fbpx

«Λαμόγια πολιτικοί, ερωτική πίτσα, μαφιόζες και Σικελοί στην «στράτα» του Φελίνι», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Κάποιοι αδειάζουν τις βαλίτσες και τους σάκους με τα τσαλακωμένα και γεμάτα άμμο ρούχα. Άλλοι, πάλι, ετοιμάζουν βαλίτσες και σάκους με φρεσκοπλυμένα, σιδερωμένα ρούχα. Για κάποιους οι θερινές διακοπές ολοκληρώθηκαν, όσο αναφορά το πρώτο σκέλος, τουλάχιστον, ενώ για κάποιους άλλους ξεκίνησαν ή θα ξεκινήσουν σύντομα. Και ο Δεκαπενταύγουστος στο άστυ θα ερημώσει, μερικώς, τα πολυσύχναστα, τα θορυβώδη περάσματα, τα στέκια και τα πνεύματα θα αποτραβηχτούν σε ολιγοήμερη ραστώνη και ανελέητη διασκέδαση. Η ψυχαγωγία θα πάρει τα ρεπό που της αναλογούν και ο μπροστάρης διονυσιασμός θα έχει τον πρώτο λόγο.  

Έτσι γίνεται σε αυτή την χώρα, που η θαλπωρή του πνευματικού Ήλιου δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτό συμβαίνει σε τούτη την πατρίδα με τις φιλόξενες θάλασσες και τα προσιτά βουνά. Και όλη η νύχτα με την κλέφτρα μήνιν καρφωμένη στο κρυφό του έξ-αλού ανθρώπινου να επιβεβαιώνει αέναα την εν-θεω-ουσία. Ενθουσιασμός, λοιπόν και εποχή θερινή, που τα πάντα διαθέτουν ορατό ή αόρατο άλλοθι.

Να περάσετε πανέμορφα όσοι από εσάς θα εγκαταλείψετε τα τείχη των πόλεων, το ίδιο εύμορφα να συνεχίσετε όσοι από εσάς θα παραμείνετε εντός των τειχών. Η ομορφιά μιας ήσυχης γειτονιάς σε προάστιο ή συνοικία αντιστοιχεί με εσωτερικό θρίαμβο.

Δεν ξέχασα την υπόσχεση μου για την ανάλυση του μυητικού, κινηματογραφικού παραμυθιού «Ο Λύκος και το Γεράκι» (Ladyhawke). Απλά, τα στοιχεία που μάζεψα ξεπερνούν κατά πολύ τον περιορισμένο χώρο του παρόντος προλόγου, οπότε σύντομα να το αναμένετε από το site μας σε μορφή άρθρου. Είναι ενδιαφέρον τα μάλα.

Καλή ξεκούραση και διασκεδάστε με την ψυχή σας σαν να μην υπάρχει αύριο. Ποιος γνωρίζει άραγε τι μας ξημερώνει. 

«Ο Έκπτωτος»

(El Reino)

 

 

  • Είδος: Πολιτικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Ισπανία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ροντρίγκο Σορογκόγιεν
  • Με τους: Αντόνιο ντε λα Τόρε, Μόνικα Λόπεζ, Νάτσο Φρεσνέτα, Γιοσέπ Μαρία Που
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Rosebud .21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Επτά βραβεία Goya: Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Α’ και Β’ Ανδρικής Ερμηνείας, Σεναρίου, Μουσικής, Μοντάζ και Ήχου

Σε μία παραθαλάσσια πόλη της Ισπανίας, μια ομάδα, μέλη ενός πολιτικού κόμματος της χώρας, περνούν τον χρόνο τους σε εντυπωσιακά γιοτ και ακριβά εστιατόρια. Πίσω από την επιφανειακή βιτρίνα, όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα: η καθημερινότητά τους περιλαμβάνει ξέπλυμα χρήματος, ύποπτες συναλλαγές, περίεργα πάρε-δώσε και ειδικές «χάρες» προς επιχειρηματίες.

