεν ήταν μια απλή ψυχαγωγική έξοδος, ήταν αποστολή με όλο το τυπικό της εσωτερικής ευγένειας, που εξωτερικευόταν και στο ενδυματολογικό επίπεδο. Προχειροντυσίματα και τζινοκατάσταση ήταν αδιανόητα. Πρυτάνευε ο προσωπικός σεβασμός του καθενός στην Τέχνη, κι έπειτα η σιωπηλή και εμφανής εκτίμηση στους εκπροσώπους της. Η εικόνα του καλού ντυσίματος ήταν η άμεση απόδειξη.

Στην περιρρέουσα αθλιότητα της παρεξηγημένης «απλότητας» και του «χαλαρού» αδιάφορου που κυριαρχεί στην εποχή μας, εκείνη η εύμορφη τελετουργία της προσεγμένης εμφάνισης σε θεατρική έξοδο, σήμερα έχει κονιορτοποιηθεί σε έσχατο, έως γελοίο βαθμό. Μόνο κάτι ηλικιωμένοι κρατούν την παλιά εικόνα και βλέπεις τους ασπρομάλληδες κυρίους καλοντυμένους και τις κυρίες τους σαν εξόριστες αριστοκράτισσες να κοσμούν με τις παρουσίες τους, παράταιρα, τις αίθουσες και τα φουαγιέ των θεάτρων.   

Στις πρεμιέρες που παρευρέθηκα τα τελευταία χρόνια, λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων, το θέαμα είναι θλιβερό μέχρι παρεξηγήσεως. Οι θεατές, οι τριαντάρηδες και άνω σε ηλικία ως επί το πλείστον, προσέρχονται στους οίκους των Μουσών ενδεδυμένοι από τα πινέλα της λετσαρίας, με αθλητικά υποδήματα, αξύριστοι, απεριποίητοι, τρύπια τζιν, ταγάρια, τσαλακωμένα και ασιδέρωτα ρούχα, σταμπωτά μακό και εκδρομικούς σάκους στους ώμους, ενώ τα θήλεα είναι για φωτογραφία ώστε να τοποθετηθούν στην εγκυκλοπαίδεια στα λήμματα της «μιζέριας», της «κακογουστιάς» και της «απαξίωσης» των μορφών τους.

Το ευτράπελο της υπόθεσης είναι, ότι οι περιώνυμοι πρωταγωνιστές και οι συντελεστές των έργων είναι ακόμα πιο θλιβεροί και άθλιοι από τους θεατές, εξόν κάποιων ελάχιστων σικ περιπτώσεων, να εμφανίζονται με το πέρας των παραστάσεων φόρα παρτίδα στους προσκεκλημένους τους με ενδυματολογικές προτάσεις σαν να έχουν σχολάσει, ας πούμε, από οικοδομικές εργασίες ή από πολύωρη, επίπονη μετακόμιση, άντε σε μια πιο free απόδοση με ντύσιμο στιλ πικ νικ στον Υμηττό την Καθαρή Δευτέρα για να πετάξουν τον αετό.

Στην ενδεδειγμένη απώλεια στήριξης της ανθρώπινης οντότητας δεν καταφέραμε να προφυλάξουμε μερικούς, σημαντικούς, απλούς κόμβους της εσωτερικής ευπρέπειας και του ευ ζην. Όλα μπήκαν στον αλευρόμυλο άνευ των ακμών που έκαναν την διαφορά. Και επειδή η συμπεριφορά αναπαράγει συμπεριφορά, όπως αναφέρει ένας από τρεις βασικούς κανόνες του μάρκετινγκ, από την στιγμή που οι ίδιοι οι μαικήνες και οι εκπρόσωποι της όποιας Τέχνης δεν την σέβονται, γιατί να την σεβαστεί και να εκτιμήσει τον καλλιτεχνικό μόχθο, το όνειρο του δρώμενου επί σκηνής ο άμεσος αποδέκτης, δηλαδή ο θεατής; Το «εισιτηριάκι» της ψυχαγωγίας, να γνωρίζετε, ότι διαθέτει ειδικό βάρος και υπολογίσιμο εκτόπισμα, όσο ακριβό ή φθηνό ενδέχεται να είναι, που καθρεφτίζει τόσο τον εσωτερικό, πνευματικό, όσο και τον υλικό πολιτισμό μας. Ζωντανή, παλλόμενη θλίψη!                     

