fbpx

banner αεροδρομίου

«Μια καρδερίνα ταξιδεύει στο διάστημα με στολή, αλλά δίχως οξυγόνο», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 4

Ο «κρισιανός» άνθρωπος είναι το ολοκαίνουργιο μοντέλο του εργοστασίου παραγωγής. Τα χαρακτηριστικά και τα κοινωνικά ιδιώματα του διαμορφώνονται ταχύτητα στην εποχή του ζόφου, ενώ αποκαλύπτεται άνευ δυσκολιών το βαθύ κράτος της εγωπαθούς μικροψυχίας, που μόνο την φιγούρα του εαυτού μας διακρίνουμε στο ευρύ πλάνο του μεγάλου Κόσμου. Το αστείο της υπόθεσης είναι, πως ένα σοβαρό, σε αριθμό, ποσοστό ανθρώπων γνωρίζει ότι ο γιαλός δεν είναι στραβός αλλά εμείς στραβά αρμενίζουμε και η διαγωγή του πλοίου μας, λίαν επιεικώς, είναι άθλια, αλλά ουδείς πτοείται.

«Survivor»! Το νέο αλάνθαστο εργαλείο κοινωνικοποίησης σε πλήρη εξέλιξη, όπως άλλωστε καταδεικνύει, συνεχώς, σε ταχύρρυθμη εκπαίδευση ο γνωστός διαμορφωτής και έγκριτος, στρατάρχης συνειδήσεων, Τιβίς.

Αναζητάμε το δόλιο «μέσον», για να βολευτούμε όπως όπως. Ψάχνουμε εναγωνίως τον ανήλιαγο, ρυπαρό φωταγωγό της παμπάλαιας πολυκατοικίας για να κρυφτούμε, δήθεν, να εξαφανιστούμε από το πρόβλημα. Όσο εμείς την «κάνουμε» αθόρυβα, σαν λωποδύτες, από το πεδίο του συμβάντος, ένεκα φόβου, δειλίας ή απάθειας το πρόβλημα παραμένει στον τόπο του, παίζει μόνο του, γιγαντώνεται, δυναμώνει και με υπομονή περιμένει να επανακάμψουμε. Και κάποια στιγμή επιστρέφουμε, είτε εμείς οι ίδιοι, είτε οι απόγονοι μας. Πάντως επιστρέφουμε, αλλά και πάλι «Survivor».  

Κινηματογραφικό σκηνικό πρώτο, κρισιανής περιόδου πριν δυο ημέρες στο μετρό, απογευματινοβραδινή ώρα κατόπιν εξαντλητικής εργασίας. Δυο, περιποιημένες, ηλικιωμένες κυρίες στα ζευγαρωμένα καθίσματα απέναντι μου συζητούν για κάποια γνωστή τους, που κατάφερε να «χώσει» με τα πολλά τον ανεπρόκοπο γιό της σε μια υπηρεσία του Δημοσίου με την προηγούμενη κυβέρνηση. Το «παιδί», τώρα, παίρνει έναν μισθό όχι σπουδαίο, αλλά βρίσκεται ασφαλής κάτω από την προστατευτική, κρατική ομπρέλα και έχει, διάολε, μερικά γρόσια στην τσέπη του.

«Μπράβο στην Γιώτα!», αναφώνησε με χωλό θαυμασμό η μια εκ των δυο κυριών, κοιτώντας στιγμιαία την οροφή του βαγονιού, σκεφτόμενη πονηρά στο κρισιανό, «Survivor» μυαλό της: «γαμώτο τα κατάφερε η κοντή!» Μάλλον κοντή εικάζω πως θα είναι η κυρία Γιώτα. Οι βραχύσωμες γυναίκες, ιστορικά, καταφέρνουν τα μέγιστα.

