fbpx

«Μια «Ορφανή» Μακαρονάδα για τις Γιορτές», της Νότας Διαμαντοπούλου

 

 

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Βαθύτατα εγωκεντρικό άτομο ως είμαι, θα βγάλω τον καλικάντζαρο από μέσα μου και θα τον αφήσω να χοροπηδήσει πάνω στον επίλογο των γιορτινών ημερών που πέρασαν, ευτυχώς και φέτος. Τώρα που σιγά-σιγά σβήνουν τα υπέρλαμπρα λαμπιόνια των δέντρων, των μπαλκονιών, των βιτρινών και γυρίζουμε στην αληθινή ζωή, θα ξομολογηθώ γιατί σιχαίνομαι όλο αυτό το πανηγύρι της άγιας, οικογενειακής κατανάλωσης-ανάλωσης των ενοχών μας.

Για αρχή θα πω, πως αυτές οι ραδιούργες γιορτές πέφτουν χειμώνα, μια εποχή που αγαπώ να μισώ. Στα ΝικολοΒάρβαρα, όπως τα λένε στο χωριό μου, η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει κι αυτό μόνο χαρά θα μου έφερνε αν το γιόρταζαν με το φως του νεογέννητου και την απουσία του Απόλλωνα στους Υπερβόρειους, χωρίς το φετίχ της βιτρίνας και της επίπλαστης μικροαστικής ευτυχίας, που προσποιήθηκα κι εγώ μέχρι το 2013.

Μέχρι τότε, ήμουν ορφανή μόνο μητρός κι αυτές τις κρύες μέρες που ξέβραζε το γιορτινό κλίμα, έπρεπε να τις ρετουσάρουμε για τον πατέρα με οικογενειακά τραπέζια, λίγη μνήμη, ζορίζοντας τη λήθη στο περιθώριο.

Τώρα πια, ως παρατηρητής, απολαμβάνω να κανιβαλίζω, αυτούς που για να υποδεχτούν την έλευση του μωρού και του νέου έτους, απολυμαίνουν τα σπίτια τους, τινάζουν χαλιά, αποστειρώνουν τουαλέτες, φέρνουν παραδουλεύτρες να απομακρύνουν ακόμα και μια τρίχα απ το κεφάλι του παιδιού τους που κοιμάται εν αχρηστία στο πάτωμα του γλυμένου διαμερίσματος τους.

Γίνονται η χαρά του χασάπη, που τον βλέπουν χαρούμενοι να τεμαχίζει, τα σφαγμένα ζωντανά και τον ικετεύουν να βγάλει τα λοιπά λιπάκια της άγιας χοληστερόλης τους.

Γεμίζουν το σπίτι νεκρά λουλούδια, που τα ψεκάζουν με ακριβά αρώματα, για να επαληθεύσουν την τύχη, την εισαγόμενη από Άγγλους, Γάλλους , Πορτογάλους.

Στο κομμωτήριο της γειτονιάς παίρνουν φωτιά τα πιστολάκια γιατί η καούκα δεν μπορεί να φριζάρει, άγια μέρα, άγια νύχτα.

Τα πολυκαταστήματα πακετάρουν δώρα, μικρά μεγάλα και οι πωλήτριες υπομένουν όρθιες την αθανασία του κιρσού.

Δεν θέλω να γίνω ένα ακόμα μέρος του «ημερολογίου πένθους» του χρόνου. Άλλωστε για μένα ο χρόνος θα είναι πάντα σχετικός. Τη στιγμή που βάζω την τελεία που βλέπεται είναι ήδη παρελθόν. Προσπαθώντας να αλλάξω παράγραφο, είναι μέλλον. Που πήγε το παρόν;

Γι αυτό θα κάτσω σπίτι, θ αράξω σπίτι κι άμα πεινάσω τηγανίζω κανα αβγό. Δεν μπόρεσα την υπερβολή της τοξικής μάσας, των γλυκών, των πιομάτων και των χωνευτικών.

Μια «ορφανή» μακαρονάδα με λίγους φίλους γύρω με χορταίνει. Με χορταίνει το ασήμαντο των ημερών. Με χορταίνει η ζωή, οι άνθρωποι που με αποδέχονται έτσι, η αδερφή μου που ξέρει το άσβεστο μίσος γι αυτές τις μέρες και για χρόνια πολλά πήρε τηλέφωνο έτσι, στο πουθενά. Ο σύντροφος που ανέχεται και συγχωρεί την παραξενιά και τη μουντρουχιά.

Το μότο των ημερών, είναι ο Αντόνιο Γκράμσι και το «γιατί μισώ την πρωτοχρονιά»: «Θέλω κάθε πρωινό να ναι για μένα και μια πρωτοχρονιά……. Τις πτώσεις μου εγώ τις επιλέγω, όταν αισθάνομαι μεθυσμένος από έντονη ζωή και θέλω να κάνω μια βουτιά στη ζωικότητα  για να αντλήσω από κει καινούρια δύναμη»

 

Και εις άλλα με υγεία.