«Aquaman»

 

  • Είδος: Φαντασία, Δράση, Περιπέτεια, Comic DC (και σε 3D)
  • Παραγωγή: Αυστραλία – ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζέιμς Γουάν
  • Με τους: Τζέισον Μομόα, Άμπερ Χερντ, Γουίλιαμ Νταφό, Πάτρικ Γουίλσον, Ντολφ Λούντγκρεν, Γιάια Αμπντούλ Ματίν ΙΙ, Νικόλ Κίντμαν, Λούντι Λιν, Τεμουέρα Μόρισον
  • Διάρκεια: 143’
  • Διανομή: Tanweer

Θα μείνω στο θέαμα του συγκεκριμένου genre ταινιών και να γράψω, πως ναι, είναι άριστο και επικών διαστάσεων εν όψει των άψογων ψηφιακών εφέ και του καλού καστ που χρησιμοποιείται σε παρόμοιες παραγωγές για να τονωθεί το εγχείρημα. Η σειρά της DC, τώρα έχει τον λόγο, δηλαδή πιο συναισθηματικό, πιο ονειρικό και θρυλικό, από τους υπερόπτες και αλάνια ήρωες της Marvel.

Ως χάρτινος αμφίβιος Τιτάνας ο Aquaman είναι παμπάλαιος. Ζωγραφίστηκε πρώτη φορά το 1941 από τον Πολ Νόρις και τον Μορτ Γουάισινγκερ και ενώ μπήκε στην οικογένεια της DC, δεν ήταν από τις εμβληματικές περσόνες. Σοβαρή και έντονη comic δράση ανέλαβε ως ο δίκαιος βασιλιάς της Ατλαντίδας στην δεκαετία του ’90.

Η ταινία; Υπερθέαμα και αυτό περιμένεις άλλωστε να δεις, με υπερήρωες, υπερκακούς και υπερηρωίδες και ενσταλάξεις αρχαίας, ελληνικής μυθιστορίας μέιντ ιν Χόλιγουντ. Φτιαγμένο, μάλιστα, από έναν δοκιμασμένο σκηνοθέτη και παραγωγό του φανταστικού σινεμά και της δράσης, του γνωστού πια Μαλαισιανού Τζέιμς Γουάν («Saw», «Το Κάλεσμα», «Μαχητές των Δρόμων 7»). Στον ρόλο του Aquaman, ο θηριώδης, συμπαθής Χαβανέζος Τζέισον Μομόα, πιο απλά, ο Καλ Ντρόγκο του «Game of Thrones», για να καταλαβαινόμαστε.     

Η Τιτανίδα Ατλάντα (Νικόλ Κίντμαν) ξεβράζεται στις βραχώδεις ακτές ενός φάρου στην δεκαετία του ’80, δραπέτης από το υποθαλάσσιο βασίλειο της για να μην παντρευτεί έναν πρίγκιπα, που δεν τον θέλει. Την βρίσκει τραυματισμένη ο φαροφύλακας Τομ και την φροντίζει, ενώ η Ατλάντα παραμένει κρυμμένη από τους δικούς της. Φαροφύλακας και βασίλισσα των βυθών ερωτεύονται και φέρνουν στον κόσμο των ανθρώπων τον Άρθουρ (Τζέισον Μομόα – καλός), ο οποίος είναι μισός άνθρωπος και μισός αμφίβιος Τιτάνας, όπου το ίδιο άνετα ζει και αναπνέει στα ανεξερεύνητα βάθη των ωκεανών όπως και στην ξηρά, διαθέτοντας, φυσικά, θεϊκές δυνάμεις.