Δεν έμεινε όμως εκεί και συνέχισε, ενώ άρχισε να αδειάζει απροκάλυπτα τα φαρμακερά φίλτρα της Μήδειας στην τοποθέτηση της: «Το ίδιο θα έκανα και ΄γω. Ποιος τα βγάζει πέρα σήμερα με μισή σύνταξη και ένα ενοίκιο από γκαρσονιέρα. Τα γράμματα δεν τα ‘παιρνε ο μπουνταλάς της. Το Δημόσιο είναι μια χαρά. Ξεμπέρδεψε η άμοιρη. Συνεχώς έδινε στον έναν, έδινε στην άλλη και τελειωμό δεν είχε. Και ο άντρας στο σπίτι άφαντος. Ηρωίδα η Γιώτα! Άφραγκος, άνεργος, σπιτωμένος με γκόμενα ο λεγάμενος την άφησε με δυο παιδιά να παλεύει με τα θηρία. Από τον έναν ησύχασε, τουλάχιστον. Η κόρη της, τι κάνει; Κι αυτή με τα γράμματα και τα σχολεία δεν είχε καλές σχέσεις, αλλά δεν την φοβάμαι. Είναι λεπτούλα με ωραίο σωματάκι, με ματάκια όμορφα, μυτούλα μια χαρά, σκέτη γαλλιδούλα είναι. Θα τα καταφέρει. Θα τον βρει τον δρόμο της».

Εσείς τι καταλάβατε από αυτή την απάντηση της εβδομήντα φεύγα κυρίας προς την ετέρα εβδομήντα φεύγα κυρία, εκτός του ό,τι πέρασε σαν οδοστρωτήρας πάνω από μια ολόκληρη οικογένεια; Η απλή και γραμμένη στο γόνυ εκτίμηση από την ελληνική, κρισιανή εποχή μαρτυράει, πως: Τέκνο αρσενικό που δεν παίρνει τα γράμματα και είναι ρέμπελος εκ πεποιθήσεως, διαιωνίζουμε το γνωστό σπορ των ασπασμών σε κατουρημένες ποδιές πολιτικών «μέσων», που τα ψηφίσαμε προφανώς, για να «παστώσουμε» τον οκνηρό μας σπόρο στο Δημόσιο και να πληρώνουμε τον μπουνταλά της μέχρι να αποθάνουμε. Παλαιόθεν καλή τακτική, επιτυχημένη συνήθως με εξασφαλισμένο το αποτέλεσμα, ανάλογα της καπατσοσύνης και της επιμονής του ψηφοφόρου. Εξ’ ου και η άνωθεν βεβαιότητα μου για το μέγεθος του γυναικείου δέματος της κυρίας Γιώτας.  

Τέκνο θηλυκό, χαριτόβρυτο, ευπαρουσίαστο, ευθυτενές με φράγκικα χαρακτηριστικά (από που και ως που οι Φράγκοι όμορφοι, μόνο η κυρία το γνωρίζει), αλλά σκράπας από μόρφωση δεν το «φοβόμαστε καθόλου», διότι και οι βίζιτες είναι μια εργασία μέχρι να βρεθεί ο, κάπως, εύρωστος μουστερής για να λιποθυμήσει με την γαλλική μύτη της νεαράς και να την κάνει δική του με όρκους αιώνιας αγάπης. Και αυτή παλαιά τακτική είναι, αλλά στο παρελθόν τέτοιου είδους «ευαίσθητα» θέματα οργανωνόντουσαν επιχειρησιακά με νου και γνώση από τις μανάδες των θυγατέρων εν κρυπτώ, στο αθέατο για μην γινόμασταν και ρεντίκολο στην γειτονιά, στην κοινωνία.

Σήμερα, πάνω στο κρισιανό ικρίωμα της καρατόμησης των αξιών, δεν φοβόμαστε, δεν ντρεπόμαστε διόλου ως άνθρωποι, δεν ερυθριούμε ως σύντροφοι συντρόφου στην ζωή, δεν μολύνεται η συνείδησή μας ως γονείς, καθότι η επιβίωση του κρισιανού ανθρώπου, με όποιον τρόπο, είναι μείζονος σημασίας και όλα βγαίνουν φόρα παρτίδα, ξεκάθαρα και άκριτα σε μια εγωπαθή εξουσία με σαφή αφετηρία και δίχως τέλος. Αντί να διορθώνουμε, επιδεινώνουμε την νοσηρότητα. Είπαμε: «Survivor»!