Ο Μανουέλ (Αντόνιο ντε λα Τόρε – πολύ καλός), ο τοπικός γραμματέας του κόμματος, ένας φαινομενικά φιλικός άνδρας και αξιοπρεπής πολίτης που φροντίζει τους φίλους και την οικογένειά του, αγαπάει την γυναίκα του Ινές (Μόνικα Λόπεζ) και ο οποίος έχει αρκετή επιρροή, ακθώς είναι ένα από τα φαβορί για να αναλάβει την θέση του Προέδρου, βλέπει την τέλεια ζωή του να απειλείται μετά από την αποκάλυψη ενός μεγάλου σκανδάλου, που εμπλέκει τον ίδιο και τον φίλο του, Πάκο (Νάτσο Φρεσνέτα).

Ο Μανουέλ προσπαθεί να κρατήσει την ψυχραιμία του, καθώς τα μίντια αρχίζουν να αποκαλύπτουν το σκάνδαλο σε όλη του την κλίμακα. Είναι, όμως, πεπεισμένος ότι η καταιγίδα θα περάσει και ότι το κόμμα θα φέρει τα πράγματα στην θέση του, όπως έκανε πάντα όταν είχε μπλεξίματα κάποιο από τα μέλη του.

Όμως, αυτή τη φορά το κόμμα του γυρνά την πλάτη και μόνο ο Πάκο βγαίνει αλώβητος. Μέσα σε μια νύχτα, ο Μανουέλ αποβάλλεται από το «βασίλειο», στιγματισμένος στα μάτια της δημόσιας γνώμης και προδομένος από εκείνους, οι οποίοι, λίγες ώρες νωρίτερα, πίστευε ότι ήταν φίλοι του. Όμως, παρόλο που το κόμμα σκοπεύει να ρίξει όλο το φταίξιμο πάνω του, ο Μανουέλ δεν δέχεται να πέσει μόνος του.

Ζοφερή και απέλπιδη είναι η εικόνα που δίνει στο πολιτικό συμπάν στην νέα ταινία του ο βραβευμένος, Ισπανός  Ροντρίγκο Σορογκόγιεν («Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει» – 2016), παρά ταύτα είναι πέρα ως πέρα αληθινή.

Ο σκηνοθέτης, βέβαια, αφηγείται γεγονότα που συμβαίνουν στην Ισπανία, δίχως να κατονομάζει πολιτικές παρατάξεις, πρόσωπα και συγκεκριμένες καταστάσεις (μοιάζει κάπως με το σκάνδαλο που έριξε την κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι), αλλά ως γνωστόν όλο αυτό το νοσηρό, πολιτικό περιβάλλον είναι απόλυτα ταυτοποιημένο με τις απανταχού κυβερνήσεις στα τέσσερα σημεία του πλανήτη, ανεξαιρέτως. Κάτι, δηλαδή, που το γνωρίζει και ο πιο αφελής γήινος, ασχέτως αν κάνει την πάπια και συνεχώς ψηφίζει ως εθελόδουλος.

Η προσπάθεια του Σορογκόγιεν στον «Έκπτωτο» είναι να καταδείξει ωμά και σταράτα τα αντανακλαστικά στο μυϊκό και νευρικό σύστημα της πολιτικής όταν αυτή απειλείται συθέμελα από βαρβάτα σκάνδαλα, ψάχνοντας αποδιοπομπαίους τράγους, εξιλαστήρια θύματα και αδύναμους κρίκους για να σηκώσουν το βάρος της σήψης και το σύστημα να συνεχίσει αλώβητο το σκοτεινό του έργο. Επίκαιρο θέμα, θα έλεγα, που εκτυλίσσεται σε ήρεμο ρυθμό αφήγησης και ως συμπαθής διαχειριστής του σασπένς, ο Σορογκόγιεν καταλήγει με ανατροπή, ειδικά προς το τέλος.

Σκηνοθετικά δεν υφίσταται το απογειωτικό, μηδέ μετασχηματίζεται το ευκόλως εννοούμενο σε κάτι ζόρικο ή σημαντικό. Απλά, συν-τρέχεις μαζί του γιατί δεν μπορείς να σταματήσεις στην ερημιά και στο τέλος της διαδρομής σε περιμένει το πάρτι. Η ταινία θεωρήθηκε, μάλιστα, από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της χρονιάς στην Ισπανία και τιμήθηκε με επτά βραβεία Γκόγια.