Κάποια στιγμή ανακαλύπτουν την Ατλάντα και για να σώσει τον αγαπημένο της φαροφύλακα και γιό αναγκάζεται να επιστρέψει στην Ατλαντίδα για να ακολουθήσει την μοίρα της. Ο Άρθουρ μεγαλώνει, μαθαίνει να ζει ανάμεσα στους δυο κόσμους, βοηθώντας τους ανίσχυρους με τις δυνάμεις του. Σώζει πληρώματα πυρηνικών, ρώσικων υποβρύχιων από πειρατές (τα αμερικάνικα υποβρύχια είναι ισχυρά από μόνα τους και δεν έχουν ανάγκη τον κάθε Aquaman), γίνεται ο θρύλος των θαλασσών και ξαφνικά πρέπει να αντιμετωπίσει την δική του μοίρα, που τον φέρνει να διεκδικήσει τον θρόνο της Ατλαντίδας από τον ετεροθαλή, φιλόδοξο αδελφό του, τον βασιλιά Ορμ (Πάτρικ Γουίλσον – καλός).

Α, ο sensei, η μορφή που δίδαξε τα μυστικά των Τιτανό-τεχνών, αλλά και των επτά θαλασσών στον Aquaman είναι ο Βάλκο (Γουίλεμ Ντοφό – καλός). Α, υπάρχει και αμόρε στο πρόσωπο της κοκκινομάλλας πριγκίπισσας με τσαγανό, της Μέρα (Άμπερ Χερντ – καλή). Α, παίζει και ο Ντολφ Λούντγκρεν…       

Ο ευφυής και νοικοκύρης σκηνοθέτης Τζέιμς Γουάν παντρεύει προσεκτικά και σε καλές δόσεις αρκετά νέα και παλαιότερα στοιχεία του είδους στην ταινία, γεφυρώνοντας το ήδη γνωστό με την απέναντι πλευρά του προχωρημένου, κάτι σαν υβρίδιο επικής ταινίας και video game. Στοιχίζει σωστά το χιούμορ, το συναίσθημα, το δράμα και την δράση με πιο art σκηνοθετικό βλέμμα, ειδικά το ανθρωποκυνηγητό στις κεραμοσκεπές ενός Ιταλικού παραθαλάσσιου χωριού είναι καταπληκτικό! (bella Italia!).

Ελληνική και αγγλοσαξωνική ιστορία (Άτλαντες και Άρθουρ) σμίγουν χολιγουντιανά στο επικό σενάριο της ταινίας. Ενδιαφέρουσα και η μουσική, ενώ δημιουργήθηκαν 2.500 κομμάτια ρουχισμού για τα κοστούμια των Ατλάντειων.  Η εμφάνιση τους είναι επηρεασμένη από τα κοράλλια, τα ψάρια και τα φύκια που βρίσκονται στον περιβάλλοντα χώρο αυτού του μυθικού βασιλείου.

Τα δε τατουάζ του Άρθουρ είναι εμπνευσμένα από αυτά που είχε ήδη ο ηθοποιός Τζέισον Μομόα. Χρειάστηκε να τα ζωγραφίσουν πάνω του περισσότερες από 100 φορές κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

«Ο Δικός της Πόλεμος»

(A Private War)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μάθιου Χάινεμαν
  • Με τους: Ρόζαμουντ Πάικ, Τζέιμι Ντόρναν, Στάνλεϊ Τούτσι, Ζερεμί Λαέρτ, Τομ Χολάντερ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

Η ταινία είναι βασισμένη στο άρθρο της δημοσιογράφου του Vanity Fair Magazine, Μαρία Μπρένερ και αφορά την δράση της γνωστής βετεράνου δημοσιογράφου και ανταποκρίτριας των πολεμικών θεάτρων της Γης, της Μαρί Κόλβιν, που σκοτώθηκε σε ηλικία 56 χρόνων, στις 22 Φεβρουαρίου 2011 στην πόλη Χομς της Συρίας, εν ώρα καθήκοντος, μαζί με τον βραβευμένο, Γάλλο φωτογράφο Ρεμί Οσλίκ.