Αξιολόγηση Ταινιών

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

«Ad Astra»

 

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζέιμς Γκρέι
  • Με τους: Μπραντ Πιτ, Τόμι Λι Τζόουνς, Ρουθ Νέγκα, Λιβ Τάιλερ, Ντόναλντ Σάδερλαντ
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Odeon

Στο εγγύς μέλλον θανατηφόρα περιστατικά συμβαίνουν στη Γη, καθώς συχνότατα ξεσπούν πυρκαγιές και συντρίβονται αεροπλάνα εξαιτίας βραχυκυκλωμάτων στο δίκτυο, που με τη σειρά τους προκαλούνται από ραδιενεργά ρεύματα. Το επιστημονικό κονκλάβιο των Η.Π.Α., που είναι μια εταιρεία κολοσσός, πιστεύει πως οφείλονται σε κοσμικές ακτίνες, προκαλούμενες έπειτα από έκρηξη κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, υπό την ονομασία «Σχέδιο Λίμα». Η εν λόγω αποστολή έλαβε χώρα κοντά στον Κρόνο πριν από αρκετά χρόνια και τα μέλη του πληρώματος χάθηκαν στο διάστημα.

 Ο αστροναύτης Ρόι ΜακΜπράιντ (Μπραντ Πιτ – καλός), σχεδιαστής της μεγαλύτερης κεραίας του διαστήματος ως προς την αναζήτηση ανώτερης μορφής ζωής (παραλίγο να του κοστίσει την ζωή), τώρα, ταξιδεύει στα πέρατα του ηλιακού συστήματος για να βρει τον χαμένο πατέρα του (Τόμι Λι Τζόουνς – καλός στην ολιγόλεπτη συμμετοχή του), αλλά και να διαλευκάνει ένα μυστήριο που απειλεί την επιβίωση του πλανήτη. Το ταξίδι του θα φέρει στην επιφάνεια μυστικά που θέτουν υπό αμφισβήτηση τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης και τη θέση μας στο σύμπαν.

Το όνομα του Νεοϋρκέζου Τζέιμς Γκρέι («Η Χαμένη Πόλη του Ζ», «Κάποτε στη Νέα Υόρκη», «Η Νύχτα μάς Ανήκει») στο σκηνοθετικό πιλοτήριο του «Ad Astra», από μόνο του προσδίδει μια προβληματική, που, σαφέστατα, έχει να κάνει με το ταινιακό του παρελθόν. Ο Γκρέϊ, σκηνοθετικά «πειραματίζεται» από το 1994 με διάφορα είδη σινεμά και σε αυτά τα 25 χρόνια της θητείας του στην 7η Τέχνη, ακόμα συμπεριφέρεται σαν φοιτητής σε εξεταστική και όχι σαν πτυχιούχος με κατασταλαγμένη άποψη και ακλόνητη θέση.

Οι συνεργασίες του, πάντα είναι ευδόκιμες, με εύστοχες επιλογές σε συνεργάτες, τόσο στο ερμηνευτικό πεδίο, χρησιμοποιώντας ηθοποιούς με ιδιαίτερα ερμηνευτικά χαρακτηριστικά (Τιμ Ροθ, Σαρλίζ Θερόν, Χοακίν Φίνιξ, Μαριόν Κοτιγιάρ, Μαρκ Γουόλμπεργκ, Γκουίνεθ Πάλτροου, Τζέρεμι Ρένερ, Τσάρλι Χάναμ), όσο και στο τεχνικό μέρος (μοντάζ, μουσική, φωτογραφία). Η κάθε του ταινία είναι αψεγάδιαστα δομημένη ως παραγωγή.