«Έρωτας αλά Ιταλικά»

(Little Italy)

 

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί
  • Παραγωγή: Καναδάς, Η.Π.Α (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ντόναλντ Πέτρι
  • Με τους: Έμα Ρόμπερτς, Χέιντεν Κρίστενσεν, Ντάνι Αγιέλο, Αντρέα Μάρτιν
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Spentzos Film

  

Στους δρόμους της «Μικρής Ιταλίας» του Τορόντο ανθίζει ο έρωτας. Η νέα, όμορφη σεφ Νίκη (‘Εμα Ρόμπερτς) επιστρέφει στην πατρίδα της για να ανανεώσει την Visa της και ξεκινάει μία σχέση με τον παιδικό της φίλο Λίο (Χέιντεν Κρίστενσεν), έναν μάγειρα ειδικό στην κατασκευή πίτσας, με όνειρο να φτιάξει κάποτε το δικό του εστιατόριο.

Το μόνο πρόβλημα είναι ότι οι γονείς τους έχουν ανταγωνιστικά εστιατόρια το ένα ακριβώς δίπλα στο άλλο και είναι θανάσιμοι εχθροί!

Ο έμπειρος στις ρομαντικές κομεντί Ντόναλντ Πέτρι («Έρωτας αλά Ελληνικά», «Πως να Χωρίσετε σε 10 Μέρες», «Miss… με το Ζόρι!», «Οι Γκρινιάριδες») εμφανώς κουρασμένος, καταπονημένος και αθεράπευτα «κολλημένος» στα ίδια και στα ίδια – τα σημεία κόπωσης είχαν ήδη παρουσιαστεί στον «Έρωτας αλά Ελληνικά» – κάνει μια επαναλειψούλα εφ΄ όλης της ύλης στα κλισέ του κινηματογραφικού είδους.

Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα αποκαλύπτονται εν μέσω γαστρονομικών προτάσεων και ιταλικών εδεσμάτων και ο έρως ανάμεσά τους ευδοκιμεί από τις κόντρες και τις αντιρρήσεις των δυο οικογενειών. Πιο τετριμμένο δεν γίνεται. Πάντως ο Νεοϋρκέζος Ντόναλντ Πέτρι πρέπει να έχει ένα θέμα με την «αμαρτωλή» πίτσα, καθώς το 1988 το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στην μεγάλη οθόνη ξεκίνησε με την ταινία «Mystic Pizza» και πρωταγωνίστρια την νεαρά, 21χρονη τότε, Τζούλια Ρόμπερτς.      

«Η Συμμορία των Σικελών»

(Le Clan des Siciliens)

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία (1969) σε επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Ανρί Βερνέιγ
  • Με τους: Αλέν Ντελόν, Ζαν Γκαμπέν, Λίνο Βεντούρα, Αμεντέο Νατζάρι
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Bραβείο Επιτροπής Φεστιβάλ Καννών, 1957

Η μικρή και καλά οργανωμένη, σικελική φαμίλια των Μαναλέζε με αρχηγό τον Βιτόριο Μαναλέζε (Ζαν Γκαμπέν – καταπληκτικός!!!)  βοηθάει τον φυλακισμένο κακοποιό Ροζέρ Σαρτέ (Αλέν Ντελόν – απίθανος!!!) να δραπετεύσει, ώστε να τους βοηθήσει στη μεγάλη κλοπή διαμαντιών που σχεδιάζουν από μια έκθεση στην καρδιά της Ρώμης.

Ενώ η συμμορία οργανώνει το χτύπημα, ένας συνεργάτης τους από την Αμερική, ο Τόνι Νικόζια (Αμεντέο Νατζάρι – πολύ καλός) προτείνει να καταλάβουν το αεροπλάνο που θα μεταφέρει τα διαμάντια. Συγχρόνως, ο επιθεωρητής Λε Γκοφ (Λίνο Βεντούρα – ένας και μοναδικός!!!), που τους κυνηγάει μέχρι να τους πιάσει, έχει πληροφορηθεί τα σχέδιά τους, συνεργάζεται με το FBI για να τους συλλάβει πριν προσγειωθεί το αεροπλάνο. Έξυπνος ο αρχηγός της συμμορίας Βιτόριο αλλάζει το πρόγραμμα και όλα παίρνουν διαφορετική τροπή.  