Η Αγγλίδα Ρόζαμουντ Πάικ είναι εξαιρετική στον ρόλο της δημοσιογράφου με το προσοφθάλμιο, κρατώντας προς το παρών μια υποψηφιότητα Χρυσής Σφαίρας για την ερμηνεία της, που  πραγματικά αξίζει. Ακόμα όμως μια υποψηφιότητα Χρυσής Σφαίρας στην κατηγορία του τραγουδιού χρεώνεται η ταινία για την αισθαντική  Άνι Λένοξ, που ερμηνεύει σπαραξικάρδια το «Requiem for A Private War» στο φινάλε. Σκηνοθετικό ντεμπούτο στις ταινίες μεγάλου μήκους για τον βραβευμένο, 35χρονο, Αμερικανό, ντοκιμαντερίστα  Μάθιου Χάινεμαν, που πραγματικά ξέρει τι σημαίνει κινηματογραφικό πλάνο σε εμπόλεμη ζώνη.

Φυσικά και δεν χρήζει ερωτήματος και απορίας. Αν και εστιάζει στην προσωπικότητα της Κόλβιν ο σκηνοθέτης, όλη η ατμόσφαιρα και το περιβάλλον της ταινίας είναι φιλοδυτικό -φιλοαμερικανικό, επιπόλαια επιδερμικό, βαθιά υποκριτικό στο θέμα ανθρωπισμού, απουσία αντικειμενικότητας, όπου κάθε «τριτοκοσμικός ηγέτης με πετρέλαια στην γη του είναι εν δυνάμει απειλή και κίνδυνος της «παγκόσμιας ειρήνης». Βλέπε: Σαντάμ, Καντάφι, Άσαντ. Ο τελευταίος την γλύτωσε κάπως από τα νύχια των αρπακτικών λόγω επέμβασης της άρκτου, αλλιώς θα πήγαινε κι αυτός καλλιά του, όπως και οι προηγούμενοι, κάποια κελαϊδιστή «Άνοιξη» σαν κι αυτές που στήσανε στα επιχειρησιακά θέατρα του αραβικού κόσμου, αλλάζοντας σε μία νύχτα τα στησίματα και τους πατρώνους στην διεθνή σκακιέρα.

Η άμοιρη δημοσιογράφος, όπως τόσοι άλλοι πολεμικοί ανταποκριτές, έχασε την ζωή της καταγράφοντας τις θηριωδίες όχι των Δυτικών, αλλά των «άγριων», «βάρβαρων» και «άξεστων» μαυριδερών, γενειοφόρων μακελάρηδων. Όσο για την Συρία και την δημοσιογραφική της κάλυψη στην πολύπαθη συριακή πόλη Χομς που στοίχισε την ζωή της, ε, με το μέρος των υποτιθέμενων «ανταρτών», πάντα, κάλυπτε τα ρεπορτάζ της.              

Η Μαρί Κόλβιν (Ρόζαμουντ Πάικ – πολύ καλή) είναι μία από τις πιο αναγνωρισμένες πολεμικές ανταποκρίτριες της εποχής μας, εργάζεται στην Αγγλική εφημερίδα  Sunday Times. Το επαναστατικό και ατρόμητο πνεύμα της την τοποθετεί πάντα στην πρώτη γραμμή της μάχης αφού στόχος της είναι να δίνει φωνή στους αδύναμους, θυσιάζοντας ακόμα και την προσωπική της ζωή.

Χάνει το αριστερό της μάτι το 2001, παρούσα στα αιματηρά γεγονότα των Ταμίλ στην Σρι Λάνκα. Πέφτει στο αλκοόλ, γεμίζει εφιάλτες, παντρεύεται χωρίζει, ξαναπαντρεύεται, εισάγεται σε κέντρο αποκατάστασης, αλλά ως εθισμένη με τον κίνδυνο συνεχίζει τις επικίνδυνες αποστολές –ανταποκρίσεις πέρα από εκεί που υπάρχουν τα όρια ασφαλείας.

Η αποστολή της είναι να αναδεικνύει με κάθε κόστος την πραγματική φρίκη του πολέμου (μονόπαντα, βέβαια) μαζί με τον διάσημο φωτογράφο Πολ Κονρόι (Τζέιμι Ντόρναν – καλός), ο οποίος σκοτώνεται στην Συρία. Τέλος, στην πιο καυτή ζώνη του σύγχρονου πολέμου, στην πολιορκούμενη πόλη Χομς επί συριακού εδάφους και στο πλευρό των αντικαθεστωτικών ενημερώνει την παγκόσμια κοινή γνώμη, ότι ο Άσαντ δολοφονεί στυγερά άμαχο, αστικό πληθυσμό.