Οι προβληματικές αρχίζουν έντονα από το ειδικό βάρος και το εκτόπισμα που προσδίδει στα έργα του. Ενώ εξωτερικά είναι ένα άψογα αμπαλαρισμένο, εντυπωσιακό κουτί, το περιεχόμενο του μοιάζει σωστό αλλά είναι μια κινέζικη απομίμηση, που σε τρεις ημέρες θα σου μείνει στο χέρι. Κοινώς και απλοϊκά, ο Τζέιμς Γκρέι συνεχίζει να με κρατά ανέπαφο με τα είδη του σινεμά που καταπιάνεται. Οι προβληματικές του δεν πείθουν και οι ιστορίες του δεν με «παραμυθιάζουν».

Ο Μπραντ Πιτ, ως πρώτης γραμμής επαγγελματίας διασώζει την κατάσταση στην ταινία με το συνεχές αφαιρετικό, στωικό, φιλοσοφικό ύφος σε ταξίδι αυτογνωσίας στο κενό του αχανούς διαστήματος. Ως μικρή επιβεβαίωση στην ταπεινή μου απορία, καταφθάνει τροχάδην η απάντηση, πως μόνο ένας Ντέιβιντ Φίντσερ και ένας Κουέντιν Ταραντίνο διθέτουν, τελικώς, την ικανότητα να διαχειριστούν και να βγάλουν μπροστά τον όποιο ερμηνευτικό χείμαρρο του καλού Μπραντ.

Εάν τοποθετήσουμε στην άκρη το τεχνικό σκέλος της ταινίας, που είναι επιμελημένο, μαζί με την καταπληκτική μουσική του 53χρονου, Γερμανού συνθέτη Μαξ Ρίχτερ («Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου», «Επιστροφή στο Μοντόκ», «Miss Sloane», συνέθεσε και το υπέροχο: «On the Nature of Daylight» από την ταινία του Ντενί Βιλνέβ «Άφιξη»), το «Ad Astra», σε σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη και του Ίθαν Γκρος, είναι ένα τρελό «σκονάκι» από την «2001: Οδύσσεια του Διαστήματος» (στο φουτουριστικό διάκοσμο της ταινίας), από το «Interstellar» (στο επιστημονικό-φιλοσοφικό υπέδαφος του σεναρίου) και από το «Gravity» (στα σημεία δράσης και περιπέτειας).

Η διαστημική πυξίδα του «Ad Astra» στον φανταστικό, τον επιστημονικό, αλλά και στον φιλοσοφικό ορίζοντα του θέματος είναι εντελώς απομαγνητισμένη. Η βελόνα της γυροφέρνει ζαλιστικά μέχρι το τέλος της ταινίας δίχως αποτέλεσμα και εμείς είμαστε χαμένοι στο διάστημα!      

   «Διαφυγή» 

(Crawl)

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Σερβία, Καναδάς, 2019
  • Σκηνοθεσία: Αλεξάντερ Αζά
  • Με τους: Κάγια Σκοντελάριο, Μπάρι Πέπερ
  • Διάρκεια: 87’
  • Διανομή: Odeon

Σφοδρός τυφώνας χτυπά τη Φλόριντα και η Χέιλι (Κάγια Σκοντελάριο) αγνοεί τις εντολές εκκένωσης για να αναζητήσει τον αγνοούμενο πατέρα της (Μπάρι Πέπερ). Τελικά, τον εντοπίσει σοβαρά τραυματισμένο στο υπόγειο του πατρικού της και οι δυο τους θα παγιδευτούν από τα ορμητικά νερά που πλημμυρίζουν όλο και περισσότερο το παραποτάμιο σπίτι.

Ο χρόνος που τους απομένει για να ξεφύγουν από την ισχυρή καταιγίδα εξαντλείται. Η Χέιλι και ο πατέρας της ανακαλύπτουν, ότι η ανερχόμενη στάθμη των υδάτων έφερε στην πόλη αλιγάτορες, που, αν μη τι άλλο, είναι απίστευτα πεινασμένοι.

