fbpx

«Λωτοφάγοι», της Νότας Διαμαντοπούλου

 

 

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Στον Τάκη

Τα πολύ παλιά χρόνια ζούσαν σε ένα νησί, ευτυχισμένοι, χωρίς πόνο, καημό και βάσανο οι Λωτοφάγοι. Ο λωτός ήταν οι λήθη τους. Μια δαγκωνιά και η χαρά αναβλύζει μέσα τους. Δεύτερη και το σφουγγάρι της μνήμης σβήνει κάθε οδυνηρή ανάμνηση, κάθε πρόσωπο, κάθε συμμόρφωση στο χρόνο. Στα χρόνια που περάσαμε μαζί.  Η λήθη είναι ο θάνατος. Η μνήμη την αντιπαλεύει, στήνει γεφύρια για να ακουμπήσει το αριστούργημα της ζωής που μοιραστήκαμε.

Και μοιραστήκαμε πολλά. Τόσα πολλά, τόσα καλά. Από τότε που θυμάμαι, σε θυμάμαι. Με πείραζες γιατί ήμουν μικρή και αδύνατη. Με πείσμα τρύπωνα στο δωμάτιο σου, σαν έφερνες τις κασέτες  με εκείνα τα απαγορευμένα τραγούδια της Χούντας. Σαν ζητιανάκι ψιθύριζα πως δεν θα μαρτυρήσω τίποτα και σε κανένα και έμπαινα στα άδυτα των αδύτων. ΕΣΥ και τα μεγαλύτερα ξαδέρφια να ακούτε σιωπηλά τις μουσικές. Δεν έβγαζα μιλιά. Δεν θα χάλαγα την ομερτά που σας ένωνε και με δέχονταν σαν παρασιτάκι.

Έγινα Ολυμπιακός, όταν εσύ και η αδερφή σου με είχατε βάλει στη μέση. Την αγαπούσα πολύ. Ήμουν η ουρά της. ΑΕΚ εκείνη Ολυμπιακός εσύ. Στη μέση εγώ. Σας κοίταζα στα μάτια και η ζυγαριά έγειρε στον πιο δυνατό. Εσένα.

Στα πάρτι που έκανες με βερμούτ, πάλι τρύπωνα κρυφά και σας χάζευα. Απαλή μουσική και το όνομα του καθένα γραμμένο στο ποτήρι του. Όλα τα κορίτσια σε ήθελαν. Οι ξαδέρφες απ το σόι της μάνας μου, δήθεν τυχαία έπρεπε να σε συναντούν. Να σε κοιτάνε, να σε θαυμάζουν. Φαντάζατε όμορφοι στα παιδικά μου μάτια. Και δεν σε έχανα απ τα μάτια μου. Δεν σε έχανα απ τη ζωή μου.

Αρρεβωνιάστηκες, παντρεύτηκες, έκανες τα παιδιά σου. Ήμουν μικρή για να αξιολογήσω, ήσουν μικρός για τις ευθύνες.

Μετά στην εφηβεία μου ο μόνος λόγος που άντεχα το χωριό ήσουν εσύ. Τα απογεύματα τάβλι με το θείο Μίμη στην αυλή και τα πούλια να χτυπάνε σαν τύμπανα στη γειτονιά.

Μεγάλωνα καλοκαίρι με καλοκαίρι .Αυτά μας ένωναν. Εσύ στο Ναύπλιο, εγώ στο χωριό να σε περιμένω σαν σουρούπωνε. Περνούσες λίγη ώρα με τους μεγάλους και περίμενα τη μαγική λέξη: «ετοιμάσου». Έτρεχα σπίτι, σε λίγα λεπτά ήμουν απίκο. Φτάναμε μέχρι την Ερμιόνη για να δώσεις ασφάλειες. Πολλές φορές σκεπτικός και αμίλητος. Δεν τολμούσα να ταράξω τις σκέψεις σου μη και δεν με ξαναπάρεις μαζί σου. Κάποιες φορές δεν με έπαιρνες. Μα σαν γύριζες κάποια βράδια για να κοιμηθείς στο παιδικό σου δωμάτιο στο χωριό, άκουγα την όπισθεν που έβαζες για να παρκάρεις. Μια σιγουριά πως ήσουν εκεί και αγάπησα αυτόν τον ήχο. Όπισθεν.

Μπάνια στη θάλασσα. Το τσιγάρο το πέταγες μόνο για τη βουτιά. Μετά η βάρκα. Σε τσίγκλαγα να με πας βόλτα στα νερά. Βαριόσουν. Για να με τρομάξεις πήγαινες αντίθετα στο κύμα. Δεν φοβόμουν. Ήθελες να σαμποτάρεις τη χαρά μου γιατί είχες σμπαραλιάσει τη δική σου. Το ήξερες, μα ήσουν εγωιστής για να το πεις.

Έχω δει μαζί σου τα δυο ωραιότερα φεγγάρια της ζωής μου. Το ένα  σαν έβγαινε και το άλλο σαν έδυε.

Δεν φοβήθηκα ποτέ μαζί σου. Ούτε όταν έτρεχες με το αυτοκίνητο, ούτε όταν τρακάραμε πηγαίνοντας στην Επίδαυρο. Μεγάλο τράκο η ζωή σου, μα την παράσταση δεν την έχασες ποτέ.

Δέξου το χειροκρότημα και κοίτα σταθερά τον προβολέα.