Έχουν γραφτεί άπειρες σελίδες και έχουν χυθεί τόνοι μελάνης για το εξαιρετικό φιλμ «Η Συμμορία των Σικελών», που το άρωμα του μέχρι σήμερα είναι ανεξίτηλο και άφθαρτο. Απλά να αναφέρουμε, πως τρεις θρύλοι του παγκόσμιου σινεμά, τρία μεγαθήρια της 7ης Τέχνης (Γκαμπέν, Ντελόν και Βεντούρα) βρέθηκαν μαζί στην ταινία του μπριλάντε Γαλλο-αρμένιου σκηνοθέτη Ανρί Βερνέιγ (γεννημένος ως Ασότ Μαλακιάν στο Ροδοστό της Ανατολικής Θράκης: 15 Οκτωβρίου 1920 – 11 Ιανουαρίου 2002), μαρκάροντας ανεξίτηλα το είδος των γαλλικών, γκανγκστερικών φιλμς.

Ο βραβευμένος Ανρί Βερνέιγ, που από τον κινηματογραφικό του φακό πέρασαν όλοι οι γνωστοί, σπουδαίοι Γάλλοι ηθοποιοί της εποχής – ακόμα και ο Λουί Ντε Φινές, εκτός του Μπουρβίλ –, δικαίως χαρακτηρίστηκε «ο πιο Αμερικανός των Γάλλων σκηνοθετών». Η ταινία γυρίστηκε σε τρεις διαφορετικές γλώσσες (Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά) με τους ίδιους πρωταγωνιστές.

Σενάριο βασισμένο στη νουβέλα του Γάλλου συγγραφέα γκανγκστερικών ιστοριών, Ογκούστ Λε Μπρεντόν (18 Φεβρουαρίου 1913 – 31 Μαΐου 1999), το φιλμ διακρίνεται από την αριστοτεχνική σκηνοθεσία του Βερνέιγ, το σασπένς, την δράση δίχως εφέ και στο σφιχτό μοντάζ του Πιέρ Ζιλέτ. Μαφιόζικη ατμόσφαιρα με κώδικες στην καρδιά της νουβέλ βαγκ εποχής και ερμηνείες που έχουν γίνει σχολή μέχρι σήμερα, ρολάρουν αισθαντικά, απόλυτα κινηματογραφικά πάνω στις μουσικές του Ένιο Μορικόνε.

Υπ΄ όψιν, ότι από την συγκεκριμένη, πρωταγωνιστική τριανδρία, ηθοποιοί όπως ο Ζαν Γκαμπέν, ο Αλέν Ντελόν και ο Λίνο Βεντούρα δεν έχουν αντικατασταθεί τουλάχιστον μέχρι σήμερα, ειδικά οι δυο μορφές, αυτή του Ζαν Γκαμπέν και του Λίνο Βεντούρα. Εάν δεν την έχετε δει, μην την χάσετε!   

«La Strada»

 

  • Είδος: Δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιταλία (1954) σε επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Φεντερίκο Φελίνι
  • Με τους: Τζουλιέτα Μασίνα, Αντονι Κουίν, Ρίτσαρντ Μπέιζχαρτ
  • Διάρκεια: 104΄
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας – Αργυρός Λέοντας Φεστιβάλ Βενετίας – 3 Βραβεία της Ένωσης Ιταλών Κριτικών Κινηματογράφου
  • Προβολή Ταινίας: Σινέ «Βοξ» (Εξάρχεια) – Σινέ «Ζέφυρος» (Πετράλωνα) και Σινέ «Όασις» (Παγκράτι)

Η Τζελσομίνα (Τζουλιέτα Μαζίνα – απόλαυση!!!) ένα ονειροπαρμένο και καλοκάγαθο πλάσμα που βλέπει μόνο το καλό στους άλλους, πωλείται, κυριολεκτικώς λόγω φτώχειας, από τη μητέρα της στον Ζαμπανό (Άντονι Κουίν – καταπληκτικός!!!) έναν βάρβαρο, πλανόδιο καλλιτέχνη τσίρκου.