Ο 41χρονος, Παριζιάνος Αλεξάντρ Αζά ήταν από τους πολλά υποσχόμενους σκηνοθέτες, από τους πιονέρους, θα λέγαμε, του ακραίου, γαλλικού τρόμου, μιας νέας μορφολογίας στο σινεμά της φρίκης, που με την «Υπερένταση» του 2003 (Haute Tension) άνοιξε νέους ορίζοντες στο κινηματογραφικό είδος. Τράβηξε κατά Χόλιγουντ μεριά και το 2006 το γεμάτο ένταση και τρόμο  «Αίμα στους Λόφους» με τον Τεντ Λιβάιν και την Κάθλιν Κουίνλαν κατέδειξε, πως, πραγματικά, ο Αζά δεν ήταν ένα πυροτέχνημα γαμήλιας νύχτας. Δυστυχώς, όμως, η συνέχεια δεν ήταν τόσο ελπιδοφόρα, για το κοινό του, κατασκευάζοντας, τελικά, μέτριες ταινίες τρόμου, χαμηλώνοντας κατά πολύ τον πήχη με τα τρισδιάστατα, εξωφρενικά «Πιράνχας» τού 2010.

Η διαφορετική αίσθηση του b-movie, που είχε δημιουργήσει με το γαλλικό αεράκι στην θεματολογία του μετασχηματίστηκε σε αποπνικτική ατμόσφαιρα επαναλαμβανόμενης ερημιάς δίχως έμπνευση. Εδώ, όμως, στην παραγωγή βρίσκεται ο σκηνοθέτης Σαμ Ράιμι («Νεκρός την Αυγή», «Ένα Απλό Σχέδιο», «Darkman», «Ο Στρατός του Σκότους», «Γρήγορη και Θανάσιμη», αλλά και σκηνοθέτης των τριών πρώτων «Spiderman» με τον Τόμπι Μαγκουάιαρ), οπότε το θέμα αποκτά ενδιαφέρον.

Και έχει ενδιαφέρον η ταινία, για τους φανατικούς του είδους, που παρακολουθούν ταινίες με σαρκοφάγα θηλαστικά της γης να κατασπαράζουν ανθρώπους. Ο Αζά ναι μεν ακολουθεί το πατρόν ανάλογων ταινιών, αλλά είναι αρκετά πειθαρχημένος, πιο μυαλωμένος και η σκηνοθεσία του απελευθερώνεται αρκετά στο βιβλικό σκηνικό που έχει στήσει.

Η αγωνία παίζει στα σωστά επίπεδα, υπάρχει το απαραίτητο κλειστοφοβικό στοιχείο, το αίμα αναβλύζει άφθονο στα νερά της καταποντισμένης Φλόριντα, οι ψηφιακοί αλιγάτορες πείθουν  και ο Αζά χρησιμοποιεί έξυπνες και εύκαμπτες ιδέες κινηματογράφησης για να αυξήσει το αιματοβαμμένο της υπόθεσης, που ξεκινάει από τις μασέλες του αλιγάτορα και των λοιπών πεινασμένων υδρόβιων ερπετών.

Αν και έχουμε δει αρκετές μπιμουβιές με σαρκοφάγα κτήνη, ο βασιλέας όλων φυσικά είναι το «Jaws» του Σπίλμπεργκ και ελάχιστα πίσω του η πριγκίπισσα «Όρκα, Η Φάλαινα Δολοφόνος» του Μάικλ Άντερσον σε πιο καλλιτεχνικό ύφος. Η «Διαφυγή» του Αλεξάντρ Αζά, είναι ένα καλοστεκούμενο animal splatter, καθώς αρκετά χρόνια είχε να κάνει την εμφάνιση του στη μεγάλη οθόνη το συγκεκριμένο είδος και να διατηρεί το ενδιαφέρον του θεατή. Εάν δεν κάνω λάθος το γιγαντιαίο φίδι του Αμαζονίου «Ανακόντα» του Λούις Λιόσα ήταν η τελευταία φορά, που, τέλος πάντων, είδαμε κάτι που να αξίζει.                