Η ζωντανή μετάδοση μέσω δορυφορικού τηλεφώνου σε τέσσερα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα της Δύσης: στο BBC , στο Channel 4, στο CNN και το ITN News έμελε να είναι και η τελευταίας της, καθώς αμέσως μετά σκοτώθηκε από βόμβα, που είχε στόχο την ίδια και το συνεργείο. Μαζί με την Κόλβιν σκοτώνεται και ο Γάλλος φωτογράφος Ρεμί Οσλίκ (Ζερεμί Λαέρτ – καλός).  

«Ρόμα»

(Roma)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Μεξικό (2018)
  • Σκηνοθεσία : Αλφόνσο Κουαρόν
  • Με τους: Γιαλίτζα Απαρίθιο, Μαρίνα ντε Ταβίρα
  • Διάρκεια: 135’
  • Διανομή: Netflix
  • Διακρίσεις: Χρυσός Λέοντας στο φεστιβάλ της Βενετίας

Οι τίτλοι έναρξης πέφτουν πάνω σε σαπουνόνερο ριγμένο σε πλάκες αυλής. Σκούπισμα, ξανά σαπουνόνερο, καθρέφτισμα στο νερό ο ουρανός με ένα αεροπλάνο να διαπερνά τον χώρο, ξανά σαπουνόνερο, σκούπα, τίτλοι, καθάρισμα και ξανά σαπουνόνερο, άνευ μουσικής, παρά μόνο ο ήχος του χόρτινου σούρσιμου της σκούπας στο μάρμαρο και στο νερό. Άκρως εμπνευσμένο θα έλεγα στο περίτεχνο, ασπρόμαυρο πλάνο του Κουαρόν.

Εν ολίγοις μια μεξικάνικη σαπουνόπερα με artistic ματιά η νέα ταινία του, που χρηματοδοτήθηκε από την τηλεοπτική πλατφόρμα Netflix, βραβεύτηκε στην Βενετία (απαγορευτικό για το είδος εφόσον είναι για τηλεόραση). Ο άνθρωπος το λέει ξεκάθαρα: Σαπουνόπερα με άποψη….

Αρχής γενομένης με τον Χρυσό Λέοντα στο φεστιβάλ της Βενετίας, απ΄ όπου περνάει η ταινία καταχειροκροτείται και γεμίζει βραβεία. Τρεις υποψηφιότητες Χρυσής Σφαίρας (Ξένης Ταινίας, Σεναρίου, Σκηνοθεσία). Το σενάριο όμως που το είδαν; Καλή δουλειά της Netflix. Ο προπομπός των συμφορών για τις κινηματογραφικές αίθουσες.

Τίποτα δεν συμβαίνει σε αυτή την ταινία. Σκηνές καθημερινότητας, απλές, ανθρώπινες στην δεκαετία του εβδομήντα στο Μεξικό με πρωταγωνίστρια μια μη ηθοποιό, που υποδύεται την εσωτερική υπηρέτρια σε αστικό σπίτι γιατρού με σύζυγο και τέσσερα τέκνα.

Δεν έχω να σας αφηγηθώ μια ιστορία με αρχή μέση τέλος. Στιγμιότυπα και πάλι στιγμιότυπα και ξανά στιγμιότυπα άνευ σεναριακής δομής και συνέχειας με εξαιρετική φωτογραφία, επιμελημένη από τον ίδιο τον Μεξικανό σκηνοθέτη. Τα κακά ενός σκύλου, που βρωμίζουν τη είσοδο, το στρώσιμο και η λάτρα του σπιτιού, το φλερτ της σεμνής υπηρέτριας Κλεό, που είναι και η βασική φιγούρα των short cuts της ταινίας, η εγκυμοσύνης της από τον φευγάτο εραστή που οι πολεμικές τέχνες τον έσωσαν από την πρέζα και τα εγκλήματα, το πάρτι μιας πρωτοχρονιάς που άρπαξε φωτιά το δάσος (σουρεαλιστική, μπουρζουά απόδοση από τον Κουαρόν), ένα παρ΄  ολίγον ατύχημα σε μια παραλία, δεκαεπτά διαφορετικά πλάνα για να παρκάρει το αυτοκίνητο στο γκαράζ, τα παιχνίδια των τέκνων και τα συζυγικά προβλήματα, τα γνωστά αδιέξοδα ανάμεσα στον γιατρό Αντόνιο και την γυναίκα του Σοφία κι αλλά καθημερινά για να περνάει η ώρα.