 Ο Ζαμπανό συμπεριφέρεται με το χειρότερο τρόπο στη Τζελσομίνα και δεν διστάζει να την απατήσει με άλλες γυναίκες. Έπειτα από μια έκρηξη βίας του Zαμπανό, η Tζελσομίνα αποφασίζει να δραπετεύσει. Σε ένα γειτονικό χωριό βλέπει την παράσταση ενός άλλου περιπλανώμενου, του ισορροπιστή «Il Matto», δηλαδή, του Tρελού (Pίτσαρντ Mπέιζχαρτ – υπέροχος!!!) και μένει έκθαμβη.

Ο Ζαμπανό όμως τη βρίσκει και την αναγκάζει να τον ακολουθήσει. Οι δυο τους πλέον αποτελούν μέλη του προσωπικού ενός τσίρκου. Στο ίδιο τσίρκο εργάζεται κι ο ισορροπιστής «Τρελός» που είχε μαγέψει τη Τζελσομίνα με τα ακροβατικά του.

Ο «Τρελός» θα βοηθήσει τη Τζελσομίνα να καταλάβει ότι αγαπά τον Ζαμπανό παρά τον βίαιό χαρακτήρα του, κι ότι εκείνος τη χρειάζεται. Στην  Τζελσομίνα θα δοθούν πολλές ευκαιρίες για να σπάσει τα δεσμά της και να ξεφύγει από τον τύραννο. Εκείνη, όμως, θα παραμείνει δίπλα του για να υπομείνει τις βίαιες του εκρήξεις.

Το αριστούργημα του Φεντερίκο Φελίνι «La Strada», γνωστό στην χώρα μας με τον δακρύβρεχτο, μελό τίτλο «Πουλημένη απ’ τη Μητέρα της» παραγωγής 1954, καθιερώνει το είδος του νεορεαλιστικού σινεμά στα στασίδια της 7ης Τέχνης. Καθαρόαιμη δραματουργία, γροθιά στο μαχαίρι, που ο Φελίνι στήνει υπέροχα στην κάμερα.

Η ταινία αποτέλεσε την πρώτη παγκόσμια επιτυχία του σκηνοθέτη, καθώς είναι αυτή που του χάρισε την διεθνή αναγνώριση, παρά το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί «Οι Βιτελόνι» (I Vitelloni – 1953), η οποία όμως άργησε να λάβει τα εύσημα που της άξιζαν από το διεθνή τύπο.

Στον ρόλο της Τζελμονίνα με τα μεγάλα, αστραφτερά και μελαγχολικά μάτια πρωταγωνιστεί η ακαταμάχητη Τζουλιέτα Μασίνα, η σύζυγος του Φελίνι για πενήντα χρόνια, που πάνω της κρεμάστηκε όλη ταινία. Σκηνές που σου κόβουν την ανάσα και σκίζουν την καρδιά σου. Στο πεδίο των εσωτερικών συγκρούσεων η αιώνια μάχη των συναισθημάτων, του έρωτα και του μίσους, η καρατόμηση της αθωότητας και η απαλότητα της καλοσύνης να τυλίγουν σαν αέρινο πέπλο το βλέμμα και τις σκέψεις του θεατή.

Ο Γουόλτ Ντίσνεϊ, μάλιστα, εξέφρασε σοβαρό ενδιαφέρον για τη δημιουργία ενός κινούμενου σχεδίου βασισμένο στα χαρακτηριστικά της Τζελσομίνα, όπως, επίσης, υπήρχαν προτάσεις από κουκλοποιούς να κατασκευάσουν την Τζελσομίνα και να την διοχετεύσουν στο εμπόριο με το όνομα της.  «Θα μπορούσα να έχω ζήσει στην «Τζελσομίνα», τουλάχιστον, για είκοσι χρόνια», δήλωσε με χιούμορ ο Φελίνι.

Η καλόκαρδη Τζελσομίνα, όταν μαθαίνει από τον «Τρελό» να παίζει την τρομπέτα, την απολαμβάνουμε σε μια μοναδική, κινηματογραφική σεκάνς με την υπέροχα μελαγχολική μελωδία του «Travelling Down A Lonely Road» του Νίνο Ρότα. Ε, για τον μέγιστο συνθέτη, οι μελωδίες του στο περιβάλλον της ταινίας έγραψαν εποχή.