«Η Καρδερίνα»

(Goldfinch)

 

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Κρόουλι
  • Με τους: Όουκς Φέγκλεϊ, Άνσελ Ελγκορτ, Νικόλ Κίντμαν, Τζέφρι Ράιτ, Λουκ Γουίλσον, Σάρα Πόλσον
  • Διάρκεια: 145’
  • Διανομή: Tanweer

Η μητέρα του 13χρονου Θίο Ντέκερ απομακρύνεται για λίγο από μακριά του σε μία από τις αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης. Δευτερόλεπτα μετά, μία βόμβα τρομοκρατικής επίθεσης εκρήγνυται, καταστρέφοντας ανεκτίμητα έργα τέχνης, σκοτώνοντας ανθρώπους, αλλά και την μητέρα του Θίο.

Τα επόμενα τρικυμιώδη χρόνια, ενώ ο Θίο ενηλικιώνεται, παραμένει αγκιστρωμένος σε ένα πολύτιμο αντικείμενο -τη μόνη απτή σύνδεση με τη μητέρα που έχασε εκείνη τη φριχτή μέρα- έναν πίνακα ανεκτίμητης αξίας, την «Καρδερίνα» του Κάρελ Φαμπρίσιους (1654), που στην αναταραχή της έκρηξης στο Μουσείο μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης, χάους και θανάτου, πήρε μαζί του το έργο.

Βασισμένο στο βραβευμένο με Πούλιτζερ ομότιτλο μυθιστόρημα της Ντόνα Ταρτ (The Goldfinch), ο Ιρλανδός σκηνοθέτης της βραβευμένης ταινίας «Brooklyn» (2015), Τζον Κρόουλι, που οδήγησε την Σίρσα Ρόναν στα Όσκαρ, «δολοφονεί» κινηματογραφικά το στρουθιόμορφο, ωδικό πτηνό, επιτόπου, εβρισκόμενο, μάλιστα, εντός του κλουβιού του.

Αρχής γενομένης να αναφέρω, ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο της Ταρτ. Το μυθιστόρημα σε μεταφορά κινηματογραφικού σεναρίου επιμελήθηκε από τον έμπειρο, θεατρικό και κινηματογραφικό συγγραφέα, Πίτερ Στρόγκαν («Κι ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι», «Ο Χιονάνθρωπος»). Πως έγινε να μοιάζει όλη η ιστορία με ευφάνταστο, μεγάλο, κόκκινο μπαλόνι γεμάτο Ήλιον, που ξέφυγε από τα χέρια μικρού παιδιού να ταξιδεύει με προορισμό το άγνωστο στην γήινη ατμόσφαιρα, είναι ένα μεγάλο, άλυτο μυστήριο.

Χαοτικό, ρηχό και άκρως προβληματικό το σενάριο, που καμιά τεχνική, της γραμμικής ή της ελικοειδούς κινηματογραφικής γραφής, δεν χαρακτηρίζει την κατεύθυνση του, με αποτέλεσμα τα εξοντωτικά 145 λεπτά της δραματικής πορείας προς την ενηλικίωση του έξυπνου, ορφανού μικρού και κατόπιν νέου Θίο, να μετασχηματίζονται στο βάρβαρο, ιαπωνικό βασανιστήριο της σταγόνας στο μέτωπο του θεατή.

Ο σκηνοθέτης Τζον Κρόουλι εμπλέκεται και αυτός στον συγκεκριμένο γρίφο του χασίματος, όπου η πολύ καλή Νικόλ Κίντμαν με τα σούπερ ντυσίματα, ο πολλά υποσχόμενος, νεαρός Άνσελ Ελγκορτ (Baby Drive), αλλά και ο εξαιρετικός πιτσιρικάς Όουκς Φέγκλεϊ («Ο Πιτ και ο Δράκος του», «Το Δωμάτιο των Θαυμάτων»), να μην μπορούν να διασώσουν το σκάφος από το ναυάγιο.