Όλα τα παραπάνω, ο Κουαρόν τα βάζει σαν τουβλάκια στα γεγονότα του Μεξικού της δεκαετίας του ’70, χρονικής διάρκειας ενός χρόνου, γεγονότα όπως ένας σεισμός εκείνη την εποχή, το Μουντιάλ, την εξέγερση των φοιτητών. Σταθερά ως μεγάλη, δική του ταινία «Τα παιδιά των Ανθρώπων» (2006), μετά το μέτριο, οσκαροβραβευμένο «Gravity», ο Μεξικανός έχασε τελείως το βαρυτικό πεδίο στο τι σημαίνει σινεμά και το ΄ριξε στο χόμπι της καλλιτεχνικής φωτογραφίας στα 56 του χρόνια, φιλώντας την ναρκωμένη πριγκίπισσα του Γκοντάρ στο κούτελο, βάζοντας ταυτόχρονα το ένα χέρι του στην τσέπη του Φελίνι και το άλλο στου Βισκόντι. Η συγκομιδή από τις λόπες, απλά… σαπουνόνερα!

«Γυναίκες Που Περάσατε Από Δω»

(Knock)

 

  • Είδος: Δραμεντί
  • Παραγωγή: Ελλάδα (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σταύρου Τσιώλη
  • Με τους: Κωνσταντίνος Τζούμας, Ερρίκος Λίτσης, Ελένη Ουζουνίδου, Κωνσταντία Τάκαλου, Ελλη Τρίγγου, Ρόζα Προδρόμου, Μιχάλης Σαράντης, Γιώργος Μελισσάρης, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Σταμάτης Τζελέπης, Νίκος Σεβαστόπουλος, Τάκης Χρυσικάκος, Αινείας Τσαμάτης
  • Διάρκεια: 79’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Παρωχημένη ελληνική ταινία άλλων δεκαετιών θανάσιμα τοποθετημένη στο σεναριακό «κόλλημα» του Σταύρου Τσιώλη των: «Παρακαλώ Γυναίκες Μη Κλαίτε» (1992) και «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες» (1998).

Ο Κώστας Τζούμας και ο Ερρίκος Λίτσης έξω από τα νερά τους, εκτός τόπου και χρόνου εντελώς, σε μια ακατάσχετη χαζοφιλοσοφία και υποτιθέμενου σουρεαλιστικού χιούμορ, που κλαίς γοερά από στεναχώρια και θλίψη για ό,τι που βλέπεις. Δυστυχία! 

 

Δύο άνδρες αναλαμβάνουν μια παράξενη υποχρέωση: να φυλάξουν τσίλιες έξω από ένα παλιό σπίτι Αθηναϊκής συνοικίας, στο οποίο γίνονται παράνομες εργασίες ώστε να προστεθεί ένα δωμάτιο. Μπροστά από τους δυο στωικούς ήρωες, θα περάσουν διαφορετικές προσωπικότητες, που κοντοστέκονται και κουβαλάνε μαζί τους αφηγήσεις.

Ίσως να περάσουν πολεοδόμοι από μπροστά τους που παριστάνουν τους αθώους διαβάτες για να συλλάβουν τους παρανομούντες. Ίσως να περάσουν φαντάσματα γυναικών που άφησαν πληγές και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις. Ίσως περάσουν θραύσματα μιας αληθινής ζωής με τη μορφή ονείρου. Το πεπρωμένο των ηρώων που λιάζονται στις καρέκλες τους έχει τα δικά του σχέδια, ενώ ταυτόχρονα η πολεοδομία καραδοκεί.

Προβάλλονται επίσης:

Το comic animation  «SpiderMan: Μέσα στο Αραχνο-Σύμπαν» (Feelgood Entertainment)

Το δραματικό animation « O Ασπροδόντης» του Αλεξάντρ Εσπιγκάρες (Odeon)