«Χελς Κίτσεν: Οι Βασίλισσες του Εγκλήματος»

(The Kitchen)

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Αντρέα Μπερλόφ
  • Με τους: Μελίσα ΜακΚάρθι, Τίφανι Χάντις, Ελίζαμπεθ Μος
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Tanweer

Νέα Υόρκη, 1978. Τα 20 οικοδομικά τετράγωνα με τα ενεχυροδανειστήρια, τους οίκους ανοχής και τα διαβόητα μπαρ ανάμεσα στην 8η Λεωφόρο και τον ποταμό Χάντσον, που ανήκουν στην ιρλανδική μαφία και είναι γνωστά ως Χελς Κίτσεν, δεν είναι το πιο εύκολο μέρος να ζει κανείς. Ή το πιο ασφαλές.

Όταν τρεις μαφιόζοι μπαίνουν φυλακή, οι γυναίκες τους θα πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, συνεχίζοντας το «έργο» τους. Πρωτοστατούν στις κομπίνες και αναγνωρίζονται ως άξια μέλη της τοπικής μαφίας.

Η Αντρέα Μπερλόφ, υποψήφια για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου της βιογραφίας «Straight Outta Compton», που έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία στην Αμερική, βασίζεται στο graphic novel της Vertigo, γράφει το σενάριο και κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο με αυτή τη γυναικοκρατούμενη περιπέτεια για τη μαφία στο περιβόητο Χελς Κίτσεν της δεκαετίας του ‘70.

«Η ταινία έχει να κάνει με ανθρώπους που ποτέ δεν τους έχουν πάρει στα σοβαρά, που συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να χαλαρώσουν και να αφεθούν. Πρέπει να αναλάβουν ευθύνες και δράση», αναφέρει η δημιουργός Αντρέα Μπερλόφ,  που κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο. «Αυτό που κινητοποιεί αυτές τις γυναίκες και ο τρόπος που παίρνουν τον έλεγχο είναι συναρπαστικό και κάτι το οποίο όλοι καταλαβαίνουμε. Μπαίνουν στις δουλειές των συζύγων τους και καταλήγουν να τις διευθύνουν καλύτερα και πιο θαρραλέα».

Παρομοίως, η Μπερλόφ δεν παίζει με την ταινία. Μία περιπέτεια με δυνατές πρωταγωνίστριες και γυναίκες σε ρόλους κλειδιά πίσω από την κάμερα, απαιτεί γνώση ενός κινηματογραφικού είδους που δεν συνηθίζει να βάζει τις γυναίκες στην κορυφή. Η ταινία ανατρέπει την κλασική ιστορία μαφίας και της δίνει μία σύγχρονη υφή με πολλή δράση, στυλ και συναρπαστικές ανατροπές.

«Οι ταινίες για τη μαφία είναι από τις αγαπημένες μου», τονίζει η δημιουργός. «Η ευκαιρία να πω μία ιστορία για αυτές τις τρεις αναπάντεχες αρχηγούς του οργανωμένου εγκλήματος, που ξεκινάνε από το μηδέν και μαθαίνουν όχι μόνο να επιβιώνουν, αλλά αναδεικνύονται σε έναν κόσμο που δεν είναι δικός τους, είναι αναζωογονητική και συναρπαστική».

Η πληθωρική Μελίσα ΜακΚάρθι πρωταγωνιστεί ως Κάθι, μία σύζυγος και μητέρα που κάνει τα πάντα για τους δικούς της ανθρώπους και που αποκτά ό,τι επιθυμεί. Η ΜακΚάρθι ενθουσιάστηκε με την ταινία και το καταιγιστικό, αιχμηρό σενάριο της Μπερλόφ. «Έχει μία λιτότητα στο γράψιμο της που είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Χωράει πολλά σε μία λήψη και αυτός είναι σωστός τρόπος για να ειπωθεί μία τέτοια ιστορία. Όταν τη συνάντησα πρώτη φορά ήταν ξεκάθαρη για το ύφος και το στυλ της ταινίας, τη δύναμη και τη βία χωρίς περιστροφές. Είναι πάντα καλό όταν προσφέρεις κάτι αναπάντεχο στο κοινό».

Για μερικούς, μόνο η σκέψη της ΜακΚάρθι ή της Χάντις θα υπονοούσε ένα διαφορετικό είδος ταινίας απλώς γιατί, παρά το εύρος τους, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με κωμωδίες.