Επίσης, από την πλευρά μας, την θέση, δηλαδή, ενός επαγγελματία ανθρώπου, που γράφει για κινηματογραφικές ταινίες, είναι αναιδές να τοποθετηθούμε με υποδείξεις, για το πως θα μπορούσε να ήταν η ταινία. Εμείς, μόνο το προϊόν βλέπουμε και αυτό κρίνουμε. Η ταινία «Καρδερίνα» του Τζον Κρόουλι, ως παραγωγή είναι καλοβαλμένη, αλλά νοσεί από αθεράπευτη «αλαλία». Απλά, δεν έχει τίποτα να πει.           

«Το Τελευταίο Μάθημα»

(L’Heure de la Sortie  / School’s Out)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό, θρίλερ
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σεμπαστιάν Μαρνιέ
  • Με τους: Λοράν Λαφίτ, Εμανουέλ Μπερκό
  • Διάρκεια: 114’
  • Διανομή: Weird Wave

Σε ένα φημισμένο σχολείο για ιδιοφυή παιδιά, ο μέχρι τώρα δάσκαλός τους αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια τους. Ο Πιέρ αναλαμβάνει τη θέση του δασκάλου και γρήγορα διακρίνει μια διάχυτη βία και εχθρότητα σε μία από τις τάξεις.

Η παγερή υπεροψία και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι μαθητές τόσο εκείνον όσο και τον υπόλοιπο κόσμο, του προκαλούν τρόμο και εμμονικές σκέψεις. Αδυνατώντας να κατανοήσει την επιθετική συμπεριφορά τους, επιχειρεί να εξιχνιάσει το μυστικό τους.

Σενάριο βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Κριστόφ Ντουφοσέ (2002) και ο 47χρονος, Γάλλος δημοσιογράφος μόδας, συγγραφέας, μπλόγκερ και μικρομηκάς, Σεμπαστιάν Μαρνιέ, ντεμπουτάρει στη μεγάλη οθόνη στοχεύοντας ψηλά, μα πολύ ψηλά. Βλέποντας, όμως, ότι το ύψος του κινηματογραφικού εγχειρήματος που επιδιώκει να πετύχει είναι τρισθεόρατο, αποφασίζει να το γυρίσει σε τσαλαβουτήματα στα φιλοσοφικά ύδατα ολίγον άγνωστης λίμνης για την κινηματογραφική του εμπειρία.

Ο Μαρνιέ στέλνει την ταινία στα νερά, αλλά με το αδιαχείριστο, φιλοσοφικό βάρος που έχει προσδώσει στο σενάριο (γραμμένο από τον ίδιο) η ταινία βυθίζεται. Στην προσπάθεια του για να να την επαναφέρει δημιουργεί έντονα, θριλερικά ρεύματα καταστροφολογίας, κάτι σαν νιτσεϊκός, παραμορφωτικός καθρέπτης, έτσι για να αλλάξει την πορεία της ιστορίας, που ταξιδεύει καρσί προς τον βυθό, μπας και διασώσει το άσωστο.

Θολώνει τα νερά, δημιουργεί εντυπώσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει τα τελευταία χρόνια με τις κινηματογραφικές παραγωγές, τις εκ Φραγκίας ορμώμενες και τέλος γεμίζει μπουρμπουλήθρες. Χάνεται η ορατότητα του σκοπού και το σενάριο αβοήθητο βυθίζεται, τελικά μια για πάντα αύτανδρο σε μια μέτρια σκηνοθετική προσέγγιση στον λασπώδη βυθό του χαμένου ονείρου.

Ο φιλόσοφος, ως θεατής αυτή την φορά, στέκει αμίλητος απέναντι από την γενιά της παγκοσμιοποίησης, που η τρομοκρατία, οι δολοφονίες μαθητών σε σχολεία και η περιβαλλοντική κρίση είναι καθημερινά φαινόμενα, δομώντας εσωτερική βία και τρόμο στους νέους ανθρώπους, αλλά και απάθεια, αδιαφορία στους κηδεμόνες τους που δεν προσπάθησαν να γεφυρώσουν τα επικίνδυνα χάσματα στην μεγάλη, κοινωνική κρίση του πλανήτη.

Προβληματισμένος ο φιλόσοφος χαϊδεύει το υπογένειο του. Μπορεί και να χαμογελάει με την εντελώς αδύναμη προσέγγιση του Σεμπαστιάν Μαρνιέ σε ένα από τα πιο σημαντικά φαινόμενα της εποχής. Και λοιπόν; Πρώτη φορά είναι που γινόμαστε αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες υπερφίαλης, γαλλικής μαρέγκας;

 «Ο Φιλοξενούμενος» 

(L’Ospite  / The Guest)

 

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: Ιταλία, Ελβετία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντούτσιο Κιαρίνι
  • Με τους: Ντανιέλε Παρίζι, Σίλβια Ντ’ Αμ
  • Διάρκεια: 94΄
  • Διανομή: One from the Heart

Ο Γκουίντο, αναπληρωτής καθηγητής λογοτεχνίας και επίδοξος συγγραφέας, σκεφτόταν ότι είχε μια προγραμματισμένη ζωή, μέχρι που ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, ένα «ατύχημα», κατά την διάρκεια της ερωτικής πράξης, προκαλεί εξελίξεις στη σχέση του με την κοπέλα του Κιάρα.

Λίγο πριν η Κιάρα πάρει το χάπι της επόμενης μέρας, ο Γκουίντο προτείνει να μην το πάρει τελικά και η Κιάρα του αποκαλύπτει τις αμφιβολίες της για τη σχέση τους. Αυτή είναι η αρχή της κρίσης στη σχέση τους καθώς ο Γκουίντο πακετάρει τα πράγματα του και φεύγει από το διαμέρισμα τους, αλλά για πού;

Φιλοξενούμενος από τον έναν καναπέ στον άλλον, ο Γκουίντο σύντομα διαπιστώνει ότι μπορεί να γνωρίζει σε βάθος το έργο του Ιτάλο Καλβίνο, αλλά ελάχιστα για να ξεκινήσει ξανά τη ζωή του.

Ιταλική κομεντί με ποιητική, κυριολεκτικώς, διάθεση στα προβλήματα, που οδηγούν στις μεγάλες αλλαγές κατά την πορεία μιας προγραμματισμένης ζωής ενός ανώριμου σαραντάρη, καθώς είναι μια χαρά καθηγητής, αλλά άπειρος στο να επιλύει προσωπικά θέματα και δη τα ερωτικά του.

Είναι η ταινία του 42χρονου, σεναριογράφου και σκηνοθέτη Ντούτσιο Κιαρίνι («Φιμωμένος Έρωτας» -2014), από τις σύγχρονες «φωνές» του ιταλικού σινεμά. Αλήθεια τώρα, ο θεατής πόσες φορές έχει δει παρόμοια σενάρια, θέτοντας ως σημείο εκκίνησης τον Γούντι Άλεν; Πανομοιότυπα σενάρια τοποθετημένα σε διαφορετικές γωνίες κινηματογραφικής αποτύπωσης; Αμέτρητα.

Καμία πρωτοτυπία, εκτός από την καλή εμφάνιση του Ντανιέλε Παρίζι στον ρόλο του έφηβου σαραντάρη καθηγητή. Άντε και μιας σκηνής, που ακούγεται το ποίημα «Βραδιάζει» του Ιταλο-Ζακυνθινού ποιητή Ούγκο Φόσκολο (1778-1827) τον οποίο θαύμαζε, μεταξύ άλλων ο Κερκυραίος ποιητής μας, Διονύσιος Σολωμός. That’s all folks!!!